Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

C.S. Lewis - Περί Πατρότητος

C.S.Lewis

 ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΟΤΗΤΟΣ

Μια εισαγωγή στο βιβλίο του George MacDonald: Phantastes

Όλα όσα ξέρω για τον George MacDonald τα έχω μάθει ή από τα δικά του βιβλία ή από τη βιογραφία (George MacDonald και η σύζυγός του) την οποία ο γιός του Dr. Greville MacDonald δημοσίευσε το 1924. Ούτε έχω μιλήσει (παρά μόνον μια φορά) με κάποιον, που τον είχε γνωρίσει! Επομένως, για τα λίγα πράγματα που πρόκειται να αναφέρω βασίζομαι εξ ολοκλήρου στον Dr. MacDonald.

Έχουμε ακούσει από τον Φρόυντ και άλλους για εκείνες τις διαστροφές στο χαρακτήρα και τον λανθασμένο τρόπο σκέψης που προέρχονται από τις «πρώιμες» συγκρούσεις του άνδρα με τον πατέρα του. Το πιο σημαντικό πράγμα που μπορούμε να γνωρίζουμε για τον George MacDonald είναι, ότι όλη η ζωή του αποδεικνύει το αντίθετο. Η σχεδόν τέλεια σχέση με τον πατέρα του, ήταν η γήινη ρίζα για όλη τη σοφία του. Από τον ίδιο τον πατέρα του πρωτοέμαθε, όπως λέει, ότι η Πατρότητα πρέπει να είναι στον πυρήνα του σύμπαντος. Έτσι ήταν προετοιμασμένος μ’ έναν ασυνήθιστο τρόπο, να διδάξει εκείνη τη θρησκεία, όπου η σχέση του Πατέρα και του Γιού είναι η πιο  σημαντική απ’ όλες τις σχέσεις.

Ο πατέρας του φαίνεται να υπήρξε ένας πολύ αξιόλογος άνθρωπος. Ένας άνθρωπος σκληρός, τρυφερός και εύθυμος ευφυολόγος, (αυτά όλα μαζί) και ταυτόχρονα με το παλιό στυλ της «σκωτσέζικης» Χριστιανοσύνης. Το πόδι του ήταν κομμένο πάνω από το γόνατο, πριν τη εποχή του χλωροφόρμιου· και το υπέστη αρνούμενος τη συνηθισμένη προκαταρκτική δόση ουίσκι και παρά ταύτα «μόνο για μια στιγμή, όταν το μαχαίρι διαπέρασε για πρώτη φορά τη σάρκα, γύρισε το πρόσωπό του αλλού και έβγαλε μια εξασθενημένη μακρόσυρτη πνοή»! Είχε απαγορεύσει στο γιό του ακόμη και ν’ αγγίξει μια σέλλα, μέχρι να μάθει να ιππεύει καλά, χωρίς σέλλα. Του ζήτησε, και είχε την υπόσχεσή του, ν’ απαρνηθεί το ταμπάκο σε ηλικία εικοσιτριών ετών. Από την άλλη πλευρά, ήταν αντίθετος στο να σκοτώνει αγριόκοτες από σκληρότητα, και είχε γενικά μια τρυφερότητα στα ζώα, όχι πολύ συνηθισμένη μεταξύ αγροτών, πάνω από εκατό χρόνια πριν. Και ο γιός του αναφέρει ότι ποτέ, σαν αγόρι ή άνδρας, δεν του ζήτησε κάτι και δεν του το έδωσε. Αναμφίβολα, αυτό μας λέει τόσα πολλά για το χαρακτήρα του γιού, όσο και για του πατέρα: «Αυτός που αναζητάει τον Πατέρα περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο, απ’ όσα ο πατέρας μπορεί να του δώσει, είναι πολύ πιθανόν να πάρει ό,τι ζητήσει, γιατί προφανώς ζητάει σωστά». Το θεολογικό αυτό αξίωμα βασίζεται στις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας του συγγραφέα. Αυτό θα μπορούσε να ονομαστεί «αντιφροϋδικό αξίωμα» στην πράξη.

