Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Έχω ανάγκη να προσεύχομαι*

O Bertrand Révillion

παίρνει συνέντευξη από την Mireille Dumas 

Μια  ασυνήθιστη δημοσιογράφος, της οποίας οι τηλεοπτικές εκπομπές σπάνια αφήνουν κάποιον αδιάφορο. Άγνωστοι και περιθωριακοί, Μοναχοί ή πόρνες έρχονται να της αποκαλύψουν ένα μέρος από το μυστικό της ζωής τους. Η Mireille Dumas αντλεί τον πόθο της να ρωτά τους άλλους από τα μυστικά της παιδικής της ηλικίας. Αυτό που προσπαθεί να καταλάβει με τις ερωτήσεις της είναι το μυστήριο του ανθρώπου. Ίσως και το μυστήριο του Θεού…

 Bertrand Revillion: Από πού προέρχεται αυτή η ανάγκη να ρωτάτε τους άλλους;

Mireille Dumas: Αγνοώ τί είναι αυτό που με σπρώχνει τόσο να συναντήσω τον άλλον. Δεν ξέρω από πού μου βγαίνει αυτό το ενδιαφέρον, αυτή η βαθειά περιέργεια για τους άλλους. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει σε μια συνάντηση είναι η πάντοτε συγκλονιστική εμπειρία της ομοιότητας και της διαφοράς. Ο άλλος παραμένει ένας άλλος για μας, αλλά, όποια κι αν είναι η πορεία του, κάποτε στους αντίποδες της δικής μας πορείας, μας μοιάζει πολύ. Ποιες είναι οι διαφορές, ποιες οι ομοιότητες ανάμεσα στις ανθρώπινες υπάρξεις, αυτό είναι ένα θέμα που με συναρπάζει…

Ένα θέμα που έχει τις ρίζες του στην παιδική σας ηλικία;

Σίγουρα. Μεγάλωσα μέσα σ’ ένα ευαίσθητο περιβάλλον κεκλεισμένων των θυρών. Μέναμε σ’ ένα μικρό σχολείο του χωριού Ymonville στην Beauce, καμιά εκατοστή χιλιόμετρα από το Παρίσι. Οι γονείς μου ήταν και οι δύο δάσκαλοι. Μαζί με τον δήμαρχο, τον γιατρό και τον εφημέριο, αποτελούσαν τα «επίσημα» πρόσωπα της κοινότητας. Δεν είχαμε πολλά χρήματα και ζούσαμε πολύ απλά. Ήμασταν έξι αδέρφια. Ο πατέρας μας πέθανε πολύ νέος και η μητέρα μας έπρεπε να μας μεγαλώσει μόνο με τον μισθό της δασκάλας. Γύρω μας υπήρχαν άνθρωποι πιο πλούσιοι. Το είχα συνειδητοποιήσει, αλλά δεν αισθάνθηκα ποτέ μειονεκτικά, γιατί η μαμά είχε μια σοβαρή κοινωνική θέση μέσα στο χωριό. Ήμασταν όλοι υπότροφοι και η προέλευσή μας από διαφορετικό περιβάλλον κρυβόταν πίσω από τις γκρι ποδιές, τότε υποχρεωτικές. Ζούσαμε πολύ απ’ τον κήπο στον οποίο η μητέρα μας καλλιεργούσε λαχανικά και φρούτα.

Είχατε την αίσθηση ότι είστε διαφορετικοί;

 Ναι. Ήταν μια έντονη αίσθηση, λόγω της ιταλικής καταγωγής της μητέρας μας. Πρόφερε το «ρω»  παλλόμενο και κάποιες φορές μάς γινόταν αισθητή η διαφορετικότητα, έστω και αν δεν υπήρχε ποτέ σ’ αυτή ρατσισμός. Δεν είχε περάσει ακόμα τελείως η εποχή κατά την οποία, όταν μιλούσαν για τους Ιταλούς μετανάστες, έλεγαν, γελώντας «οι μακαρονάδες»! Οι Ιταλοί δεν ήταν ακόμα αφομοιωμένοι, όπως τώρα. Τα γαλλικά ήταν η μόνη γλώσσα που μιλούσαμε στο σπίτι. Έπρεπε να αφομοιώθηκε οπωσδήποτε.

