Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Μορφές του πατρικού ρόλου σήμερα

Xavier Lacroix[1]

 Η πατρότητα σήμερα χαρακτηρίζεται από το ακόλουθο πα­ράδοξο: η νεότερη γενιά των παιδιών έχει κοντά της, τις περισσό­τερες φορές, τον πατέρα, ο οποίος αναλαμβάνει σήμερα μεγαλύτε­ρη φροντίδα και ευρύτερη παρουσία στην ανατροφή των παιδιών του. Παράλληλα, στην ίδια αυτή γενιά, η μορφή του πατέρα έχει γίνει αβέβαιη.

Η έννοια της πατρότητας, με την ιδιαιτερότητα της αλλά και σε σχέση με τους άλλους δεσμούς, σπάνια υπήρξε τόσο συγκε­χυμένη. Αλλά, το παράδοξο ίσως να μην είναι παρά φαινομενικό. Ο ρόλος του πατέρα, από τη στιγμή που αυτός αρχίζει να ασχολεί­ται περισσότερο με την καθημερινή ζωή, τα καθήκοντα της κ.λ.π. τείνει να μοιάζει μ᾿ εκείνον της μητέρας. Αν δεχθούμε ότι η κλασ­σική μορφή του πατέρα είναι πιο αποστασιοποιημένη από εκείνη της μητέρας, έχουμε τώρα μείωση της διαφοράς ανάμεσα στην πατρότητα και τη μητρότητα, μέσα στο πλαίσιο των γενικότερων αμφιβολιών σχετικά με το ρόλο του άνδρα και της γυναίκας. Άλλοι παράγοντες επίσης παρεμβαίνουν σ᾿ αυτήν την αβεβαιότητα, γιατί ο πατρικός δεσμός είναι αναπόσπαστος από άλλους δεσμούς: το συζυγικό, τον κοινωνικό, το θρησκευτικό. Όμως, είναι ολοφάνερο, ότι αυτοί οι τελευταίοι, έχουν καταλήξει προσωρινοί. Η έννοια της πατρότητας, έχει λοιπόν γίνει λιγότερο σαφής μέσα στην κινούμε­νη άμμο του φιλελεύθερου πολιτισμού.

Οι αλλαγές στην κοινωνία δεν πρέπει να μας παρασύρουν σε τέτοιο σημείο ώστε να ξεχνάμε ότι η πατρότητα είναι, εξ ορι­σμού, κάτι που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Επειδή έχει εύρος, συνεπάγεται μια συνέχεια που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Δεν μπορούμε να επινοούμε την πατρότητα σε κάθε γενιά. Η πατρική μορφή, παρά τις συζητήσεις που γίνονται γι᾿ αυτήν, εγκαθίσταται στη μνήμη, δημιουργεί την επιθυμία, προβάλλει προσωπικές ιστο­ρίες. Μια προσεκτική ματιά στην «εξωτερική παρουσία» της, επι­τρέπει να διακρίνουμε κάποια χαρακτηριστικά, τα οποία, χωρίς να είναι διαχρονικά, δείχνουν κάτι το αμετάβλητο. Η πατρότητα εκ­δηλώνεται μέσα από τον τρόπο που ένας πατέρας σηκώνει το παιδί του στον ώμο του, από τον τρόπο που κρατά το χεράκι του μέσα στο δικό του, από τη χροιά της φωνής του. Ζήτησα από σαράντα, περίπου, ανθρώπους, τριών διαφορετικών γενεών, να μου πουν ποια εικόνα του πατέρα τους ερχόταν αυθόρμητα στο νου τους, ποια ανάμνηση «κατά την άσκηση των καθηκόντων του», με άλλα λόγια ως πατέρα, κατά την άσκηση αυτής καθαυτής της πατρότη­τας. Και τούτο, στο μέτρο του δυνατού, πριν από κάθε ανάλυση και κρίση. Προκύπτει λοιπόν λιγότερο μια περιγραφή ηθών, και περισσότερο μια σημασία, μια εικόνα, ένα στυλ: Αναζήτησα τη σημασία αυτού που εννοούμε με τη λέξη «πατέρα».

Μια μορφή σκιαγραφείται λοιπόν μέσω τριών άλλων μορ­φών: του κηδεμόνα, του μεταβιβαστή, του μάρτυρα[2] .

