Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Σχόλια στο East Coker από τα "Τέσσερα Κουαρτέτα" του T.S. Eliot

 

WORD UNHEARD

A GUIDE THROUGH ELIOT’S FOUR QUARTETS       

 HARRY BLAMIRES

                                                                                     

 ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ: EAST COKER                                                       III

 

Ώ σκοτάδι σκοτάδι σκοτάδι. Όλα χάνονται μες στο σκοτάδι

 

Αφήνοντας το προσωπικό παρόν, ο ποιητής μεταφέρεται και πάλι, αυτή τη φορά στο  παρόν του τεχνικού πολιτισμού. Απηχεί τις λέξεις του Μilton από το  Samson Agonistes. Με τον τρόπο αυτόν, οικειώνεται τη στάση του προφητικού ποιητή καθώς  κρίνει τον σύγχρονο τεχνικό πολιτισμό. Βλέπει τη δημόσια ζωή των ημερών του σαν μια λιτανεία μορφών, που υποτίθεται πως είναι ενδιαφέρουσες, από τον στρατιωτικό, τον εμπορικό, τον πολιτισμικό, τον πολιτικό, τον διοικητικό και τον βιομηχανικό χώρο. Όλες χάνονται στο σκοτάδι, όλες βαδίζουν προς τον θάνατο – ‘το κενό μες στο κενό’, γιατί η εγκόσμια κατάστασή τους αποκρύβει μια εσωτερική κενότητα, και ο θάνατος προς τον οποίον πορεύονται γίνεται αντιληπτός από τον τεχνικό πολιτισμό τους μόνο με όρους κενότητας. (Για διευκρίνιση των ‘διαστρικών διαστημάτων’, EC 102, ο σ. παραπέμπει στο σχόλιό του πάνω στο τελευταίο μέρος του κουαρτέτου, όπου σημειώνει: Θυμηθείτε ότι η πορεία προς τον θάνατο του κενού μες στο κενό οδηγεί στα ‘διαστρικά διαστήματα’, εκεί που δεν υπάρχουν άστρα.) Τα πολιτισμικά παραφερνάλια που κουβαλούν μαζί τους, επειδή αυτά είναι ό,τι εκτιμούσαν στη γη, εκπροσωπούνται από τόμους βιβλίων. Αυτή είναι η αληθινά αντιπροσωπευτική βιβλιοθήκη ενός παρακμάζοντος πολιτισμού – όχι τα έργα μεγάλων ποιητών και στοχαστών, ή έστω οι εγκυκλοπαίδειες που μπορεί να ανοίγουν πόρτες προς την αλήθεια, αλλά κατάλογοι που κατηγοριοποιούν άνδρες και γυναίκες με όρους κοινωνικής θέσης και που οδηγούν στον κόσμο της οικονομίας και του εμπορίου. Αυτά τα καθαρώς χρησιμοθηρικά βιβλία κατοπτρίζουν το υλιστικό θεμέλιο του πολιτισμού μας. Προσκολλημένος σ’ αυτά, ο σύγχρονος άνθρωπος, στον οποίον έχουν ατροφήσει οι αληθινά ανθρώπινες ευαισθησίες και τα αληθινά ανθρώπινα κίνητρα έχουν πεθάνει, κινείται προς τη ‘σιωπηλή κηδεία’ (δεν υπάρχει εδώ αλκυών ν’ απαντήσει ‘φως στο φως’). Εμείς οι ίδιοι περιλαμβανόμαστε σ’ αυτή τη νεκρώσιμη λιτανεία, που δεν τη χαρακτηρίζει καν η αξιοπρέπεια του τραγικού, γιατί είναι μια κηδεία χωρίς νεκρό. Αυτή η νότα κορύφωσης - της ειρωνείας και της φάρσας - δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί από εκείνους ειδικά που τείνουν να πιστεύουν ότι η οξύτητα των νυγμών του νεαρού Έλιοτ λείπει από το όψιμο έργο του. Η κίνηση του πολιτισμού είναι εντελώς νεκρώσιμη, εντελώς πορεία προς τον θάνατο, μολονότι εδώ ‘κανένας δεν υπάρχει να τον θάψεις’, επειδή κατά βάθος έχουμε ήδη πεθάνει – ή μάλλον δεν ζήσαμε ποτέ, ποτέ δεν γευτήκαμε την πλήρη συναίσθηση, επειδή ‘να συναισθάνεσαι δεν σημαίνει πως είσαι μες στον χρόνο’(ΒΝ 84) και είμαστε εγκλωβισμένοι μέσα στην καθημερινότητα επειδή δεν βλέπουμε, ή απορρίπτουμε, τις αποκαλυπτικές στιγμές (και μαζί μ’ αυτές και το διδακτικό και θεσμικό σύστημα μέσα στο οποίο περιέχεται η ερμηνεία τους και είναι εγγυημένη η αναγνώρισή τους).    

