Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας συνεχίζεται μέχρι το τέλος Οκτωβρίου έκθεση βυζαντινών εικόνων από τη Θεσσαλονίκη, υπό τον τίτλο «Το ημέτερον κάλλος». Η έκθεση είχε αρχικά γίνει στη Μονή Βλατάδων (Θεσσαλονίκη, 1 Οκτωβρίου 2018 - 31 Μαρτίου 2019). Οι εικόνες της έκθεσης είναι διαλεγμένες μία μία, αληθινά αριστουργήματα. Χρονολογούνται από τον 12ο ώς τον 18ο αιώνα, οι περισσότερες πάντως είναι της παλαιολόγειας περιόδου. Οποιος ενδιαφέρεται για τα αρχαιολογικά των εικόνων μπορεί να προσφύγει στον εξαιρετικό κατάλογο.
 
Η βυζαντινή εικόνα είναι η μεγάλη ars sacra του χριστιανισμού, στο πεδίο των εικαστικών τεχνών. Το γράφω χωρίς κανέναν δισταγμό ή αμφιβολία. Μόνο αυτή μπόρεσε να εικονίσει τον Ιησού ως Χριστό, μόνο αυτή θεολογεί την Ανάστασή του και υποβάλλει την πίστη ότι δεν εξαντλούνται τα πάντα στα όρια του φυσικού κόσμου και των νόμων του. Αν αυτό ωστόσο δεν είναι, για εμένα τουλάχιστον, προς συζήτηση, εκείνο που χρειάζεται οπωσδήποτε να συζητήσουμε είναι το πώς αντιμετωπίζουμε σήμερα αυτές τις εικόνες, εμείς οι άνθρωποι, των Ορθοδόξων συμπεριλαμβανομένων, του μεταχριστιανικού κόσμου. Ξέρουμε πώς τις έβλεπαν παλιά, πώς στέκονταν απέναντί τους: ήταν αναπόσπαστο τμήμα της λατρείας του Θεού και της προσευχής, στον ναό και στο σπίτι, ήταν ιερές, στέκονταν μπροστά τους με ευλάβεια. Ναι, αλλά σήμερα;
 
Το γεγονός ότι κάνουμε αυτή τη συζήτηση με αφορμή μια έκθεση σε μουσείο μπορεί να έχει δώσει ήδη την απάντηση. Η εικόνα από τη στιγμή που μπαίνει στο μουσείο μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτιστικό αγαθό και σε αισθητικό αντικείμενο. Η αντιμετώπιση είναι πια μοιραία αρχαιολογική και αισθητική. Η σχέση των περισσότερων ανθρώπων της Δύσης με τον χριστιανισμό είναι σήμερα, στην καλύτερη περίπτωση, αρχαιολογική. Ο χριστιανισμός έχει γίνει αξιοσέβαστη πολιτιστική κληρονομιά. Οι ίδιες οι εκκλησίες έχουν γίνει αρχαιολογικά μνημεία και μουσεία, σε πολλές από αυτές πληρώνεις κανονικά εισιτήριο για να μπεις μέσα, ακόμη μάλιστα και σε ορισμένες, στις πόλεις της Δυτικής Ευρώπης, που είναι εν λειτουργία και εξακολουθεί να τελείται η θεία λατρεία. Αν θέλουμε να μιλήσουμε αυστηρά από την άποψη της πίστης, όλη αυτή η κοσμοσυρροή στα χριστιανικά μνημεία είναι αδιάφορη. Μια φούχτα πιστών που λατρεύει τον Θεό και προσεύχεται σε μια καλύβα στην Αφρική μετράει περισσότερο, για την πίστη, από τα εκατομμύρια που επισκέπτονται τη Νοτρ Νταμ ή την Αγια-Σοφιά.
 
Αυτή είναι η πραγματικότητα σήμερα στον δυτικό κόσμο και δεν αλλάζει. Σε αυτή την πραγματικότητα μετέχουμε όλοι μας, πιστοί και μη πιστοί, όλοι σεβόμαστε τα έργα του παρελθόντος και θέλουμε να σωθούν και να συντηρηθούν. Αρχαιολογική και, στην καλύτερη περίπτωση, αισθητική είναι η στάση μας. Υπάρχουν ασφαλώς και οι περιβόητες γιαγιάδες που προσεύχονται μπροστά σε μια εικόνα, αδιαφορώντας παντελώς για σχολές, τεχνοτροπίες και χρονολογίες, αλλά, όσο και να τις σεβόμαστε, ας μη γίνουν άλλοθι για να παραβλέπουμε το πραγματικό.
 