 

Αρωγός της ανάπτυξης

 Κατ᾿ αρχήν, ο πατέρας είναι ένα ανάστημα. Η όρθια στάση του είναι ένα από τα στοιχειώδη σημάδια. Να έχει σπονδυλική στήλη, να στέκεται όρθιος, όπως τα γλυπτά του Giacometti, κάτω από τον ουρανό και εμπρός σε ό,τι παρουσιάζεται, ιδού ένα χαρα­κτηριστικό γνώρισμα της μορφής του πατέρα. Αναμφίβολα, δεν είναι τυχαίο που η τελετουργική χειρονομία με την οποία ο ρωμαί­ος οικοδεσπότης (paterfamilias) αναγνώριζε και υιοθετούσε το παιδί του. Συνίστατο στο να το πιάνει από το έδαφος και να το α­νυψώνει με τα χέρια του πάνω από τον ίδιο, πράγμα που και σήμε­ρα οι πατέρες αρέσκονται να κάνουν παίζοντας με τα παιδιά τους. Ανυψώνει (πριν ακόμη «διαμορφώσει») σημαίνει αποσπά από το έδαφος και τον κάνει να προσεγγίσει το δικό του ύψος. Σημαίνει διευρύνει τον ορίζοντα: από ψηλότερα βλέπει κανείς μακρύτερα.

Φαίνεται πράγματι ότι η λέξη «πατέρας», στην πλήρη έν­νοια της, συνεπάγεται μια διάσταση ύψους, μεγαλείου, ή τουλάχι­στον εισαγωγής σε κάτι μεγάλο. Φαίνεται επίσης ότι βρίσκεται σε συνάφεια με τους όρους διάσταση, έκταση, εξωτερικότητα. Στις πηγές του πολιτισμού μας, η μορφή του Αβραάμ, προτύπου της πατρότητας, είναι συνδεδεμένη με την εικόνα του ουράνιου θόλου. «Τον οδήγησε έξω και του λέγει: «Σήκωσε τα μάτια προς τον ου­ρανό και μέτρησε τα αστέρια, αν μπορείς να τα μετρήσεις. Τόσοι θα είναι οι απόγονοι σου» (Γεν. 15, 5-6).

Αν ο δυτικός πολιτισμός διατηρεί την ανάμνηση ενός stabat mater (η εικόνα της Παναγίας που στέκει θρηνούσα δίπλα στο σταυρό του Χριστού), υπάρχει επίσης θέση και για ένα stabat pater (εικόνα της πατρικής συμπαράστασης). Δίπλα στην εικόνα της μη­τρικής συμπαράστασης, σε μια κατάσταση άκρας δυστυχίας, υπάρ­χει χώρος για την εικόνα της πατρικής συμπαράστασης στις συνη­θισμένες κοινές καταστάσεις. Κατά μία υποβλητική διατύπωση του Guy Corneau, «να μην έχεις πατέρα, είναι σαν να μην έχεις σπονδυλική στήλη». Η εικόνα αυτή συνδέεται με εκείνη του κηδεμόνα, ο οποίος προάγει το ορθό και το δίκαιο. Ωθεί προς μια κατεύθυνση ανοδική, στον προσανατολισμό προς τα επάνω. Ο πατέρας είναι «πιο μεγάλος» και καλεί τα παιδιά του να γίνουν πιο μεγάλα. Η κίνηση προς τα πάνω σημαίνει σταμάτημα της οριζόντιας ανάπαυ­σης, απομάκρυνση από το βόλεμα της ζεστής φωλιάς.

Αλλά για το σκοπό αυτό, ο άξονας και η κατεύθυνση δεν αρκούν. Ο προσανατολισμός, για τον οποίο μιλάμε, δε θα πραγμα­τοποιηθεί, αν το ανάστημα δεν είναι ταυτόχρονα και μια δύναμη, μια ενέργεια, αν δεν είναι συνδυασμένο με κάποια σταθερότητα. Έτσι, το παιδί έχει την αίσθηση μιας εσωτερικής δύναμης. Μιας δύναμης, όχι μόνο φυσικής, αλλά ηθικής, υποκειμενικής ή καλύτε­ρα προσωπικής. Θα ήταν ενδιαφέρον να διερωτηθούμε γιατί τα παιδιά θέλουν τόσο πολύ να τα σηκώνει στους ώμους ο πατέρας τους. Μήπως γιατί, μ᾿ αυτό τον τρόπο, δοκιμάζουν την δύναμη του και ταυτόχρονα το ανάστημα του;

Η αυθεντική δύναμη, ως «αρετή, ανδρεία», με την πρω­ταρχική έννοια του όρου, που είναι συγγενική με τον όρο «ανδρι­σμός» («vir - virtus[3]), είναι ένα από τα πρώτα πράγματα που ένα παιδί ζητάει από τον πατέρα του. Υπολογίζει επίσης, προφανώς, στη δύναμη της μητέρας του, όμως αυτή θα δοκιμαστεί με όρους διαφορετικούς. Ας συγκρατήσουμε ως σημαντικό χαρακτηριστικό, τον τρόπο με τον οποίο το παιδί, ιδιαίτερα το αγόρι, ευχαριστιέ­ται να δοκιμάζει τη φυσική δύναμη του πατέρα του. Υπάρχει μια ηλικία κατά την οποία τα παιδιά αρέσκονται να «παλεύουν» με τον πατέρα τους, να δίνουν μάχες μαζί του υπό μορφή αστεϊσμού. Δεί­χνουν ιδιαίτερη προτίμηση για τον αγώνα «σιδερένια μπράτσα» κατά τον οποίο δύο μυϊκές δυνάμεις συγκρούονται μεταξύ τους ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτονται αμοιβαία. Αλλ᾿ αυτές οι μά­χες, αστείες ή σοβαρές, δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Αν έχουν θέση σημαντική μέσα στην προσωπική ζωή του παιδιού, είναι γιατί απο­τελούν σημεία, υποκατάστατα, άλλων αγώνων, μύηση για άλλες μάχες[4].