Αυτή η αίσθηση ότι διαφέραμε ενισχυόταν από το γεγονός ότι ζούσαμε μέσα στον ίδιο τον σχολικό περίβολο, μακριά από το χωριό, στο δρόμο που οδηγεί από την εκκλησία στο κοιμητήριο. Η κατοικία μας γειτόνευε με την μεγάλη αυλή με τις καστανιές και με ένα κιγκλίδωμα, μέσα από το οποίο έβλεπα τον δρόμο, έναν τοίχο αγροκτήματος, την έξω ζωή. Ζήλευα πολύ τους συμμαθητές μου που μπορούσαν, το βράδυ, να αφήνουν το σχολικό περιβάλλον και να πηγαίνουν αλλού. Εμείς μέναμε πάντα στο σχολείο! Από παιδί έλεγα στον εαυτό μου ότι, όταν μεγάλωνα, θα πήγαινε κι εγώ αλλού, ν’ ανακαλύψω άλλα πρόσωπα…

Σ’ αυτό το σχολείο γεννήθηκε η επιθυμία σας να ρωτάτε τους άλλους;

Τα μέρη στα οποία ζήσαμε και ο τρόπος ζωής μας κατά την παιδική ηλικία προσανατολίζουν αναμφισβήτητα τη μέλλουσα ζωή μας. Όμως, όταν ήμουν μικρή, δεν έθετα ερωτήσεις, ήμουν μάλλον στη θέση του ακροατή. Ήμουν ένα ντροπαλό παιδί που κοκκίνιζε. Κάθε φορά που με ρωτούσαν μέσα στην τάξη και που έπρεπε να απαντήσω δημοσίως, κατέρρεα κυριολεκτικά. Και σήμερα ζω με αυτή τη ντροπαλότητα, την οποία έμαθα να δαμάζω, αλλά αυτή συνεχίζει να είναι εκεί, κρυμμένη μέσα μου.

Η πρώτη ερώτηση;

Την πρώτη κρίσιμη ερώτηση, η οποία είναι σίγουρα η ρίζα όλων των άλλων, την έκανα στον εαυτό μου μετά τον θάνατο του πατέρα μου, χωρίς όμως να μπορώ να τη διατυπώσω. Ήμουν τριών ετών και βρισκόμουν αιφνίδια αντιμέτωπη με το ανεξήγητο. Παρόλο που ήμουν μικρή, έχω αναμνήσεις, σαν αναλαμπές, από τον μπαμπά. Καθόμουν ώρες στα γόνατά του, γιατί ήταν παράλυτος, θύμα της σκλήρυνσης κατά πλάκας. Όταν πέθανε, δεν το κατάλαβα. Η φυγή του υπήρξε για μένα ένα μεγάλο μυστήριο.

Αυτόν τον πατέρα, τον αναζητήσατε για πολύ καιρό;

Στην ηλικία των τριών ετών, δεν καταλαβαίνει κανείς απολύτως τίποτα από το τί σημαίνει «θάνατος». Ρωτούσα να μάθω «πού» ήταν ο πατέρας μου, «πού» τον είχαν βάλει οι μεγάλοι. Τον αναζητούσα μέσα στο σπίτι, και κυρίως στη σοφίτα, όπου υπήρχε ένα μεγάλο ρολόι, μέσα στο οποίο κρυβόμασταν. Επίσης, βρισκόταν εκεί ψηλά και το αναπηρικό καροτσάκι του μπαμπά, το οποίο μου επέτρεπε να λέω στον εαυτό μου ότι δεν ήταν όνειρο, ότι είχα πράγματι έναν πατέρα, που έζησε καθισμένος σ’ αυτό το καροτσάκι. Τον αναζητούσα κρυφά, χωρίς να το λέω στη μητέρα και στ’ αδέλφια μου, διότι ντρεπόμουν που δεν είχα καταλάβει γιατί χάθηκε. Ο καιρός της παιδικής ηλικίας υπήρξε λοιπόν για μένα καιρός ερωτήσεων ακατάπαυστα απωθημένων, απαγορευμένων…

Κάνοντας αυτές τις ερωτήσεις διακινδυνεύατε να ακούσετε μια απάντηση;

          Ναι. Το κατάλαβα αργότερα. Ρωτώντας για τον θάνατο του πατέρα μου, υπήρχε πράγματι ο φοβερός κίνδυνος ν’ ακούσω ότι «ναι», πράγματι ο μπαμπάς δεν θα ξαναγύριζε ποτέ, ότι είχε χαθεί οριστικά… Εφάρμοσα αυθόρμητα έναν μηχανισμό άμυνας: αποσιωπώντας τις ερωτήσεις μου, απομάκρυνα έναν πόνο υπερβολικά μεγάλο για τους ώμους ενός παιδιού…

Τότε, για να μη χάσω εντελώς τον μπαμπά, συνέχισα να του μιλάω μέσα από τη βραδινή προσευχή μου.