     Αυτό το κενό σκοτάδι ταιριάζει μόνο στο κενό. Ο Ποιητής / προφήτης μιλάει και πάλι σαν κάποιος που δίνει μαρτυρία για τη λιτανεία, όχι σαν κάποιος που συμμετέχει σ’ αυτήν. ‘Είπα στην ψυχή μου ησύχασε’(ΕC 112). Πρέπει να αποτραβηχτούμε από την πορεία του σύγχρονου πολιτισμού προς τον θάνατο. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε ένα βαθύτερο σκοτάδι από το σκοτάδι του κενού – το σκοτάδι που βρίσκεται στον δρόμο της αποχής από την κίνηση, στον δρόμο της άσκησης, της απάρνησης. Γιατί αυτό είναι το ‘σκοτάδι του Θεού’(ΕC 113).

     Ο Έλιοτ περιγράφει την άσκηση της απομάκρυνσης από την πορεία προς τον θάνατο με τρεις εικόνες, καθεμιά τους φορτισμένη με υποβλητικούς τόνους. Στην πρώτη εικόνα, η σύγχρονη ζωή είναι μια θεατρική παράσταση. Η εικόνα μεταφέρει την τελική προσωρινότητα τόσο του φυσικού βάθους, ‘οι λόφοι και τα δέντρα’ (ΕC 116), όσο και του βάθους του τεχνικού πολιτισμού, ούτε καν ακέραια κτίρια, αλλά μια ‘φανταχτερή επιβλητική πρόσοψη’. Στο ξαφνικό σκοτάδι ανάμεσα στις σκηνές, ξέρει κανείς ότι το σκηνικό αλλάζει. Το συζητητικό ιδίωμα, που ταιριάζει σε αφήγηση κοινής εμπειρίας ανθρώπων του θεάτρου, εμπλουτίζεται με φράσεις (‘κίνηση από σκοτάδι πάνω σε σκοτάδι’) που προσθέτουν μια θρησκευτική διάσταση σ’ αυτό. Η ισχυρή αμφισημία της λέξης ‘φτερά’ (με τους αγγελικούς τόνους της) ενδυναμώνει την έννοια ότι τις στιγμές μεταξύ των σκηνών έχουμε μια κατάλληλη αναλογία σε μικρογραφία της δυνατότητας να ευαισθητοποιηθεί ολόκληρη η φυσική τάξη. Με τη συνήθη του δεξιότητα, χωρίς ‘να κάνει κήρυγμα’, ο Έλιοτ έκανε προς στιγμήν να αιωρηθεί μπροστά στον νου μας το αμυδρό, μόλις αναγνωρίσιμο ερώτημα – Θα μπορούσε ένα ‘φτεροκόπημα’ σ’ ένα όλο και πιο βαθύ σκοτάδι να προμηνύσει μια μέρα το τύλιγμα του χάρτη του χρόνου, την απάλειψη του χρόνου;