Εδώ εμφανίζεται ένα νέο χαρακτηριστικό της πατρικής μορφής, αυτό του μυητή στους αγώνες της ζωής. Για το ρόλο αυτό, στις παραδοσιακές κοινωνίες διοργανώνονται ακόμα οι αποκαλού­μενες τελετές μύησης. Πραγματοποιούνται από την κοινότητα των πατέρων και οδηγούν το παιδί στο πέρασμα από διάφορες δοκιμα­σίες, όχι χωρίς πόνο. Για να εισέλθει στον κόσμο των ενηλίκων, αυτό που μέχρι τότε ήταν παιδί, οφείλει να περάσει νικηφόρα μέσα από το σωματικό πόνο, το φόβο, την αγωνία. Παρόμοιες τελετές δεν γίνονται σήμερα στις σύγχρονες κοινωνίες και έχουν αντικατασταθεί από ύποπτα υποκατάστατα[5]. Ωστόσο, μέσα σ᾿ ένα πλαίσιο πιο περιορισμένο και λιγότερο κοινωνικοποιημένο, οι πατέρες, α­κόμη σήμερα, αναλαμβάνουν αυθόρμητα αυτό το ρόλο π.χ. με το παιχνίδι.

Ένας από τους ουσιαστικούς ρόλους της πατρότητας είναι ασφαλώς να διδάξει στο παιδί ότι η ζωή είναι ένας αγώνας. Επιση­μαίνεται εδώ ένας συσχετισμός μεταξύ της υποβάθμισης της ειδι­κής σημασίας της πατρότητας και της αμφισβήτησης του νοήματος της ζωής ως αγώνα. Το μοντέλο μιας ζωής ανώδυνης, μέσα σ᾿ ένα κόσμο υπερευαίσθητο και σε μια κοινωνία λεπτεπίλεπτη, συμβαδί­ζει με την άνοδο του μητριαρχικού μοντέλου που εντοπίζουν αρκε­τοί παρατηρητές[6].

Δεν υπάρχει ον που να μην αντιμετωπίζει αντιξοότητες, ρεύματα αντίθετα, δυνάμεις πιο ισχυρές από αυτό. Πατέρας είναι αυτός που «κρατά καλά». Ανθίσταται γερά. Όχι ακριβώς όπως οι μητέρες, οι οποίες, και εκείνες, έχουν μέσα τους μια θαυματουργι­κή πηγή ενέργειας για να μείνουν πιστές στη ζωή εν μέσω πολέ­μων, πόνων και δοκιμασιών, αλλά όπως τον καπετάνιο που «κρατά πλώρη» εν μέσω αντίθετων ανέμων. «Κρατά πλώρη»: κρατά μια κατεύθυνση, δεν είναι έρμαιο των περιστάσεων, παραμένει όρθιος. Όλοι οι πατέρες, ασφαλώς, δεν μπορούν να επιδείξουν θεαματικές κοινωνικές ή επαγγελματικές επιτυχίες, όλοι όμως μπορούν να εί­ναι μάρτυρες στο εξής: «κράτησαν γερά». Είκοσι ή τριάντα χρόνια νωρίτερα, διέσχισαν το χρόνο, τα χρόνια, τις δεκαετίες. Ξεπέρασαν τις απογοητεύσεις, τις αποθαρρύνσεις, τις αποτυχίες, τους πόνους, τις αμφιβολίες του αιώνα τους, τον πειρασμό του μηδενισμού και είναι πάντοτε «όρθιοι». Κάθε πρωί επανέρχονται στο επάγγελμα τους ως άνδρες. «Πατέρας» είναι απλά αυτός που προηγείται στο δρόμο της ζωής. Πέρασε από αγώνες που τα παιδιά του δεν έχουν ακόμη γνωρίσει. Το παιδί βλέπει και γνωρίζει ότι αυτός ο άνθρω­πος με τον οποίο μοιράζεται τις πιο ταπεινές πραγματικότητες της καθημερινής ζωής, του οποίου γνωρίζει καλά τις αδυναμίες, είχε την ικανότητα να πραγματοποιήσει αυτό το «πέρασμα». Το γεγονός αυτό αποτελεί για τον υιό και τη θυγατέρα πηγή εμπιστοσύνης και δύναμης σημαντικής.

