Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Συζήτηση με τον π. Σωτήρη Μαυροφϊδη

 Η Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη από περι­στατικά βίας. Για παράδειγμα, διαβάζουμε στο Δευτερονόμιο: «Μην παραδοθείτε στη λατρεία άλλων θεών, αυτών των γύρω σας λαών, για να μην ξεσπάσει εναντίον σας ο θυμός του Κυρίου, του Θεού σας, που είναι ανάμεσα σας, και σας εξαφανίσει από τη γη» (Δευτ 6: 14-15). Πώς μπορούν να ερμηνευ­θούν ώστε να κατανοήσουμε τέτοια γεγονό­τα που προκαλούν απορία για τη βιαιότητα τους;

 

Η

 Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη από βία, πράγματι, κι αυτός είναι ο λόγος που χρει­άζεται μια γενική εξήγηση του θέματος. Η άποψη ότι η Παλαιά Διαθήκη περιέχει πολλή βία, σε αντίθεση με την Καινή Διαθήκη, η οποία περιέχει μεγαλύτερο ειρηνισμό, μέχρι ενός ορισμένου σημείου, είναι σωστή. Και αυ­τό γιατί υπάρχουν πολλά κείμενα αγάπης και συγγνώμης στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά αυτά πρέπει να τα δει κανείς μαζί με τα υπόλοιπα, τα οποία δείχνουν βία. Εδώ υπάρχει ένα σφάλμα: Συχνά βλέπουμε την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, σαν να πρόκειται σα μια στιγμιαία, αλλά αιώνιας αξίας, Αποκάλυψη του Θεού. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Αυτή η Αποκά­λυψη περνάει πάρα πολλά στάδια ιστορικής εξέλιξης, διότι, ναι μεν οι αλήθειες του Θεού είναι αιώνιες, αλλά ο άνθρωπος που πρόκειται να τις δεχτεί δεν είναι αιώνιος και, συνεπώς, δεν μπορεί από την πρώτη στιγμή της εξέλιξης του να καταλάβει ορισμένα πράγματα. Έτσι, αν εξετάσουμε την Αποκάλυψη με το Μωυσή και τα σχετικά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, βλέπουμε ότι οι άνθρωποι δεν είναι ακόμη παρά μια ομάδα νομάδων. Δεν είναι ακόμα ικανοί να αυτοδιοικηθούν δίχως έναν φόβο του Θεού και δίχως μία βία μεταξύ τους. Παραδείγματος χάριν, το «οδόντα αντί οδό­ντος και οφθαλμόν αντί οφθαλμού», το οποίο θεωρείται ως θεμελίωση της βίας, δεν είναι ακριβώς έτσι. Στην πραγματικότητα, όταν έχουμε νομάδες, όταν δηλαδή δεν υπάρχει οργανωμένη κοινωνία και, συνεπώς, δεν υπάρχει γραπτή νομοθεσία, αστυνομία, κε­ντρική διοίκηση κ.τ.λ., η εκδίκηση είναι ο μό­νος τρόπος για να αποκατασταθεί η δικαιοσύ­νη. Αλλά ο άνθρωπος έχει την τάση να εκδικείται πολλαπλά για το κακό που του έχουν κάνει. Όταν, λοιπόν, στη Βίβλο διαβάζουμε «όταν σου σπάσουν ένα δόντι, ένα δό­ντι μόνο θα σπάσεις, όταν σου βγάλουν ένα μάτι, ένα μάτι θα βγάλεις, όχι και τα δύο», θέλει να θέσει την αναλογία μεταξύ εγκλήματος και ποινής, να περιορίσει την εκδίκηση και όχι να θεμελιώσει τη βία. Γι’ αυτό άλλωστε, όταν πια ο λαός του Ισραήλ εγκαθίσταται και γίνεται οργανωμένη κοινωνία, αποκτά βασιλιά, διοί­κηση, νόμους, τότε αυτή η ατομική αποκατά­σταση της δικαιοσύνης σταματάει, διότι υπάρ­χει πλέον το δικαστήριο.

 