     Στη δεύτερη εικόνα η σύγχρονη ζωή είναι ακόμα μια φορά ένα ταξίδι στον Υπόγειο, όπως ήταν στο μέρος ΙΙΙ του Βurnt Norton. Το απρόσμενο σταμάτημα ανάμεσα σε στάσεις, που επεκτείνεται ώσπου να σβήσει η ομιλία, φέρνει στο φως το ‘νοητικό κενό’ που συνήθως σκεπάζεται κάτω από την κίνηση και την ομιλία. Αυτά τα δύο (κίνηση και ομιλία) πηγαίνουν μαζί ως περισπασμός από την ακινησία και τη σιωπή που απαιτούνται για την ασκητική αυτο-προσφορά στον Θεό. (Ο φόβος πιθανής επαπειλούμενης επείγουσας ανάγκης, που πάντα παρεισδύει στη σκέψη όταν το σταμάτημα ανάμεσα σε στάσεις παρατείνεται, δηλώνεται με τον ‘τρόμο που όλο μεγαλώνει’.) Έτσι, στις δύο πρώτες εικόνες, το επιβεβλημένο σκοτάδι, η ακινησία και η σιωπή μάς αποτράβηξαν για μια στιγμή, ώστε να αισθανθούμε την κενότητα της σύγχρονης ζωής σαν μια ψεύτικη (θεατρική) παράσταση και ένα δίχως νόημα ταξίδι.

     Η τρίτη εικόνα είναι η συντομότερη, αλλά εκείνη που ίσως λέει τα πιο πολλά. Η στιγμή που αποτραβιόμαστε από την πορεία προς τον θάνατο είναι όπως τα πρώτα λεπτά κάτω από την επίδραση του αναισθητικού. Βρισκόμαστε τώρα στα χέρια του αναισθησιολόγου. Την πλήρη βαρύτητα της κατάστασης θα την αισθανθούμε μόνο όταν θα έχουμε αφομοιώσει ό,τι έπεται στο μέρος ΙV αυτού του Κουαρτέτου. Πρόκειται να χειρουργηθούμε. Δεν αρκεί να συγκεφαλαιώνουμε την κατάστασή μας, όταν αποτραβιόμαστε από τη λιτανεία, μόνο σε εικόνες ανθρώπων χαμένων ή που βρίσκονται σε σύγχυση μέσα σ’ ένα ξαφνικό σκοτάδι ή ακινησία ή σιωπή. Που τους λείπουν οι συνηθισμένες ανέσεις του φωτεινού θεάματος, η μηχανική κίνηση προς τα εμπρός, η ακατάπαυστη φλυαρία: η ουσία είναι πως είμαστε ανάπηροι. Αλλά η περαιτέρω εξερεύνηση αυτού του θέματος θα γίνει στο επόμενο μέρος. Σημειώστε ωστόσο πώς οι τρεις εικόνες συμπληρώνουν η μία την άλλη. Στην πρώτη μάς έγινε οικεία η προσωρινότητα της φυσικής σκηνής και της σκηνής του τεχνικού πολιτισμού. Στη δεύτερη τονίστηκε η κενότητα στη ζωή και στον νου των συνταξιδιωτών μας μέσα στον χρόνο. Στην τρίτη έχουμε την προσωπική καθαρτήρια εμπειρία της ενσυνείδητης εγκατάλειψης των αντικειμενικών περισπασμών που κάνουν συνήθως τη συνείδηση να εθελοτυφλεί προς την πραγματικότητα. Από τη στιγμιαία συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος γύρω μας μπορεί να είναι ‘τίποτα’ και οι άνθρωποι γύρω μας μπορεί να μην έχουν ‘τίποτα’ να σκεφτούν (σε καθεμιά απ’ αυτές τις περιπτώσεις συνειδητοποιούμε πράγματι κάτι), περνάμε οι ίδιοι στην άμεση συνειδητοποίηση του ‘τίποτα’. Προφανώς ο στίχος (ΕC 122) πρέπει να τελειώσει σε μια παύλα και το θέμα να διακοπεί, αλλά το ποίημα θα πρέπει να φτάσει σε μια τελεία. Πόσο αποτελεσματικά ενήργησε το αναισθητικό θα το δούμε στο επόμενο μέρος.