Η προσευχή σάς επέτρεψε να «κρατήσετε τον σύνδεσμο» με τον πατέρα σας;

Για πολλά χρόνια, τουλάχιστον μέχρι τα επτά μου, μπέρδευα με το παιδικό μου μυαλό τον Χριστό και τον πατέρα μου. Γεγονός είναι ότι η μαμά, μας έβαζε να λέμε το «Πάτερ ἡμῶν» μπροστά από ένα πέτρινο πρόσωπο του Χριστού, και για πολύ καιρό πίστευα ότι, αυτός ο πατέρας στον οποίο έπρεπε να απευθύνομαι, ήταν πραγματικά ο δικός μου. Η μαμά μού εξηγούσε ότι ο μπαμπάς είχε πάει «στον ουρανό». Εκεί μού έλεγαν ότι βρισκόταν και ο Θεός-Πατέρας. Έζησα λοιπόν για πολύ με αυτή τη σύγχυση. Ακόμα και σήμερα, όποτε ακούω ή όποτε θυμάμαι το «Πάτερ ἡμῶν», σκέφτομαι τον μπαμπά.

Η οικογένειά σας ήταν πιστή;

Το θέμα της πίστεως ήταν πολύπλοκο στο σπίτι μας. Η μητέρα μου, ιταλικής καταγωγής, ήταν βέβαια καθολική! Ήταν όμως και δασκάλα σε σχολείο δημόσιο και δημοκρατικό, όπου δεν γινόταν λόγος για θρησκεία. Είπα κάποτε, σε μια συνέντευξη, τη σκέψη μου ότι η μαμά μάς είχε δώσει μια θρησκευτική μόρφωση μάλλον επειδή ήθελε να ενταχθούμε στη Γαλλία, παρά λόγω των πραγματικών της θρησκευτικών πεποιθήσεων. Με επέπληξε ευγενικά, θεωρώντας ότι είμαι λίγο υπερβολική! Ωστόσο, πιστεύω ότι μας έγραψε στο κατηχητικό κυρίως επειδή ήθελε να είμαστε σαν τα άλλα παιδιά του χωριού.

Μόλις πέθανε ο πατέρας σας, η πίστη υπήρξε μια βοήθεια για την οικογένειά σας;

Όχι . Έχω ακούσει συχνά τη μαμά να λέει -ακόμα και σήμερα που είμαστε πολύ κοντά- «μακάριος αυτός που πιστεύει». Ήθελε πάντα να έχει αυτήν την πίστη η οποία επιτρέπει στον άνθρωπο να αντλεί δύναμη από αλλού και όχι απ’ τον εαυτό του. Νομίζω ότι ζηλεύει όσους έχουν πραγματικά μια τέτοια πίστη, η οποία αποτελεί γι’ αυτούς μια αληθινή πηγή ανακαίνισης. Μια πίστη που η μαμά σίγουρα δεν διαθέτει πλήρως. Όμως, η οικογένειά μας απείχε πολύ απ’ το να ανήκει στον αθεϊσμό ή στον αγνωστικισμό. Μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι, όπου το πρόσωπο του Χριστού ήταν παρόν.

Μια οικογένεια θρησκευόμενη;

Όχι. Δεν είδα ποτέ τη μαμά να πηγαίνει στη Θεία Λειτουργία. Ο παπάς του χωριού ερχόταν αρκετά συχνά να επισκεφθεί τη δασκάλα. Η μαμά μάς έστελνε να κοινωνήσουμε, αλλά η ίδια δεν ασκούσε τα θρησκευτικά της καθήκοντα. Νομίζω ότι προσεύχεται μόνη της, ότι εμφορείται πλήρως από μια μυστική διάσταση. Στα νειάτα της, νομίζω ότι είχε αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο να μπει σε μοναστήρι. Μιλήσαμε κάποτε γι' αυτό. Έζησε πολύ μόνη της και νομίζω ότι έλκεται από την περισυλλογή, τη σιωπή.