 

Μεταβιβαστής ζωής

 Ήδη από τη σύλληψη, ο πατέρας εισήγαγε τη διαφορά. Στις εσώτατες πηγές της ζωής, έφερε πληροφορίες. Αυτό που το σώμα του έκανε για την αρχή της ζωής, αργότερα, η παρουσία του και ο λόγος του το επικυρώνουν. Είναι εκείνος που «καθιστά παρόν αυτό που έρχεται από αλλού». Στο πλευρό της μητέρας, είναι ταυτόχρονα κοντά και μακριά είναι εκτός της δυάδας μητέρα-παιδί, δεν είναι όμως μόνο «ο τρίτος που χωρίζει», αλλά και εκεί­νος που εισάγει στην ετερότητα. Ένα κοινό σημείο ανάμεσα στην πλειονότητα των πατέρων είναι ότι βρίσκονται σε θέσεις και στιγ­μές «ενδιάμεσες». Συχνά είναι στα όρια, στα σύνορα, εισάγοντας σε μια νέα πραγματικότητα. Ως προς τις στάσεις και πράξεις, οι πατέρες διηγούνται, διαβάζουν, δείχνουν, ξεναγούν, απαγγέλλουν, διδάσκουν, προβαίνουν σε μυήσεις...Από το ατομικό εσωτερικό στον αχανή έξω κόσμο, από το γνωστό στο άγνωστο, από το κοντι­νό στο μακρινό, οι πατέρες προσφέρουν ένα πέρασμα.

«Παρατηρώντας τον πατέρα μου κάτω από την ηλεκτρική λάμπα, ονειρεύτηκα τους ουρανούς και το φεγγάρι, πιο μακριά από το δρόμο μου[7]», θυμόταν ο Marc Chagall. Όλα γίνονται σαν να υπάρχει μια συγγένεια ανάμεσα στην πατρότητα και στον εξωτερι­κό κόσμο, ή ακριβέστερα μεταξύ πατρότητας και καινοτομίας. Ο πατέρας αποκαλύπτει τον κόσμο, ωθεί στην ανάληψη ρίσκων, στην ανανέωση, στην πορεία προς τα εμπρός, ενώ η μητέρα παρέχει τη σιγουριά. «Ο πατέρας τραβά, ενώ η μητέρα σπρώχνει[8]». Η παρα­τήρηση των παιχνιδιών μεταξύ πάτερων και παιδιών το επιβεβαιώνει: «ο πατέρας ενθαρρύνει περισσότερο και ευνοεί λιγότερο από τη μητέρα. Δημιουργεί περισσότερες προκλήσεις. Παρουσιάζεται ευχαρίστως περισσότερο αποσταθεροποιητικός και λιγότερο διατεθειμένος να λύσει το πρόβλημα για λογαριασμό του παιδιού. Μ᾿ αυτό τον τρόπο, υποχρεώνει το παιδί να εφευρίσκει, να αναζητεί νέες λύσεις, εν συντομία, να προοδεύει[9].

Κατ᾿ επανάληψη παρουσιάζεται η μορφή του μυητή. Οι πα­τέρες είναι μεταβιβαστές εισάγοντας τους υιούς και τις θυγατέρες σε μια τάξη πραγμάτων. Μεταξύ πατρότητας και λόγου υπήρχε ανέκαθεν ένας ιδιαίτερος σύνδεσμος: όντας μυστικός, ο πατρικός δεσμός έγινε γνωστός και πήρε το όνομα του χάρη στο λόγο. Τώρα διαπιστώνεται ότι οι πατέρες έχουν τον τρόπο τους να εισάγουν στην ομιλία. Μελέτες δείχνουν ότι εμφανίζονται «δύσκολοι ,συνομιλητές» υποχρεώνοντας το παιδί να ομιλεί κατά τρόπο που να γίνεται αντιληπτό και από άλλους συνομιλητές, πέραν της μητέρας του. Παίζουν το ρόλο «των γλωσσικών γεφυρών», αποκαλύπτο­ντας περισσότερο τη συμβατική διάσταση της ομιλίας, δηλαδή την καθαρά πολιτιστική της διάσταση[10]. Μεταξύ πατρότητας και εισα­γωγής στον πολιτισμό, φαίνεται ότι υπάρχει ένας στενός δεσμός.