     Στο μεταξύ η απομάκρυνσή μας από την πορεία προς τον θάνατο είναι απαιτητική και ηθικά και πνευματικά. Δεν πρόκειται μόνο να διαχωρίσουμε διανοητικά τον  εαυτό μας από τη λατρεία της προόδου και της εγκοσμιότητας σε μια υλιστική εποχή. Έχουμε να καθαρίσουμε τον εαυτό μας από τις ψεύτικες τοποθετήσεις που η ψευτο-ηθική ακόμα και η ψευτο-θρησκεία προβάλλουν πάνω μας για να προωθήσουν την αυτάρκειά μας. Πρέπει ν’ απεκδυθούμε την ελπίδα, που στην κοινή σημασία του όρου είναι εμπιστοσύνη σε πράγματα που στο μέλλον θα πάρουν καλή τροπή για μας (ή για τους άλλους). Αυτού του είδους η ελπίδα θα μπορούσε να είναι ‘ελπίδα για το λάθος πράγμα’, δηλαδή για ικανοποίηση ή εκπλήρωση, για βελτίωση και ευημερία, σε πρόσκαιρα θέματα. Η χριστιανική ελπίδα απαιτεί να αποθέσει κανείς κατά μέρος αυτού του είδους την ‘ελπίδα’. Εκείνη η ελπίδα εμπεριέχει μια εμπιστοσύνη που θα μπορούσε να επιζήσει μετά την αποτυχία ή την απογοήτευση από όλες τις γήινες ελπίδες. (Πράγματι από το Φονικό στη Μητρόπολη  γνωρίζουμε ότι ακόμα και η ελπίδα του μαρτυρίου ή της λύτρωσης, ως αγκυροβόλι  για την εμπιστοσύνη ή την έμφαση στον εαυτό μας, πρέπει να υποστεί την ίδια θυσία.) Κατά τον ίδιο τρόπο οφείλουμε να απεκδυθούμε την αγάπη που, στην κοινή έννοια, σημαίνει κυνήγι ενός επιθυμητού αντικειμένου ή προσκόλληση σε ένα επιθυμητό πρόσωπο ως χορηγού ή εγγυητή της ευτυχίας κάποιου. Η χριστιανική αγάπη απαιτεί την υπέρβαση αυτού του είδους της αγάπης. Επικεντρώνεται σε ένα στοιχείο αυτο-θυσίας μέσω της οποίας αυτό που εγγυάται την ευτυχία κάποιου δεν πρέπει να συντηρείται μ’ εκείνους τους όρους. Μόνο η πίστη, που είναι εξ ολοκλήρου χωρίς απαιτήσεις ως προσωπική στάση, είναι η αρχή που μας στηρίζει – και η ‘αγάπη’ και η ‘ελπίδα’, στο μέτρο όμως που αυτές οι αρετές, χριστιανικά εννοούμενες, καθαρισμένες από όλα τα στοιχεία της επιθυμίας και συνεπώς από κάθε κίνηση προς ένα επιθυμητό μέλλον, αποτελούν μια προϋπόθεση ‘αναμονής’ (ΕC 126).

     Η ηθική και η πνευματική άσκηση έχουν τα δικά τους διανοητικά επακόλουθα.

Πρέπει ‘να προσμένουμε δίχως σκέψη’. Ο Έλιοτ έδωσε μάχη μέσα από πολλά παράδοξα προκειμένου να καθορίσει για μας την αναγκαιότητα της διανοητικής ταπείνωσης που είδε πως την αντιμαχόταν η επικρατούσα ουμανιστική φιλοσοφία της προόδου. Ως ποιητής που ήταν, αγωνίστηκε να μεταδώσει αυτή την ενόραση, όχι με πολεμική, αλλά ως μέρος μιας ζωντανής εμπειρίας αλήθειας που, αφού τη γνώρισε, οφείλει να τη μοιραστεί. Εκείνο που μας καθιστά (ώς τώρα) ‘όχι έτοιμους για σκέψη’ είναι η βεβαίωση της αυτάρκειας που εμπεριέχεται στην πρόθεση να καταλήξουμε σε λύσεις με τη σκέψη.