Η οικογένεια του George MacDonald ήταν Καλβινιστές, αν και ο πατέρας καλά-καλά δεν ήταν. Από πνευματικής πλευράς η ιστορία του ήταν σε μεγάλο μέρος η ιστορία μιας φυγής από τη θεολογία με την οποία είχε γαλουχηθεί. Ιστορίες μιας τέτοιας χειραφέτησης ήταν συνηθισμένες στο δέκατο ένατο αιώνα. Αλλά η ιστορία του George MacDonald ανήκει στο γνωστό αυτό σχήμα μόνο με μια διαφορά. Στις περισσότερες απ’ αυτές τις ιστορίες το χειραφετημένο πρόσωπο, μη θεωρώντας επαρκές το να αποκηρύττει τα δόγματα, καταλήγει να μισεί τα πρόσωπα των προγόνων του, ακόμη και όλη την κουλτούρα και όλο τον τρόπο ζωής, με τον οποίο σχετίζονται. Έτσι γράφονται βιβλία, που οι μεταγενέστερες γενεές, αν δεν «καταπιούν» τη σάτιρα χοντρικά για ιστορία, τουλάχιστον δικαιολογούν τη μονομέρεια του συγγραφέα, την οποία ένας άνθρωπος κάτω από τις δικές του συνθήκες δε θα περίμενε κανείς, ότι θα μπορούσε να αποφύγει. Δε βρίσκω κανένα ίχνος τέτοιας προσωπικής μνησικακίας στον MacDonald. Δεν είμαστε εμείς που πρέπει να βρούμε επιλήψιμες θέσεις στην άποψή του. Αντίθετα, είναι εκείνος, που ακριβώς στο μέσον της διανοητικής του επανάστασης, μας σπρώχνει, άσχετα από το αν θα το κάνουμε ή όχι, να δούμε στοιχεία πραγματικής και ίσως αναντικατάστατης αξίας, στα πράγματα ενάντια στα οποία επαναστατεί.

Σε όλη του τη ζωή εξακολουθούσε ν’ αγαπά το «βράχο» από τον οποίο είχε πελεκηθεί. Το καλύτερο στις νουβέλες του μας φέρνει πίσω σ’ εκείνον τον κόσμο με τις αυλές με τα λάχανα, με τον γρανίτη και τα ρείκια, την αστραφτερή πρασινάδα, δίπλα σε ρυάκια που φαίνονται σαν να μη κυλάνε με νερό αλλά με μπύρα. Να αγαπά τον χτύπο των ξύλινων μηχανών, τις πίτες με βρώμη, το φρέσκο γάλα, την υπερηφάνεια, τη φτώχεια και την παθιασμένη αγάπη της πολύμοχθης μάθησης. Οι καλύτεροι χαρακτήρες του είναι εκείνοι, που αποκαλύπτουν πόσο η αληθινή φιλανθρωπία και η πνευματική σοφία μπορεί να συνυπάρχουν με την ομολογία μιας θεολογίας, που φαίνεται να  μην ενθαρρύνει καμιά απ’ αυτές. Η ίδια η γιαγιά του, μια πραγματικά τρομερή ηλικιωμένη γυναίκα, που έκαψε το βιολί του θείου του επειδή το θεώρησε σατανική σαγηνευτική παγίδα, θα μπορούσε να είχε φανεί σ’ αυτόν, σαν αυτό που ονομάζουμε τώρα (με κάποια ανακρίβεια) «σκέτος σαδιστής». Όμως, όταν κάτι σαν κι αυτήν απεικονίζεται στο Robert Falconer και ξανά στο Whats Mines Mine (Ό,τι είναι δικό μου, είναι δικό μου), είμαστε υποχρεωμένοι να κοιτάξουμε βαθύτερα, να δούμε μέσα, στον αποκρουστικό φλοιό κάτι, που μπορούμε ολόκαρδα να συμπονέσουμε και ακόμη, με κάποιες επιφυλάξεις, να εκτιμήσουμε. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο MacDonald διευκρινίζει: όχι το αμφίβολο θεώρημα ότι το να τα ξέρω όλα σημαίνει τα συγχωρώ όλα, αλλά την αδιάσειστη αλήθεια ότι το να συγχωρώ σημαίνει ότι γνωρίζω. Αυτός που αγαπά βλέπει.