Αλλ᾿ ο πολιτισμός δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Μέσω αυτού, ο πατρικός λόγος ανοίγεται στην ιστορία, ταυτόχρονα ως κληρο­νομιά που παραλάβαμε και ως προσπάθεια να συνεχίσουμε. Ο πα­τρικός λόγος, είναι λόγος μνήμης και καλέσματος. Απ᾿ αυτή την άποψη, θα ήταν εποικοδομητικό να συσχετίσουμε τη σημερινή υ­ποβάθμιση της πατρικής μορφής με την απουσία της διπλής ανα­φοράς στο παρελθόν και στο μέλλον μέσα στο σύγχρονο πολιτισμό. Πολλοί παρατηρητές υπογραμμίζουν ότι ζούμε σε έναν πολιτισμό του παρόντος, αλλά ενός «γυμνού παρόντος[11]», όπου οι άν­θρωποι είναι αποκομμένοι από το παρελθόν και αβέβαιοι για το μέλλον. Ένα παρόν αποσπασματικό όπου συνεργοί «χωρίς μνήμη» προσβλέπουν σ᾿ ένα μέλλον βραχυπρόθεσμο. Σ᾿ αυτό το πλαίσιο, η ισχυροποίηση της πατρικής μορφής δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά με τη σύνδεση των δύο αυτών θεμελιωδών αγαθών που είναι η «ζωντανή μνήμη[12]» από τη μια και η σημασία της «υπόσχεσης» από την άλλη. Για το πέρασμα του χρόνου, η πατρότητα συμβαδί­ζει με την πίστη και τη συνέπεια.

Ο πατέρας δεν εισάγει μόνο στον κόσμο, στον πολιτισμό ή στην ιστορία, αλλά στη ζωή, με την πλήρη έννοια της, την πνευματική. Είναι, κατά την έκφραση του Simone Pacot, «μεταβιβαστής ζωής». Αυτή η μετάδοση, ενίοτε, συγκρίνεται με τη μετάδοση του μάρτυρα ή της φλόγας. Αλλ᾿ ο πατέρας δεν μεταδίδει μόνο ένα α­ντικείμενο, και δεν σταματά στη στιγμή που μεταδίδει. Πραγματο­ποιεί ο ίδιος το πέρασμα με τους υιούς και τις θυγατέρες του. Περ­νάει ο ίδιος στην άλλη όχθη. Η μορφή του Αγίου Χριστόφορου ενώ φέρει στους ώμους ένα παιδί, που αποκαλύπτεται τελικά ότι είναι ο Χριστός, είναι μια από τις εικόνες της πατρότητας που με εκφράζει περισσότερο. Το παιδί γίνεται ολοένα και πιο βαρύ, το ρεύμα ολο­ένα και πιο δυνατό. Αλλά τη στιγμή που πιστεύει ότι θα βυθιστεί, φθάνει στην άλλη όχθη. Μεταβιβαστής ζωής, ο πατέρας είναι επί­σης μεταβιβαστής πίστης και ελπίδας.

 

Μάρτυρας κάτι άλλου, μεγαλύτερου από τον ίδιο.

 Για να είναι μεταβιβαστής και να αναλάβει το ρόλο της μύ­ησης, ο πατέρας πρέπει να είναι ο ίδιος μάρτυρας. Μάρτυρας αγώ­νων της ζωής, λοιπόν, αλλά και ανέκαθεν μάρτυρας κάτι μεγαλύ­τερου από τον ίδιο. Κατά τον Christian Bobin, «ένας πατέρας είναι κάποιος που αντιπροσωπεύει άλλο πράγμα πέραν, του εαυτού του και ο οποίος πιστεύει σ᾿ αυτό που αντιπροσωπεύει[13]»   .

Η ίδια η εικόνα του παραπέμπει σε κάτι ανώτερο από αυ­τόν. Είναι μια προσωπικότητα που εκπέμπει λιγότερο ή περισσότε­ρο μια κάποια μυθική αύρα. Μορφή, φιγούρα, και μ᾿ αυτή την έν­νοια: «φιγουράρει», αντιπροσωπεύει. Έχει μια διάσταση μεταφορι­κή με την ετυμολογική έννοια του όρου: «φέρω παραπέρα[14]».

Δεν πρόκειται μόνο για εισαγωγή σ᾿ ένα κόσμο αιθέριο ή καταπληκτικό που θα μπορούσε να προέλθει από την φαντασία. Αυτό που διακυβεύεται σ᾿ αυτή τη μεσολάβηση, είναι το γεγονός ότι ο πατέρας δέχεται μια πραγματικότητα που τον ξεπερνά και βρίσκει ο ίδιος στήριγμα έξω και πριν από τον εαυτό του. Κατευ­θύνεται από μια πεποίθηση ή καλλίτερα από μια πίστη. Τι θα ήταν ένας πατέρας που δεν θα πίστευε σε τίποτε; Θα μπορούσε να είναι «πατέρας» με την πλήρη έννοια του όρου; Με την πεποίθηση, προ­σκολλάται σε έννοιες, σε αξίες, σε μια σφαιρική ερμηνεία της ζω­ής. Με την πίστη, έχει εμπιστοσύνη, εμπιστεύεται σε ένα λόγο, σε μια υπόσχεση. Όπως «οι πατέρες μας μέσα στην πίστη» κατά την επιστολή προς Εβραίους, ο πατέρας προχωρεί «σαν να έβλεπε το αόρατο» (11, 27).