     Ενδεχομένως, ο Έλιοτ δέχεται μια ειδική συνάφεια ανάμεσα στην παύση μεταξύ των σκηνών και στην προσμονή ‘χωρίς ελπίδα’ (ότι θα υπάρξει αναγκαστικά μια άλλη σκηνή που θ’ ακολουθήσει: γιατί κάθε στιγμή μπορεί να είναι η τελευταία μας: βλ. DS 124 την αναφορά στα λόγια του Κρίσνα που παραθέτει στο DS 156-8). Είναι επίσης πιθανό ο Έλιοτ να δέχεται μια ειδική συνάφεια ανάμεσα στο σταμάτημα μεταξύ στάσεων και στην προσμονή ‘χωρίς αγάπη’. (Γιατί η ‘αγάπη’, με την πιο εύκολη,  φτηνή έννοια, μπορεί εδώ να μας οδηγήσει σ’ εκείνο το είδος παραμυθητικής πράξης που απλώς αυξάνει τον περισπασμό των άλλων από αυτό που οφείλουν ν’ αντιμετωπίσουν. Αυτό σημαίνει ότι αν, από συμπάθεια, αρχίσουμε μια συνομιλία μέσα στη σιωπηλή σήραγγα, απλώς ξαναζωντανεύουμε την κενή ομιλία που εμποδίζει τους ανθρώπους ν’ αντιμετωπίσουν την κενότητα της ζωής τους και το αναξιόπιστο του οικείου τους κόσμου.) Κατά τον ίδιο τρόπο, η κατάσταση υποταγής στο αναισθητικό είναι παράλληλη προς την εμπιστοσύνη σε μόνη την πίστη. Μ’ αυτή την προϋπόθεση μπορούμε πράγματι να προσμένουμε ‘δίχως σκέψη’. Πηγαίνουμε να θέσουμε τον εαυτό μας στα χέρια του χειρουργού. Μόνο όταν θα έχει τελειώσει μαζί μας θα είμαστε έτοιμοι για σκέψη.