Έ

να δεύτερο θέμα που έχει σημασία είναι το εξής: Ότι καθώς οι αιώνες προχωρούν, γιατί αυτό το βιβλίο ανταποκρίνεται σε δια­φορετικούς αιώνες, υπάρχει μια τάση περιο­ρισμού της βίας και ανάπτυξης, αντιθέτως, του ανθρωπισμού, της ανθρώπινης αντιμετώ­πισης των αδυναμιών. Αυτό συμβαίνει ιδίως την εποχή του Ιησού, πια. Το κίνημα των Φαρισαίων, που ήταν μια πολιτική και θρησκευτι­κή οργάνωση της εποχής του Ιησού, έχει ερ­γαστεί πολύ γι' αυτό το θέμα, επιμένοντας πάντοτε, λόγου χάρη στα θέματα της ποινής, ότι σε περίπτωση και της παραμικρότερης αμ­φιβολίας για την ενοχή του κατηγορουμένου, πρέπει να επικρατήσει η αρχή της φιλανθρω­πίας και όχι η αρχή της ποινής. Ο Ιησούς εξελίσσει πια πάρα πολύ αυτή την αντίληψη της περιορισμένης βίας και κυρίως της αγάπης. Γενικά, λοιπόν, θα πρέπει να κρατήσουμε αυ­τές τις δύο αρχές: πρώτο, ότι έχουμε μια εξέ­λιξη που ήταν αδύνατο να μη συμβεί. Όπως ακριβώς συμβαίνει στα σχολεία όπου διδά­σκονται τα μαθηματικά. Τα ίδια μαθηματικά διδάσκονται και στο δημοτικό και στο γυμνάσιο και στο λύκειο, αλλά εμβαθύνονται γιατί το παιδί εξελίσσεται. Με τον ίδιο τρόπο είναι η σχετική αποκάλυψη και διδασκαλία περί βίας, όλο περισσότερο εμβαθύνεται καθώς οι αιώ­νες περνάνε, γιατί οι άνθρωποι είναι πια ικα­νοί να το καταλάβουν, ενώ δε θα ήταν ικανοί πιο πριν με κανέναν τρόπο. Γι΄ αυτό και τονί­ζεται όλο και περισσότερο η αγάπη του Θεού στην Καινή Διαθήκη, που δε σημαίνει ότι είναι ανύπαρκτη στην Παλαιά Διαθήκη. Αλλά στην Παλαιά Διαθήκη τονίζεται επίσης και η αυστηρότητα του Θεού που τιμωρεί, διότι οι άνθρω­ποι αυτή τη γλώσσα καταλάβαιναν. Είναι, δη­λαδή, το σχέδιο του Θεού εδώ, το οποίο παρακολουθεί την ιστορική εξέλιξη του αν­θρώπου και αυτή αντικατοπτρίζεται στα κείμε­να. Βέβαια αν πάρει κανείς το βιβλίο στο χέρι, έτσι απλά, και πει αυτή είναι η αποκάλυψη του Θεού, αχρονικά, δεν μπορεί να καταλάβει αυ­τή τη βία. Και το δεύτερο είναι ότι βλέπουμε ότι υπάρχει πραγματικά μία όλο και πιο υπο­γραμμισμένη, εμφατική προβολή της αγάπης και της συγγνώμης. Αυτό είναι το γενικό κλειδί για να καταλάβει κανείς τα κείμενα.

 

 

Από το Βιβλίο των Αριθμών, περνώντας στο Δευτερονόμιο και στον Ιησού του Ναυή, η Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη από αναφορές όπου ο Θεός επιτρέπει στο λαό του να σφά­ξει άλλους λαούς, να υποτάξει άνδρες και γυναίκες, να καταστρέψει πόλεις κ.τ.λ. Πα­ραδείγματος χάριν: «Ο Κύριος σας παρέ­δωσε την πόλη! Η πόλη και ό,τι υπάρχει σ' αυτήν θα γίνει ανάθεμα και θα καταστραφεί ως αφιέρωμα στον Κύριο. [...] Τότε ο στρα­τός επιτέθηκε στην πόλη, όρμησαν κατ' ευ­θείαν μέσα και την κατέλαβαν. Καθετί που υπήρχε στην πόλη, άνδρες και γυναίκες, νέ­οι, γέροι, βόδια, πρόβατα και γαϊδούρια, όλα παραδόθηκαν στη σφαγή» (Ιησ 6: 16-17, 20-21)

 

Ν

αι, γιατί ήταν η μόνη λογική την οποία κα­ταλάβαιναν τότε οι άνθρωποι, ιδίως -και αυτό είναι ένα τρίτο στοιχείο- όσο η θρη­σκεία είναι αδιάσπαστα ενωμένη με την έννοια του έθνους, δεν είναι δυνατό να μην υπάρχει τέτοια βία. Το έθνος το οποίο αμύνεται, επιτί­θεται, δέχεται επιθέσεις, αντεπιτίθεται, προσπαθεί να επιζήσει σε ένα σκληρό περιβάλ­λον. Όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σ' ένα πλαίσιο βίας και δεν είναι δυνατό να γίνει δια­φορετικά. Αλλά από τη στιγμή που η έννοια της εθνότητας στη διδασκαλία του Ιησού γίνεται πολύ άτονη στα πλαίσια της θρησκείας και με την εμφάνιση του αποστόλου Παύλου το έθνος παραμερίζεται τελείως, όταν δηλαδή παύει πλέον εκείνη η αντίληψη ότι ο Εβραίος είναι μονοθεϊστής και μονοθεϊστής είναι ο Εβραίος, αλλά απλώνεται σε όλη την ανθρω­πότητα το χριστιανικό μήνυμα, τότε είναι φυσι­κό η βία να μην έχει νόημα.