Ξαναβρίσκουμε εδώ διαισθητικά ένα παγκόσμιο ανθρω­πολογικό δεδομένο: «Η εθνολογική έρευνα στις παραδοσιακές κοι­νωνίες, υπενθυμίζει ότι ο πατρικός ρόλος, όπως κάθε συγγενικός ρόλος, υποστηρίζεται από τις πεποιθήσεις που του παρέχουν μιαν ετερότητα. Ο πατρικός ρόλος δεν προσφέρει μόνο συγκεκριμένες και απτές μορφές ταυτότητας μέσα στην πραγματικότητα, αλλά παραπέμπει επίσης στα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας, εκεί όπου διακρίνονται οι ιδρυτικές μορφές του Άλλου. Δεν υφίσταται πατρι­κός ρόλος χωρίς σύνδεση με ένα «παραπέρα[15]».

Ο πατέρας είναι μεσολαβητής της ετερότητας: τουλάχιστον του νόμου και βαθύτερα της ίδιας της ύπαρξης. Η μητέρα κάθε μέ­ρα, μυεί το παιδί στους κανόνες της ζωής. Φαίνεται ωστόσο ότι θα ήταν σε καλύτερη θέση να το κάνει αν μπορούσε να στηριχθεί πά­νω σε έναν άλλο λόγο, μιαν άλλη παρουσία, αυτήν του πατέρα. Έχοντας, ανέκαθεν, θέση τρίτου, ο λόγος του θα έχει άλλο ύφος. Φαίνεται ότι ο πατέρας είναι περισσότερο «πατέρας», ότι η μορφή της πατρότητας παίρνει περισσότερη υπόσταση, όταν ο κανόνας διατυπώνεται από εκείνον όχι μόνο ως μετάφραση των αναγκών της πρακτικής ζωής, αλλά ως έκφραση ενός «νόμου». Ο νόμος δεν είναι μόνο μια σύμβαση. Παραπέμπει σε μια προγενέστερη αναφο­ρά, σε μια αρχή, μιαν ετερότητα. Και γι᾿ αυτό έχει κύρος. Είναι ένας λόγος δομικός, που θέτει όρια και εγκαθιστά διαφορές. Είναι «νόμος» στην πλήρη έννοια του όρου, εγκλείοντας μια διάσταση ηθική, αν αυτές οι διαφορές παραπέμπουν, από μόνες τους, σε μιαν ιδρυτική τάξη, σε θεμελιώδεις αρχές. «Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να συναντήσει ένα μάρτυρα του αγώνα που γίνεται μέσα του, ανάμεσα στο ψεύδος και την αλήθεια, ανάμεσα στην παρόρμηση και την επιθυμία, ανάμεσα στο θάνατο και στη ζωή. Αν δεν εισέλθει στη ζωή με το φως αυτής της διάκρισης την οποία, συνήθως, ο πατέρας μαρτυρεί θεσπίζοντας το νόμο, ο μικρός άνθρωπος δεν θα μπορέσει ποτέ να ελευθερωθεί από τις φαντασιώσεις του[16]».

Όλες οι λέξεις αυτού του πολύ μεστού λόγου του Denis Vasse θα έπρεπε να μελετηθούν προσεκτικά μία προς μία. Εμπρός στην απειλή του χάους ή της επιδρομής του φανταστικού, το παιδί έχει ανάγκη από γονείς που να είναι και οι δύο συγκροτημένοι μέ­σω του νόμου, ως λόγου που συγκροτεί, αλλ᾿ ο ένας από τους δύο, συμβαίνει να είναι όλως ιδιαιτέρως σε θέση να γίνει μάρτυρας αυ­τού καθαυτού του νόμου.

Ο πατέρας, όπως δεν ισχυρίζεται ότι είναι η πηγή του νό­μου που εκφράζει, κατά βάθος, δεν ισχυρίζεται ούτε ότι είναι η πη­γή της ζωής που μεταδίδει. Ούτε ο πατέρας, ούτε η μητέρα είναι η πηγή του παιδιού τους. Τούτο έχουν ήδη διδαχτεί από το γεγονός ότι είναι δύο, και κατά κάποιο τρόπο παραλαμβάνουν το παιδί τους ο ένας από τον άλλο. Αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι από τον άλλο που το παραλαμβάνουν και αυτό το γνωρίζουν καλά. Από πού λοιπόν τους προκύπτει; Από μια ασύλληπτη αρχή, δεδομένου ότι, δεν μπορούν να ισχυριστούν, τίμια, ότι η σεξουαλική πράξη, ούτε και η σύλληψη, μπορούν να θεωρηθούν ως «επαρκής αιτία» του παιδιού. Η ζωή, που στα σκοτεινά χάραξε ένα δρόμο μέσα στην κοιλιά της μητέρας, η οποία και σήμερα ακόμη, εμψυχώνει αυτό το παιδί, τους ξεπερνά κατά πολύ... Ξεπερνά επίσης τόσο τις δυνατότητες του πνεύματος τους, όσο και τις ικανότητες τους για δράση. Ο Denis Vasse σημειώνει ακόμη πόσο σοβαρές είναι οι επιπτώσεις όταν ο πατέρας ή η μητέρα αντιλαμβάνεται ή θεωρεί τον εαυτό της ως την πηγή του παιδιού της[17]. Αυτό το τελευταίο δεν μπορεί πια να ζήσει ως υποκείμενο.