      Και μετά; Το ‘σκοτάδι θα είναι το φως, και η ακινησία ο χορός’. Το αληθινό φως βρίσκεται στο σκοτάδι ανάμεσα στις πράξεις, όταν το τεχνητά φωτισμένο θέαμα διακόπτεται προσωρινά: η κίνηση με νόημα (σχεδιασμένη και οργανωμένη) ανακαλύπτεται στην ακινησία, όταν το δίχως νόημα μηχανικό ταξίδεμα από στάση σε στάση προσωρινά σταματά. Σε τέτοια σημεία εκκρεμότητας, όταν έχουμε αποσυρθεί από την πορεία προς τον θάνατο, μπορούμε να φτάσουμε σε καινούργιες αποκαλυπτικές στιγμές. Οι εικόνες στις οποίες περιέχονται αυτές οι αναλαμπές φωτισμού εμπλουτίζονται με υψηλούς τόνους. Ο ‘ψίθυρος από ρυάκια που τρέχουν’ επαναφέρει ασφαλώς από το Burnt Norton το θέμα του αέρα που τον ζωντανεύουν οι θόρυβοι, αέρα που παίρνει το σχήμα μισοαναγνωρίσιμου λόγου, και που ανακαλεί επίσης μια αντίθεση προς το σιωπηλό, στατικό, ζωγραφισμένο σκηνικό που το έχουν βγάλει από τη μέση. Η ‘χειμωνιάτικη αστραπή’ στοχεύει μπροστά προς την ανανέωση της αποκαλυπτικής εμπειρίας στα γηρατειά, δίνοντάς μας ακόμα ένα παράδειγμα του νοήματος που τέμνει ακριβώς την ανθρώπινη διαδρομή ως βιωμένη δουλικά στο εποχικό υπόδειγμα της κυκλικής Φύσης, επιβεβαιώνοντας και πάλι, με όρους τόσο ποιητικής μορφής (επειδή αποβλέπει στο Little Gidding) όσο και προσωπικής αυτοβιογραφίας, την αλήθεια ότι το μέλλον όπως και το παρελθόν βρίσκονται μαζί μέσα στο αληθινά νοηματοδοτημένο παρόν. Το ‘άγριο θυμάρι αθέατο’ και η ‘αγριοφράουλα’ (EC 130) υποδηλώνουν αιφνίδιες μη συμφωνημένες αποκαλύψεις δύο ειδών – εκείνες που έχουν δοθεί στην ποίηση μέσα από την εμπειρία άλλων (αφού το ‘άγριο θυμάρι’ είναι κατά τεκμήριο Σαιξπηρικό), κι εκείνες που έχουν δοθεί απευθείας σε προσωπική εμπειρία. Όλα αυτά, και το ‘γέλιο’ και οι απηχήσεις από τον κήπο του Burnt Norton (για να μην αναφέρουμε τον John Donne και την ‘έκστασή’ του που ήδη έχουμε απηχήσεις της), συγκεντρωμένα μαζί (επειδή ‘δεν είναι χαμένα’), απαιτούν και σημαδεύουν προς το καίριο χριστιανικό παράδοξο να έρχεται κανείς στη ζωή μέσα από τον θάνατο. Τα δύο ρήματα ‘απαιτώ’ και ‘σημαδεύω’ (ΕC 132) ισοσταθμίζουν επιδέξια το ένα το άλλο: γιατί οι αποκαλυπτικές εμπειρίες ξεκαθαρίζουν την ανάγκη για ανθρώπινη αυτο-παραίτηση, αν αυτές μακροπρόθεσμα πρόκειται να είναι κάτι περισσότερο από αναλαμπές εκπληρώσεων τύπου Ταντάλου, τις οποίες η πρόσκαιρη ζωή αδυνατεί να δώσει εξαιτίας του αναπόφευκτου πεπερασμένου της, και ταυτόχρονα αυτές οι ίδιες μας δίνουν μια ελπιδοφόρα γεύση από τις χαρές της αληθινής γέννησης επέκεινα του θανάτου. Είναι εντελώς αξιοσημείωτη η κειμενική ακρίβεια όπως φαίνεται στον τρόπο που ο Έλιοτ χρησιμοποιεί τη λέξη ‘point’ σημαδεύω, προβάλλω. Στο ΕC 47 (‘η αυγή ξεμυτίζει’) βρίσκουμε το ίδιο ρήμα που χρησιμοποιήθηκε για να σημάνει τον επαναληπτικό ημερήσιο κύκλο ως κάτι που μας εξαναγκάζει να προχωρήσουμε στην τελικά δίχως νόημα (και μηχανική) διαδικασία της ‘διαδοχής’. Η αντίθεση εδώ είναι ισχυρή. Όπως η αυγή σημάδευε ένα ακόμα στάδιο στην πορεία προς τον θάνατο μέσα στο χρόνο, έτσι και οι αποκαλυπτικές στιγμές ( που συμβαίνουν στη διάρκεια της διακοπής της δουλείας στο έγχρονο) σημαδεύουν έξω από τον χρόνο τη γέννηση πέραν του θανάτου.