 Τί αναμνήσεις έχετε απ’ την κατήχηση της παιδικής σας ηλικίας;

Υπέροχες! Ήταν, για μένα, η μόνη στιγμή, εκτός από το σχολείο, που επικοινωνούσα με τους άλλους. Πήγαινα στο κατηχητικό με την  αίσθηση ότι αποκτώ την ελευθερία μου. Και για μένα, που είχα χάσει τον πατέρα μου, ο ιερέας αποτελούσε ένα σημαντικό πρόσωπο αναφοράς αρσενικού φύλου. Έχω λοιπόν μάλλον καλές αναμνήσεις από εκείνες τις ώρες του κατηχητικού, έστω και αν η εικόνα, την οποία μας παρουσίαζαν τότε για τη θρησκεία, ήταν φοβερή. Ήταν ακόμα η εποχή ενός καθολικισμού που προκαλούσε ενοχές. Μεγαλώναμε μέσα στον φόβο του διαβόλου και της κόλασης. Όμως, ειλικρινά, όλα αυτά δεν με τραυμάτισαν!

Απότομα, στην εφηβεία, παύετε ν’ αναζητάτε τον πατέρα σας;

Ναι. Αφού τον ζήτησα πολύ στη διάρκεια της παιδικής μου ηλικίας, έπειτα τον κρύβω τελείως. Ζω σαν να μη με αγγίζει πια η απουσία του πατέρα μου. Παύω να τον σκέφτομαι. Νομίζω κιόλας ότι τον ξεχνάω… Η προσευχή της παιδικής μου ηλικίας, αυτό το διφορούμενο «Πάτερ ἡμῶν», που απευθυνόταν περισσότερο στον μπαμπά παρά στον Χριστό, μου γίνεται κάτι το αδύνατο. Πολύ αργότερα θα μου ξαναέρθει μια μορφή προσευχής.

Τί θέλετε να πείτε;

Πιστεύω ότι καθένας ορίζει την προσευχή του. Εγώ, μια γυναίκα ενήλικη, δημοσιογράφος, έχω σήμερα στη ζωή μου απόλυτη ανάγκη από στιγμές περισυλλογής. Έχω ανάγκη να βρίσκομαι μόνη, να προσεύχομαι μόνη. Συναντώ πολύ κόσμο. Είμαι πρόθυμη στο να ακούω τους άλλους και γι’ αυτό έχω ανάγκη από μεγάλα διαλείμματα. Είμαι αρκετά μοναχικός τύπος. Έχω ανάγκη από αυτές τις στιγμές εσωστρέφειας ή, ακριβέστερα, στροφής στο ουσιώδες. Η προσευχή είναι ένα είδος έκκλησης προς μια δύναμη εξωτερική, που με ξεπερνάει εντελώς.

Το τελείως αντίθετο από μια αναδίπλωση στον εαυτό μας…

Η εγωκεντρική στροφή στο μικρό μας «εγώ» δεν έχει πολύ ενδιαφέρον. Δεν ζητώ τόσο το να μιλάω για μένα σε μένα, όσο το να ανοιχτώ στο «είναι», στο νόημα της ζωής. Η προσευχή είναι ταυτόχρονα μια στροφή προς το κέντρο και μια απομάκρυνση από το κέντρο με στροφή προς τους άλλους. Για να ανοιχτώ στους άλλους, πρέπει πρώτα να βρω την αρμονία. Να ξέρω ποιες είναι οι αξίες μου και σε τί πιστεύω. Για ν’ ανοίξω την πόρτα στον άλλον, πρέπει πρώτα να κάνω χώρο μέσα μου. Για μένα, αυτό είναι η προσευχή: η διεύρυνση του εσωτερικού μας χώρου…

Ποιο είναι το «πιστεύω» της Mireille Dumas?