Το παιδί μεγαλώνει και έχει τη δική του ζωή που δεν είναι ούτε εκείνη του πατέρα ούτε εκείνη της μητέρας. Αναγνωρίζοντας τούτο, αναγνωρίζουμε μια διπλή ετερότητα: την προσωπικότητα του παιδιού και την πηγή της ύπαρξης του. Στο παιδί, ως «τρίτο» δίπλα στο ανδρόγυνο, αντιστοιχεί η αναγνώριση της πηγής της ύπαρξης του σε κάποιο Τρίτο, σε Άλλο, στο μυστήριο. Αν οι γονείς, χάρη στην πίστη, παραδέχονται την Γραφή, θα αναγνωρίσουν την πηγή αυτή ως Πρόσωπο, ως Δημιουργό.

Μ᾿ αυτό το Πρόσωπο, ο άνδρας και η γυναίκα, αναλαμβά­νοντας την ευθύνη των γονέων, συνειδητά ή μη, συνήψαν μια «συμφωνία». Αναγνωρίζοντας τους εαυτούς τους ως «γεννήτορες», ενώπιον και μεταξύ του Δημιουργού και του παιδιού, έχουν πλήρη συνείδηση ότι η θέση αυτή είναι μοναδική και ότι έχουν επιφορτι­στεί μια τεράστια ευθύνη. Σε κάθε πράξη ή ενέργεια που θα προ­βούν για να προστατέψουν και να βοηθήσουν στην ανάπτυξη αυ­τής της ζωής, θα τοποθετηθούν πρακτικά ως σύμμαχοι του Δη­μιουργού τον οποίο αναγνωρίζουν ως αιτία της ανάπτυξης του παι­διού τους. Υπάρχει «συμφωνία», «συνθήκη», στο μέτρο που υπάρ­χει απάντηση σε ένα προηγούμενο δώρο και δέσμευση να ανταπο­δώσει, με τη σειρά του, το δώρο. Το προηγούμενο δώρο είναι δι­πλό: αυτό της ζωής που έχουν οι ίδιοι λάβει και αυτό της ζωής του παιδιού τους. Η δεύτερη παίρνει τη σκυτάλη από την πρώτη. Στο πλαίσιο της πίστης και της Γραφής όπου η πηγή της ζωής αναγνω­ρίζεται ως «Πατέρας», αυτή η συνθήκη παίρνει την πιο εξειδικευ­μένη μορφή «συνθήκης μεταξύ πατέρων».

 

«Και ιδού, είμαι ο πατέρας του μαζί Σου», αναφωνεί ο Paul Claude στο Magnificat (Μεγαλύνει) που τον εμπνέει η γέννηση του πρώτου παιδιού του.

Έβαλες μέσα μου τη δύναμη Σου, που είναι η ταπεινοφροσύνη Σου, με την οποία εκμηδενίζεσαι μπροστά στα έργα Σου, Την ημέρα αυτή των γενεών του, κατά την οποία ο άνθρωπος θυμάται ότι είναι χώμα, ιδού έγινα μαζί Σου, μια αρχή και ένα ξεκίνημα[18]».

 

Αυτή η εγγύτητα με την πηγή της ζωής, το γεγονός ότι έχει στενό δεσμό μαζί της, είναι αυτό που δίνει στην πατρότητα τον μυστηριώδη και μάλιστα συνταρακτικό χαρακτήρα -καθώς επίσης και στην μητρότητα, αλλά από διαφορετικούς δρόμους. Εγγύτητα φανερή, ορατή, σαρκική, στη μητέρα. Εγγύτητα πιο μυστική στον πατέρα. Η θέση αυτής της τελευταίας βρίσκεται, κατ᾿ αρχήν, στην καρδιά, στη μνήμη, στην πίστη. Οι γιοί και οι θυγατέρες μπορούν να μαντέψουν -με ανεπαίσθητες ενδείξεις ή με ορατά σημεία- πώς ο πατέρας τους ζει την πατρότητα του, κατ᾿ αρχήν, ως πατρό­τητα όντας ο ίδιος γιος[19], πως τοποθετεί τη σχέση τους μ᾿ εκείνον, μέσα σ᾿ αυτό που ο Peguy θα ονόμαζε «άξονα ορθότητας». Η μορ­φή του πατέρα ζητά βέβαια εξωτερικά στηρίγματα (νόμους, θε­σμούς, σύμβολα, εικόνες), αλλά πάνω απ᾿ όλα έχει ανάγκη από μια «ψυχή», μια ευθεία πορεία, μια έμπνευση κεντρική, που δίνει στην «όρθια στάση του» όλο της το νόημα, ενός δηλ. δεσμού ορατού και αόρατου με Εκείνον «από τον οποίο κάθε πατρότητα, ουράνια και επίγεια, φέρει το όνομα Του» (Εφ.3,14).