Γεννήθηκε το 1824 στο Huntly στην Aberdeenshire και μπήκε στο King’s College στο Aberdeen το 1840. Το 1842 πέρασε μερικούς μήνες στη βόρεια Σκωτία οργανώνοντας τους καταλόγους μιας βιβλιοθήκης ενός μεγάλου σπιτιού, που δε βρήκαν ποτέ σε ποιόν ανήκε. Αναφέρω το γεγονός γιατί άφησε μια ανεξίτηλη εντύπωση σ’ όλη τη ζωή του MacDonald. Η εικόνα ενός μεγάλου σπιτιού, που το έχει δει κυρίως από τη βιβλιοθήκη και πάντα με τα μάτια ενός ξένου ή ενός με τον οποίον δεν έχει καμιά σχέση (ακόμη και ο κύριος Vane στο Lilith δεν αισθάνεται ποτέ άνετα στη βιβλιοθήκη που ονομάζει δική του), έχει «στοιχειώσει» όλο το βιβλίο του μέχρι τέλους. Είναι, επομένως, λογικό να υποθέσουμε ότι το «μεγάλο σπίτι στο Βορρά» ήταν το σκηνικό  κάποιας σημαντικής κρίσης ή ανάπτυξης στη ζωή του. Ίσως ήταν εκεί που για πρώτη φορά βρέθηκε κάτω από την επίδραση του Γερμανικού Ρομαντισμού.

Στα 1850 δέχτηκε αυτό που τεχνικά ονομάζεται «κλήση» για να γίνει ιερέας σ’ ένα «ετερόδοξο» παρεκκλήσι στο Arundel. Γύρω στα 1852 είχε φασαρίες, κατηγορήθηκε από τους «διακόνους» για αίρεση. Οι κατηγορίες ήταν ότι α) εξέφρασε την πεποίθηση για μια μελλοντική περίοδο δοκιμασίας για τους ειδωλολάτρες, και ότι β) είχε μολυνθεί από τη Γερμανική θεολογία. Οι διάκονοι χρησιμοποίησαν μια έμμεση μέθοδο για ν’ απαλλαγούν απ’ αυτόν, μείωσαν το μισθό του, που ήταν 150 λίρες το χρόνο και ήταν και παντρεμένος, με την ελπίδα ότι αυτό θα τον παρότρυνε να παραιτηθεί! Αλλά είχαν κάνει κακή εκτίμηση για τον άνθρωπό τους. Ο MacDonald απλά απάντησε ότι αυτά ήταν αρκετά άσχημα νέα γι’ αυτόν, αλλά υπέθετε, ότι θα ‘πρεπε να προσπαθήσει να ζήσει με λιγότερα! Και για μερικό καιρό συνέχισε να το κάνει, συχνά βοηθούμενος από τις προσφορές των πιο φτωχών ενοριτών του, που δε συμφωνούσαν με τις απόψεις των ευκατάστατων διακόνων! Ωστόσο, το 1853 η κατάσταση έγινε αφόρητη. Παραιτήθηκε και επιχείρησε να κάνει καριέρα διδάσκοντας, καθοδηγώντας, κάνοντας περιστασιακά κηρύγματα, γράψιμο και «παράξενα επαγγέλματα», που ήταν ο κλήρος του σχεδόν μέχρι τέλους. Πέθανε το 1905.