Μου βάζετε δύσκολα! Όπως όλοι οι άνθρωποι, αποζητώ την αρμονία. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να κατανοήσω τη μυστηριώδη ανθρώπινη αλληλεγγύη. Αυτό το λεπτό νήμα που μας ενώνει, που μας κάνει όλους και όλες να θέτουμε στον εαυτό μας σχεδόν τα ίδια βασικά ερωτήματα απέναντι στη ζωή. Το μεγάλο μυστικό είναι ότι τελικά όλοι έχουμε να ζήσουμε την ίδια ανθρώπινη ζωή και ότι αυτή είναι τελείως διαφορετική για τον καθένα από μας. Δεν θα μπορούσα να ζήσω ποτέ τη δική σας ζωή και εσείς δεν θα ζήσετε ποτέ τη δική μου. Η ζωή του άλλου είναι ένα μυστήριο, το οποίο ζητώ ακατάπαυστα να κατανοήσω. Σίγουρα για να ζήσω εγώ η ίδια καλύτερα. Δεν το παίρνω απόφαση ότι δεν έχω παρά μόνο μια ζωή. Έχω σκανδαλιστεί τελείως με αυτόν τον σκληρό νόμο που μας προσφέρει μια μόνο δυνατότητα ζωής. Καθώς δεν μπορώ να έχω άλλες ζωές, μεταφέρομαι προς την ανθρώπινη εμπειρία των άλλων, η οποία, όπως και η δική μου, είναι φτιαγμένη από χαρά και πόνο! Έτσι, έρχομαι αντιμέτωπη με όλες αυτές τις ζωές που με ενδιαφέρουν.

Το μυστήριο του άλλου σάς γοητεύει…

Η ανθρώπινη υπόσταση είναι τέτοια, ώστε ν’ αποτελούμε μυστήριο ο ένας για τον άλλον και να περνάμε τη ζωή μας προσπαθώντας να εξιχνιάσουμε αυτό το μυστήριο. Η θεμελιώδης και ανεξήγητη διαφορετικότητά μας θεμελιώνει την αδελφοσύνη μας, την αναζήτηση του άλλου και, σίγουρα, την επιθυμία μας να αγαπάμε. Αυτό που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση  είναι ότι αποτελούμε για τον εαυτό μας και για τους άλλους ένα αναπάντητο ερώτημα…

Ένα ερώτημα που μας βοηθάει να ζούμε;

Αν έπαυε να υπάρχει, δεν θα προχωρούσαμε πλέον. Πιστεύω πως αυτό το ερώτημα είναι η βασική κινητήριος δύναμη της ζωής μας.

 Πίσω από το μυστήριο του ανθρώπου υπάρχει, κατά τη γνώμη σας, το μυστήριο του Θεού;

Για μένα, το θέμα του Θεού τίθεται κάθε μέρα. Προφανώς…

Πιστεύετε σ’ Αυτόν;

Μοιάζω με τη μητέρα μου: θα ήθελα τόσο να πιστεύω! Η πίστη πρέπει να είναι μια τέτοια πηγή χαράς, δύναμης, παρηγοριάς! Η πρώτη μου αυθόρμητη αντίδραση, όταν με ρωτάνε αν πιστεύω στον Θεό, είναι ν’ απαντήσω μάλλον «όχι». Αλλά μετριάζω αμέσως την απάντησή μου, γιατί το μυστήριο, που διαπιστώνω μέσα στον άνθρωπο, με ωθεί εκ φύσεως να έρθω αντιμέτωπη με μια υπερβατικότητα. Αν υπάρχει ο Θεός, κατοικεί μέσα στον άνθρωπο. Τον αναζητώ λοιπόν μέσα στον άνθρωπο.

Και κάποτε Τον βρίσκετε;