Βλέποντας, λοιπόν, τις εικόνες για τις οποίες συζητάμε εδώ στο μουσείο, αντικρίζουμε ζωγραφική. Είτε εικόνες βλέπουμε μέσα σε ένα μουσείο είτε Σεζάν, βλέπουμε ζωγραφική. Πρέπει, επομένως, πρώτα πρώτα να εκτιμήσουμε την αξία τους ως ζωγραφικής. Και να αρχίσουμε να μαθαίνουμε να τις διαβάζουμε, να μάθουμε τα μέσα τους, εξαιρετικά λιτά και απλά, τις τεχνικές τους, την ιστορία τους, τα θέματά τους και τη σχέση τους με τη Βίβλο και την ιστορία των αγίων, και άλλα πολλά. Οσο περισσότερο γνωρίζουμε τη βυζαντινή εικονογραφία τόσο θα πειθόμαστε προσωπικά, και όχι επειδή το γράφουν κάποια εγχειρίδια, ότι πρόκειται για μεγάλη ζωγραφική, για μία από τις μεγάλες στιγμές της παγκόσμιας ιστορίας της ζωγραφικής. Επιπλέον, όσο βαθύτερα τη γνωρίζουμε τόσο καλύτερα θα κατανοούμε την ιδιαιτερότητά της, κάτι που ίσως οδηγήσει ορισμένους –λίγους– να θέσουν και ερωτήματα πέραν της αισθητικής. Καμία εικόνα, και η θαυμαστότερη, δεν οδήγησε ποτέ κανέναν στην πίστη. Μπορεί, όμως, να οδηγήσει κάποιον ευεπίφορο να αναρωτηθεί για το πνευματικό νόημά της. Μέχρι εκεί. Κάτι όμως που είναι ήδη σημαντικό.
 
Η ζωγραφική παιδεία είναι πάνω από όλα άσκηση του βλέμματος. Η ίδια η ζωγραφική σού μαθαίνει, «με καιρό και με κόπο», να βλέπεις. Επειδή με θλίβει η εικόνα του βιαστικού επισκέπτη που κοιτάει χωρίς να βλέπει –τον είδα και σε αυτή την έκθεση–, ας μου επιτραπεί να προτείνω στον καλοπροαίρετο, υποθετικό επισκέπτη το εξής.
 
Αφού δει τη μικρή έκθεση με όση προσοχή διαθέτει, ας διαλέξει μια εικόνα και ας καθίσει ώρα πολλή, μόνος του, απέναντί της, να την κοιτάει και να τον κοιτάει. Εγώ διάλεξα την εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα από τον Κολινδρό Πιερίας, του 14ου αιώνα. Ο Χριστός σε βάθος ωχροκάστανο, και όχι χρυσό, με καστανό προπλασμό στο πρόσωπο και λιγοστό φως στο κέντρο του, και όλα αυτά σε εκπληκτικό χρωματικό συνδυασμό με τον χιτώνα και το ιμάτιο. Μόνο το Ευαγγέλιο φεγγοβολεί στο αριστερό χέρι του. Ας ακινητήσει ο καλός επισκέπτης εκεί μπροστά για ώρα, καθισμένος στο απέναντι παγκάκι. Ισως τότε η αισθητική στάση οδηγηθεί ένα βήμα παραπέρα και ίσως –λέω ίσως– αναρωτηθεί και για τον τίτλο της έκθεσης. Δεν αποκλείεται, βάνω με τον νου μου, να του περάσει από τη σκέψη ότι το ημέτερον κάλλος δεν είναι ούτε ο ένδοξός μας βυζαντινισμός ούτε η Ορθοδοξία και το μεγαλείο της, αλλά το πρόσωπο του Χριστού, το φως και ο γλυκασμός της ωραιότητός του.
 
Category: /