Τέλος, δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε την έννοια της πα­τρότητας με τρόπο καθαρά περιγραφικό. Η πατρότητα είναι ουσια­στικά ηθική, πνευματική, αν και παραμένει, από τη φύση της, εν­σαρκωμένη. Πραγματοποιεί, μ᾿ ένα απόλυτα δικό της τρόπο, την ένωση του λόγου και της σάρκας. Η πατρότητα προϋποθέτει αρε­τές όπως την ελπίδα, την ταπεινοφροσύνη, την επιμονή. Δεν μπο­ρεί να ζήσει χωρίς συγχώρεση και χωρίς πίστη. Όπως κάθε αυθε­ντική πνευματική περιπέτεια, η πατρότητα έχει μια πασχαλινή διά­σταση. Υπάρχει ένα μυστήριο θανάτου και ανάστασης στην καρδιά της πατρότητας. Ας μη ξεχνάμε ότι, στη βιβλική γλώσσα, το πέρα­σμα λέγεται Πάσχα. Η μετάδοση αυτού που δεν κατέχεις, της ζωής, που είναι πιο μεγάλη από σένα και η οποία σε εμψυχώνει, δεν γίνεται χωρίς άπειρους θανάτους ως προς αυτό που νομίζεις ότι κατέ­χεις: την ίδια τη ζωή. Κάθε πατέρας θα μπορούσε να πει μπροστά στο παιδί του τα λόγια του Προδρόμου: «Αυτός πρέπει να μεγαλώνει και εγώ να μικραίνω» (Ιω. 3,30).



[1] Καθηγητής στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λυών - πρόσφατα έχει δημοσιεύσει: Le marriage, L' Atelier, 1999, L avenir, c 'est I 'autre, Cerf, 2000. Passeurs de vie, Bayard, 2004. Άρθρο από το περιοδικό Christus, Αρ. 202, Απρίλιος 2004.

[2] Συγκέντρωσα αυτές τις μαρτυρίες και προτείνω μία ανάλυση τους, πιο λεπτο­μερή, στο βιβλίο μου: Passeurs de vie. Essai sur la paternite .

[3] Στα λατινικά vis, viris: ισχύς, δύναμη. Αρετή ως δύναμη της θέλησης.

[4]Η μικρή θυγατέρα αναμένει από τον πατέρα της να την ενισχύσει ηθικά με άλ­λο τρόπο. Με κάποια μορφή τρυφερότητας και αναγνώρισης κυρίως της θηλυ­κότητας της (κεφ. 2 αναφερθ. Έργου).

[5] Συμπεριφορές επικίνδυνες, καψόνια, βία και παραβάσεις διάφορες.

[6] Βλ. MICHEL SCHNEIDER, Big mother, Odile Jacob, 2002

[7] Αναφέρεται από τον Eloi Leclerc στο Chagall, un vitrail pour la paix, Mame, 2001 p. 12.

[8] Μαρτυρία μιας μητέρας στο Ya-t-il unpere dans la maison? του Jacques Are-nes, Fleurus, 1997, p. 98.

[9] JEAN Le CAMUS, L' invention du paternage, Nouvel Observateur, decembre 2002, p. 26.

[10] Έχουν τη τάση να χρησιμοποιούν ένα λεξιλόγιο περισσότερο τεχνικό από ε­κείνο της μητέρας, κάνουν περισσότερες ερωτήσεις επαναδιατύπωσης, βλ. J. Le Camus, Le pere, educateur du jeune enfant, PMF, 1999.

[11] Τίτλος ενός διαφωτιστικού άρθρου της Francoise Le Corre, στο Etudes, no 3984, Απρίλιος 2003.

[12] Έκφραση του PAUL RICOEUR Temps et recit, Seuil, 1984.

[13] CHRISTIAN BOBIN, Le tres bas, Gallimard, 1992, σελ. 22.

[14] Στα ελληνικά: φέρω - μετά.

[15] CHARLES - HENRY PRADELLES de LATOUR, Peres, qui etes sous d' autres cieux, Nouvel observateur, p. 18. Του ιδίου; Incroyance et paternite, EPEL, 2001.

[16] DENIS VASSE, La vie et les vivants, Seuil, 2001, p. 34.

[17] Βλ. κυρίως, L' ombilic et la voir, Seuil, 1974.

[18] PAUL CLAUDEL, Cinq grandes odes HI, oeuvre poetique, Gallimard, 1957 σελ 257.

[19] PHILIPPE SOVAL, Visages du Pere, Theophilyon, V-2, Juin 2000, σελ. 355.