Στην καρδιά του κακού, στην καρδιά ενός κόσμου σκληρού και τυφλού, διαπιστώνω ότι, παρόλ’ αυτά, παραμένει μέσα στον άνθρωπο η θέληση να κάνει και να επιθυμεί το καλό. Στα μάτια μου, αυτή η επιθυμία δεν μπορεί παρά να οφείλεται σε μια υπερβατική αρχή. Στις εκπομπές μου, πήρα συνέντευξη από ανθρώπους κάποιες φορές πολύ περιθωριακούς, στους οποίους διαπίστωνα πάντοτε αυτόν τον πόθο να υπερβούν τον εαυτό τους, όποιες κι αν ήταν οι ταλαιπωρημένες τους διαδρομές. Πιστεύω ότι είναι η ίδια επιθυμία αυτή που δρα μέσα στην πόρνη, στον φυλακισμένο και στη νεαρή Μοναχή της μοναστικής αδελφότητας της Ιερουσαλήμ. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει κάποια ιεραρχία ανάμεσα στις ανθρώπινες υπάρξεις. Καθένας τα βγάζει πέρα με τις καταστάσεις στις οποίες τον βυθίζει η ζωή και με αυτόν τον έμφυτο πόθο να ζήσει, ο οποίος ίσως μας έρχεται από τον Θεό. Η πόρνη του Ευαγγελίου με συγκινεί, γιατί μου περνάει το μήνυμα ενός Χριστού προσιτού και όχι υπερανθρώπου, όπως μας Τον παρουσιάζει συχνότατα μια ορισμένη καθολική ηθική. Η Εκκλησία εξετάζει το ενδεχόμενο αγιοποίησης του Jacques Fesch, δολοφόνου, ο οποίος είχε φτάσει σε μεγάλη μετάνοια μέσα στη φυλακή και αποκεφαλίσθηκε το 1957. Το ότι η Εκκλησία αντιμετωπίζει ένα τέτοιο ενδεχόμενο με έκανε να την βλέπω με άλλο μάτι. Κατάλαβα λίγο καλύτερα ποιο είναι το αληθινό μήνυμα του Ευαγγελίου, χωρίς ωστόσο να πιστεύω.

Αναφερθήκατε στην μοναστική αδελφότητα της Ιερουσαλήμ, στην οποία αφιερώσατε μια πολύ ωραία εκπομπή. Είναι καινούργιο, για σας, αυτό το ενδιαφέρον για τα θρησκευτικά θέματα;

Αν προσέξετε καλά πιο παλιές εκπομπές, θα διαπιστώσετε ότι αυτή η φροντίδα δεν είναι πρόσφατη. Ενδιαφέρομαι για την προσωπογραφία μιας πρώην πόρνης, που μπήκε κατόπιν  σε μοναστήρι. Το ενδιαφέρον μου για τα θρησκευτικά πράγματα δεν είναι καινούργιο. Ας πούμε ότι, σήμερα, ίσως είναι πιο ξεκάθαρο μέσα μου.

Εξηγήστε τό μου.

Μου φαίνεται ότι κατανοώ όλο και καλύτερα κάποιες πλευρές της χριστιανικής πίστεως. Άρχισα ξανά να διαβάζω τη Βίβλο. «Τσιμπολογάω» χωρία στην τύχη. Αισθάνομαι την ανάγκη της ανακάλυψης. Μάλλον είμαι λίγο… μυστικοπαθής!

Αυτή η εκπομπή, την οποία κάνατε κοντά στους Μοναχούς και τις Μοναχές, φαίνεται ότι σας συγκίνησε βαθιά. Ζήσατε εκεί κάτι παραπάνω από μια απλή επαγγελματική εμπειρία;

Ήμουν μέσα σ’ ένα μοναστήρι, κεκλεισμένων των θυρών, γεγονός που μου θύμιζε το κλείσιμο της παιδικής μου ηλικίας. Οι κλειστοί χώροι, όπως είναι οι μονές ή οι φυλακές, μου δημιουργούν δυνατά συναισθήματα. Μερικοί πνίγονται αμέσως σ’ αυτό το μοναστικό κλείσιμο. Εγώ αισθάνομαι αρμονικά εκεί μέσα. Δεν αγχώνομαι καθόλου. Η σιωπή με τρέφει. Με κάνει να συγκεντρώνομαι στο ουσιώδες. Μου αρέσει η λιτότητα των μοναστηριών. Στο εκκλησάκι των αδελφών της Ιερουσαλήμ δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο ο Χριστός υπάρχει. Και αυτή η αυστηρότητα μού «μιλάει»… Εξάλλου, όταν κάποιος κάνει ένα τηλεοπτικό επάγγελμα, δεν μπορεί παρά να γοητεύεται από αυτούς τους ανθρώπους, στους οποίους δεν υπάρχει πια επιθυμία να φαίνονται. Έχουν επιλέξει μια ζωή, που αμέσως τους τοποθετεί πέρα από τα φαινόμενα. Ομολογούν την ουσία, εις το όνομα ενός Άλλου.