Οι πνεύμονές του είχαν αρρωστήσει και η φτώχεια του ήταν πολύ μεγάλη. Κυριολεκτικά πείνα, που μερικές φορές αποτρεπόταν μόνο από εκείνες τις φιλάνθρωπες διανομές την  τελευταία στιγμή, που οι άθεοι τις αποδίδουν στην τύχη και οι Χριστιανοί στην Πρόνοια του Θεού. Σ’ αυτό το φόντο, της επαναλαμβανόμενης αποτυχίας και των συνεχών κινδύνων, κάποια έργα του, παρά ταύτα, μπορεί να αποβούν πολύ ωφέλιμα! Οι τολμηρές καταδίκες της ανησυχίας προέρχονται από κάποιον, που έχει το δικαίωμα να μιλάει, και ούτε ο τόνος των διακηρύξεων ενισχύει την άποψη, ότι οφείλουν κάτι στον παθολογικά παθιασμένο τρόπο σκέψης του φυματικού (spes phthisica). Καμιά ένδειξη δεν δείχνει έναν τέτοιο χαρακτήρα. Η ειρήνη του νου του προερχόταν όχι από προσδοκίες του μέλλοντος, αλλά αναπαυόταν σ’ αυτό που ονόμαζε «ιερό Παρόν». Η «υποταγή» του στη φτώχεια βρισκόταν στον αντίθετο πόλο από εκείνον των Στωικών. Φαινόταν ότι ήταν ένας χαρωπός, ευδιάθετος άνθρωπος, που εκτιμούσε πολύ τα ωραία και απολαυστικά πράγματα που το χρήμα μπορεί να εξασφαλίσει, αλλά, και βαθιά ικανοποιημένος χωρίς αυτά. Είναι ίσως σημαντικό, σίγουρα συγκινητικό, ότι η κύρια καταγραμμένη αδυναμία του ήταν η αγάπη του για καλλωπισμό, κομψότητα που έχουν στην ορεινή περιοχή της Σκωτίας, και σ’ όλη τη ζωή του ήταν φιλόξενος, όπως μόνο οι φτωχοί μπορεί να είναι.

Αν ορίσουμε τη λογοτεχνία σαν μια τέχνη της οποίας το μέσον είναι οι λέξεις, τότε ο MacDonald δεν έχει την πρώτη θέση, ίσως ούτε καν τη δεύτερη. Υπάρχουν όμως κομμάτια, που η σοφία και η (θα τολμούσα να την ονομάσω) αγιότητα που υπάρχουν μέσα του θριαμβεύουν πάνω σ’ αυτά, και μάλλον «καίνε» τα πιο αγενή στοιχεία στο ύφος του. Έτσι, η έκφραση γίνεται ακριβής, βαρυσήμαντη, λακωνική, γίνεται κοφτερή. Αλλά δεν παραμένει σ’ αυτό το επίπεδο για πολύ. Το ύφος του γραψίματός του στο σύνολό του είναι δυσδιάκριτο και κάποτε αδέξιο. Κάποιες άσχημες, σαν «από άμβωνος» ομιλίες παραδοσιακές το έχουν αυτό. Υπάρχει μερικές φορές μια ασυμβίβαστη πολυλογία, κάποιες φορές μια παλιά Σκωτσέζικη αδυναμία για «λουλουδένια» στολίδια (που περνά ακριβώς μέσα από το Dunbar μέχρι τις Waverley Novels), κάποτε ένας υπεργλυκασμός παρμένος από το Novalis. Αλλά αυτό δεν τον μειώνει, ακόμη και από λογοτεχνικής πλευράς. Το καλύτερο στοιχείο του είναι η φαντασία, φαντασία που φτερουγίζει μεταξύ του αλληγορικού και του μυθικού. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, το κάνει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Το πρόβλημα της κριτικής που αντιμετωπίζουμε είναι το αν αυτή η τέχνη, η τέχνη της  μυθογραφίας, αποτελεί μέρος της λογοτεχνίας. Η αντίρρηση στο να την κατατάξουμε σ’ αυτήν είναι, ότι ο μύθος ουσιαστικά δεν υπάρχει στα λόγια. Όλοι συμφωνούμε ότι η ιστορία του Balder είναι ένας μεγάλος μύθος με απαράμιλλη αξία. Αλλά τίνος την άποψη ή τα λόγια εκφράζουμε όταν το λέμε αυτό;