 

Αλλά και οι χριστιανοί υπήρξαν βίαιοι σε διά­φορες εποχές...

 

Α

υτό είναι θέμα που δεν αφορά τις πηγές της θρησκείας τους, είναι καταστάσεις που τους δημιουργήθηκαν από τις ιστορικές συγκυρίες που αντιμετώπισαν πολύ αργότε­ρα. Άσχετο λοιπόν αν για διαφόρους λόγους ιστορικούς και οι χριστιανοί έδειξαν τέτοια βία μέσα στην ιστορία, βλέπουμε ότι οι χριστιανοί που ακολουθούν την Καινή Διαθήκη δεν έχουν να υπερασπίσουν εδάφη ή να επεκτείνουν κά­ποια επικράτεια και, συνεπώς, η βία περιορί­ζεται πάρα πολύ.

 

Σε περιπτώσεις όπως με τη Βαβέλ ή τα Σό­δομα και τα Γόμορρα, μπορούμε να μιλάμε για μια διαφορετική, «δικαιολογημένη» βία του Θεού;

 

Δ

ικαιολογημένη από τις εποχές... Διότι στο 10ο αιώνα π.Χ. ήταν πολύ δύσκολο να κα­τανοήσει κανείς ότι αποφεύγει μια αμαρ­τία επειδή αυτή τον απομακρύνει από το Θεό. Έπρεπε οπωσδήποτε να υπάρχει η έννοια της τρομερής ποινής για να την αποφύγει. Πρέπει να φτάσουμε πια στην εποχή του Ιη­σού για να δούμε ότι η οργή του Ιησού περιο­ρίζεται, αλλά και πάλι είναι λίγοι οι άνθρωποι στην εποχή του Ιησού, αλλά και σήμερα ακό­μη, που καταλαβαίνουν ότι τα αμαρτήματα εί­ναι τέτοια επειδή μας απομακρύνουν από το Θεό που είναι αγάπη και τον έχουμε ανάγκη. Έχουμε ανάγκη δηλαδή όχι τόσο τις αμοιβές και τις ποινές του, όσο τον ίδιο τον Θεό, να ενωθούμε με Εκείνον, διότι τείνουμε προς τη χαρά, προς την ευτυχία, μοναδική ευτυχία είναι Εκείνος. Συνεπώς, πού θα βρούμε την ευ­τυχία; Ενωμένοι με Εκείνον. Άρα οι δρόμοι που μας απομακρύνουν από Εκείνον είναι αμαρτήματα και οι δρόμοι που μας φέρνουν σε Εκείνον είναι οι αρετές.

 

Αυτό δεν είναι και σήμερα δύσκολο να γίνει κατανοητό;

 

Α

υτό ακόμη και σήμερα δεν μπορεί να το καταλάβει πολύς κόσμος. Ένας άνθρωπος περιορισμένης παιδείας καταλαβαίνει πο­λύ περισσότερο το «αν κάνεις αυτό θα ανταμειφθείς· αν κάνεις εκείνο θα τιμωρηθείς», πα­ρά το «έχεις ανάγκη από το Θεό, έστω κι αν δεν το έχεις συνειδητοποιήσει». Εκεί είναι το θέμα και αυτός είναι ο λόγος που ο Ιησούς είχε πει στη νέα θρησκεία που αναπτύχθηκε από εκείνον ότι ο δάσκαλος της θρησκείας θα θυμί­ζει έναν σοφό οικοδεσπότη που έχει δυο κασέλες με παλιά και καινούργια ρούχα και αναλό­γως των αναγκών γύρω του μοιράζει πότε τα παλιά και πότε τα καινούργια ρούχα. Εννοεί, ακριβώς, πότε με την απειλή, πότε με την αγά­πη, αναλόγως των περιστάσεων. Οι άνθρω­ποι συνήθως νομίζουν ότι και η Βίβλος είναι ένα αχρονικό βιβλίο, αλλά ότι και εκείνοι στους οποίους απευθύνεται είναι μια κοινωνία αχρονική και όλοι τους έχουν την ίδια νοοτροπία. Αντιθέτως, όταν η Βίβλος δείχνει ότι περιέχει διαφορετικές αντιλήψεις που εξελίσσονται και διαφορετικά πρέπει να εφαρμόζονται στους ανθρώπους οι οποίοι ακολουθούν τη Βίβλο, ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη πραγματικό­τητα και όχι σε μια ουτοπική κατάσταση. Αυτός είναι ο λόγος που η Βίβλος παραμένει βιβλίο ζωής, διότι περιέχει όλες εκείνες τις, εκ πρώ­της όψεως, αντιθέσεις, οι οποίες όμως αντικα­τοπτρίζουν την ανθρώπινη κοινωνία.