Η διαδρομή τους σας κινεί την περιέργεια;

Δεν παραξενεύομαι απ’ την επιλογή που έχουν κάνει στη ζωή τους. Αντίθετα την κατανοώ πλήρως. Αυτοί οι Μοναχοί και οι Μοναχές με συγκινούν, γιατί, όπως κι εμείς, ζουν χωρίς να έχουν έτοιμη απάντηση, περνώντας μέσα από την αμφιβολία και τη δυσκολία της πίστεως. Ιδού άνθρωποι οι οποίοι απέκτησαν μια πραγματική εμπειρία μετάνοιας. Αυτό φαίνεται μέσα στο φως του βλέμματός τους…

Ο τρόπος της ζωής τους σας ελκύει;

Δεν νοιώθω βέβαια αυτήν την κλήση, αλλά αυτή η λιτότητα και η αναζήτηση της ουσίας με ελκύουν. Εμένα που, αντίθετα, είμαι βυθισμένη σε μια πολυτάραχη ζωή. Έχω την εντύπωση ότι, παρά τις μεγάλες διαφορές που μας χωρίζουν, είμαστε της ίδιας οικογένειας: αμετανόητοι εραστές της ερώτησης. Τo ότι μπαίνει κανείς στο μοναστήρι δεν σημαίνει ασφαλώς ότι βρίσκει μια απάντηση στην ερώτηση, αλλά αποκτά τα μέσα για να αναρωτιέται ακατάπαυστα, σε όλη του τη ζωή. Νομίζω ότι βγήκα από αυτό το γύρισμα πολύ αποφασισμένη να μην αποκρύψω το ουσιώδες ερώτημα: το νόημα που δίνουμε στη ζωή μας. Διατηρώ φιλικές σχέσεις με αυτήν την αδελφότητα, στην οποία και υπολογίζω να ξαναπάω, για να μείνω λίγο χρόνο. Αυτή τη φορά, αφήνοντας τη δημοσιογράφο έξω απ’ την πόρτα!

Έχουμε και αυτή την εκπομπή που διαλέξατε να κάνετε στη Λούρδη!

Ήθελα να καταλάβω γιατί τόσοι άνθρωποι, σωματικά, αλλά και ψυχικά άρρωστοι, ένοιωθαν την ανάγκη να πάνε σ᾽ ένα τέτοιο μέρος. Φθάνοντας εκεί, πέρασα μια πραγματική κρίση αγωνίας: τόσα βάσανα, μαζεμένα στον ίδιο χώρο, με έπιασαν κυριολεκτικά απ’ το λαιμό. Και μετά, ξεκίνησε μια υπαίθρια Θεία Λειτουργία. Και, ξαφνικά, κατέφθασαν νέοι Ιρλανδοί με ειδικές ανάγκες. Οι πιο υγιείς ανέβηκαν στο βάθρο και άρχισαν να τραγουδούν και να χορεύουν, παρασύροντας το πλήθος στο ρυθμό της απίστευτης ελπίδας τους. Μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Δεν είχα ξαναζήσει ποτέ πριν κάτι παρόμοιο.

Δεν σας εκπλήσσει το ότι η τηλεόραση ενδιαφέρεται για τη θρησκευτική διάσταση και μάλιστα το ότι έχει και υψηλή θεαματικότητα;

Ατομικά και ομαδικά, όλοι έχουμε ανάγκη να συνδεθούμε με ένα νόημα, θρησκευτικό ή μη. Μέσα σ’ έναν κόσμο, όπου η ζωή μας γίνεται όλο και πιο σχιζοφρενική, κομματιάζεται και σπαράσσεται παντοειδώς, υπάρχει ανάγκη να βρούμε μια κατεύθυνση. Δεν αξίζει να ζει κανείς, παρά μόνο αν οδηγείται από κάτι ή Κάποιον. Μου αρέσει το ρήμα «admirer» (=θαυμάζω), το οποίο, στα λατινικά, σημαίνει «κοιτάζω προς». Έχουμε φοβερή ανάγκη από έναν ορίζοντα…

Ας φανταστούμε ότι, μια μέρα, έχετε απέναντι από το μικρόφωνο και την κάμερά σας τον Θεό ως πρόσωπο. Ποια ερώτηση θα Του κάνατε;

Κατ’ αρχάς θα Τον ρωτούσα γιατί άργησε τόσο ν᾽ απαντήσει στην επείγουσα πρόσκλησή μου! Ας σοβαρευτούμε. Νομίζω πως θα είχα μόνο μια ερώτηση να Του κάνω: γιατί τόσος πόνος;



* Mireille Dumas, “J’ai besoin de prier”, PANORAMA, Novembre 1998