Από την πλευρά μου η απάντηση είναι ότι δε σκέφτομαι τα λόγια κανενός. Κανένας ποιητής, απ’ ό,τι ξέρω ή μπορώ να θυμηθώ, δεν έχει μιλήσει γι’ αυτή την ιστορία πολύ ικανοποιητικά. Δεν σκέφτομαι καμιά ιδιαίτερη εκδοχή. Αν η ιστορία (το θέμα) είναι κάπου ενσωματωμένη με τις λέξεις, αυτό είναι σχεδόν τυχαίο. Αυτό που πραγματικά με θέλγει και με τρέφει είναι ένα συγκεκριμένο σκιαγράφημα γεγονότων, το οποίο θα με είχε εξίσου θέλξει και θρέψει έστω κι αν έφτανε σε μένα με κάποιο μέσο χωρίς καθόλου λόγια, όπως μια παντομίμα ή μια βουβή ταινία. Κι αυτό το βρίσκω αληθινό για όλες τις ιστορίες αυτού του είδους. Απ’ αυτή την άποψη οι ιστορίες με μύθους βρίσκονται στον αντίποδα της λυρικής ποίησης. Αν προσπαθήσεις να ξεχωρίσεις το «θέμα» από τις λέξεις με τις οποίες είναι ενσωματωμένο το Nightingale του Keats, θα βρεις ότι πλέον μιλάς για το τίποτα. Το σχήμα και το περιεχόμενο μπορούν να χωριστούν μόνο με μια λαθεμένη αφαίρεση. Αλλά στο μύθο, μια ιστορία όπου το απλό σκιαγράφημα ή η αφήγηση γεγονότων είναι το μόνο που ενδιαφέρει, αυτό δεν ισχύει. Κάθε μέσο επικοινωνίας που κατορθώνει να βάλει εκείνα τα γεγονότα μέσα στη φαντασία μας, «πέτυχε το τρικ». Μετά απ’ αυτό μπορείς να πετάξεις τα μέσα επικοινωνίας μακριά. Για να είσαι σίγουρος, αν τα μέσα επικοινωνίας είναι λέξεις, είναι ευκταίο να είναι καλοδιαλεγμένες: ακριβώς όπως είναι ευκταίο ένα γράμμα που σου φέρνει σημαντικά νέα, να είναι καλογραμμένο. Αλλά αυτή είναι μόνο μια μικρή ευκολία. Γιατί το γράμμα, σε κάθε περίπτωση, θα πάει στο καλάθι των αχρήστων, όταν θα κατέχουμε πια το περιεχόμενό του, και οι λέξεις θα ξεχαστούν, όταν πλέον θα κατέχουμε το μύθο, την υπόθεση. Στην ποίηση οι λέξεις είναι το σώμα και το «θέμα» ή «περιεχόμενο», είναι η ψυχή. Στο μύθο, όμως, τα φανταστικά γεγονότα είναι το σώμα και η ψυχή είναι κάτι το ανέκφραστο: οι λέξεις ή η παντομίμα ή η ταινία ή οι εικονογραφημένες σειρές, δεν είναι ούτε καν τα ρούχα! Δεν είναι κάτι πολύ ανώτερο από ένα τηλέφωνο! Γι’ αυτό έχω αποδείξεις από κάποια χρόνια πριν, όταν πρωτοάκουσα σε συζήτηση την ιστορία του Κάστρου του Κάφκα και μετά διάβασα ο ίδιος το βιβλίο. Το διάβασμα δεν πρόσθεσε τίποτα. Ήξερα ήδη την υπόθεση, το μύθο, κι αυτό ήταν το μόνο που ενδιέφερε.

Οι περισσότεροι μύθοι είναι φτιαγμένοι την προϊστορική εποχή και, υποθέτω, δεν έχουν γίνει καθόλου συνειδητά από ορισμένα άτομα. Αλλά κάθε τόσο παρουσιάζεται στο σύγχρονο κόσμο μια ιδιοφυία, ένας Κάφκας ή ένας Novalis, που μπορεί να φτιάξει μια τέτοια ιστορία. Ο MacDonald είναι η μεγαλύτερη ιδιοφυία αυτού του είδους που ξέρω. Αλλά δεν ξέρω πώς ή πού να κατατάξω αυτή την ιδιοφυία. Να την ονομάσω λογοτεχνική ιδιοφυία, δεν φαίνεται ικανοποιητικό, γιατί μπορεί να έχει πολύ μειονεκτική θέση στην τέχνη των λέξεων, επειδή η συσχέτιση με τις λέξεις αποδεικνύεται μόνο εξωτερική και, κατά κάποιο τρόπο, τυχαία, και ούτε μπορεί να ταιριάξει με κάποια από τις άλλες τέχνες. Αρχίζει να φαίνεται ότι υπήρχε μια τέχνη ή ένα χάρισμα που η κριτική ευρέως τα έχει αγνοήσει. Ίσως να είναι μια από τις μεγαλύτερες τέχνες, επειδή παράγει έργα που μας δίνουν, στην πρώτη συνάντηση, τόση πολλή αγαλλίαση και σε παρατεταμένη γνωριμία, τόση πολλή σοφία και δύναμη, όπως τα έργα των μεγαλύτερων ποιητών. Κατά κάποιο τρόπο συγγενεύει πιο πολύ με τη μουσική παρά με την ποίηση ή τουλάχιστον με την περισσότερη ποίηση. Πηγαίνει πέρα από την έκφραση των πραγμάτων που έχουμε ήδη αισθανθεί. Προξενεί μέσα μας αισθήματα που δεν είχαμε ποτέ πριν αισθανθεί, ούτε περιμέναμε να τα έχουμε, σαν να «σπάσαμε» το συνηθισμένο μας τρόπο αντίληψης, και «κατέχουμε χαρές που δε μας τις είχαν υποσχεθεί στη γέννησή μας». Πηγαίνει κάτω από το δέρμα μας, μας χτυπάει σ’ ένα επίπεδο βαθύτερο από τις σκέψεις μας ή ακόμη κι απ’ τα πάθη μας, αναστατώνει τις πιο παλιές βεβαιότητες, μέχρι που όλες οι ερωτήσεις ξαναγίνονται. Και γενικά μας σοκάρει και μας κάνει να ξυπνάμε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ήμασταν «ξύπνιοι» κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας.

Ήταν σ’ αυτή τη μυθοποιητική τέχνη που ο MacDonald διέπρεψε. Και απ’ αυτό ακολουθεί ότι η καλύτερη τέχνη του ελάχιστα εκπροσωπείται στην Ανθολογία που ετοίμασα το 1946. Τα μεγάλα του έργα είναι: ο Phantastes, τα βιβλία Curdie, Το Χρυσό Κλειδί, Η Σοφή Γυναίκα και Lilith.

Πρέπει να είναι πάνω από τριάντα χρόνια που αγόρασα (σχεδόν ακούσια, επειδή είχα κοιτάξει τον τόμο σ’ εκείνο το ράφι του βιβλιοπωλείου και τον είχα απορρίψει δεκάδες φορές πριν) την Everyman έκδοση του Phantastes. Λίγες ώρες μετά ήξερα ότι είχα διασχίσει τα σύνορα. Ήμουνα ήδη βυθισμένος μέχρι το λαιμό στο Ρομαντισμό, και πολύ πιθανόν, σε κάποια στιγμή, θα σπαρταρούσα μέσα στις σκοτεινές και άσχημες μορφές του· γλιστρώντας στο απότομο κατέβασμα, που οδηγεί από την αγάπη για κάτι το διαφορετικό και παράξενο, σ’ εκείνη της εκκεντρικότητας και μετά σ’ εκείνη της διαστροφής. Τώρα, ο Phantastes ήταν αρκετά ρομαντικός, συνειδητά. Αλλά υπήρχε μια διαφορά. Εκείνο τον καιρό τίποτα δεν ήταν πιο απομακρυσμένο από τη σκέψη μου απ’ όσο ο Χριστιανισμός και επομένως δεν είχα ιδέα ποια ήταν πραγματικά αυτή η διαφορά. Ήξερα μόνο ότι αν αυτός ο καινούργιος κόσμος ήταν παράξενος, ήταν επίσης απλός και ταπεινός. Ότι αν αυτό ήταν όνειρο, ήταν ένα όνειρο στο οποίο αισθανόταν κανείς τουλάχιστον παράξενα ξύπνιος. Και ότι όλο το βιβλίο είχε ένα είδος δροσερής, πρωινής αθωότητας, και επίσης είχε μια καταφάνερη, βέβαιη ποιότητα του Θανάτου, του καλού Θανάτου. Αυτό που πράγματι έκανε σε μένα ήταν να μεταστρέψει, ακόμη να βαφτίσει (αυτό έγινε όταν ο Θάνατος μπήκε μέσα) τη φαντασία μου. Δεν επηρέασε, εκείνη τη στιγμή, τη διάνοιά μου, ούτε τη συνείδησή μου. Η στροφή τους έγινε πολύ αργότερα με τη βοήθεια πολλών άλλων βιβλίων και ανθρώπων. Όμως, όταν η διαδικασία ολοκληρώθηκε, με αυτό βέβαια εννοώ «όταν είχε πραγματικά αρχίσει», βρήκα ότι ήμουν ακόμη με τον MacDonald και ότι με είχε συνοδεύσει σ’ όλο το δρόμο και ήμουν επί τέλους έτοιμος ν’ ακούσω απ’ αυτόν πολλά που δεν είχε μπορέσει να μου πει σ’ εκείνη την πρώτη συνάντηση. Αλλά από μια άποψη, τώρα μου λέει ακριβώς τα ίδια που μου έλεγε από την αρχή.

Δεν υπήρχε περίπτωση να φτάσω στον πυρήνα και να πετάξω τη φλούδα! Καμμιά περίπτωση για επιχρυσωμένο χάπι! Το χάπι ήταν χρυσό πέρα για πέρα. Η ποιότητα που με γοήτευσε στα φανταστικά του έργα αποδείχτηκε ότι είναι η ποιότητα του αληθινού σύμπαντος· η θεϊκή, μαγική, τρομακτική και εκστατική πραγματικότητα στην οποία ζούμε όλοι. Θα είχα πάθει σοκ στην εφηβεία μου, αν κάποιος μου έλεγε ότι αυτό που έμαθα ν’ αγαπώ στο Phantastes ήταν η καλοσύνη. Τώρα όμως που ξέρω, βλέπω ότι δεν υπήρξε καμιά απάτη. Η απάτη υπάρχει στον αντίποδα: σ’ εκείνη την πεζή ηθική όπου περιορίζει την καλοσύνη στην περιοχή του Νόμου και του Καθήκοντος. Που δε μας αφήνει ποτέ να αισθανθούμε στο πρόσωπό μας τη γλυκιά αύρα που φυσάει από τη «χώρα της δικαιοσύνης». Που ποτέ δεν αποκαλύπτει εκείνη την «απατηλή» Μορφή που άπαξ και την δούμε, αναπόφευκτα την ποθούμε με όλο και πιο φιλήδονη επιθυμία, πράγμα (με μια φράση της Σαπφώς) «πιο χρυσό απ’ το χρυσάφι».