 

 Λες πως επαναλαμβάνω

Το παράδοξο ότι ο δρόμος για την καινούργια ζωή περνάει μέσα από τον θάνατο εξετάζεται τώρα σε μια σειρά από μαγευτικές προτάσεις που απηχούν ένα χωρίο από Την Άνοδο στο όρος Κάρμηλο  (The Ascent of Mount Carmel ) του αγίου Ιωάννου του Σταυρού. Οι προτάσεις δίνουν διάφορες εκδοχές της ανάγκης του ανθρώπου να ασκηθεί με την αυτο-παραίτηση ώστε να φτάσει στην αληθινή αυτο-πληρότητα. Η επανάληψη είναι επίμονη και η πρέπουσα. Το αποτέλεσμά της είναι καίριο για το μήνυμα του Έλιοτ, δηλαδή ότι η ζωή επανειλημμένα σφυρηλατεί την ίδια αλήθεια στο οικοδόμημα της ανθρώπινης εμπειρίας. Αν εύχεσαι να φτάσεις εκεί όπου αληθινά και πλήρως υπάρχεις (όχι μόνο μερικώς, ‘να ζεις και να ζεις εν μέρει’) και να μείνεις μακριά από τον κόσμο αυτόν που τιτιβίζει (ΒΝ 113), από τον ‘τόπο της δυσμένειας’ (ΒΝ 90), τότε πρέπει να ασκηθείς βαδίζοντας τον δρόμο της άρνησης μάλλον παρά να επιδιώξεις απευθείας και συνειδητά το είδος της ‘έκστασης’ που κάποιους απόηχούς της συνέλαβες στις χαρισμένες αποκαλυπτικές στιγμές  φωτισμού και χαράς. Αν εύχεσαι να έχεις γνώση της αλήθειας, πρέπει ν’ αποστραφείς το εγωκεντρικό κτητικό κυνήγι του γεγονότος και της αυθεντίας που εκπροσωπούνται από τον ουμανιστικό πολιτισμό, και να δεχτείς τα όρια της ανθρώπινης άγνοιας: πρέπει ν’ αδειάσεις το μυαλό από την επιβεβαιωτική απληστία για πληροφόρηση και να το ανοίξεις στη σιωπή. Αν εύχεσαι ν’ αποκτήσεις εκείνο που σου λείπει, πρέπει να μάθεις ν’ αποστερείς τον εαυτό σου. Γιατί το κτητικό και κατέχον εγώ, περισπασμένο από τη δική του κτητικότητα και δουλωμένο στη δική του φιλοκτημοσύνη σ’ εμποδίζει από το άδειασμα του εαυτού σου και από το άνοιγμα του εαυτού σου, που είναι το αναγκαίο προοίμιο για την απόκτηση εκείνου που μόνο αυτό αξίζει να το κατέχεις. Παρόμοια αν εύχεσαι να γίνεις το αληθινό σου εγώ που τώρα αποτυχαίνεις να είσαι, πρέπει να πας από τον δρόμο όπου το ψεύτικο ‘εγώ’ σου (το βέβαιο, διεκδικητικό, γνωρίζον, κατέχον ‘εγώ’) έχει απορριφθεί, έχει αποβληθεί, και έχει πάψει να υπάρχει.

       Τρία περιληπτικά παράδοξα αποτελειώνουν επιδέξια τη μαγεία, και καθένα απ’ αυτά είναι αναστρέψιμο. ‘Κι ό,τι δεν γνωρίζεις είναι το μόνο που γνωρίζεις’ -Εκείνο που εσύ, ως εμφατικά γνωρίζον δημιούργημα, δεν ισχυρίζεσαι ότι κατέχεις ως γνώση, εκείνο ακριβώς είναι η αληθινή γνώση που μόνο αυτήν αξίζει να έχεις. Το σημείο της παραδοχής της άγνοιάς σου είναι ακριβώς το σημείο της εισόδου σου στη γνώση. ‘Κι ό,τι σου ανήκει είναι αυτό που δεν σου ανήκει’ – Αυτό που αληθινά κατέχεις είναι εκείνο πάνω στο οποίο το πλεονεκτικό σου ‘εγώ’ βεβαιώνει ότι δεν έχει κτητική διεκδίκηση. Αντίστροφα, ό,τι διεκδικείς κτητικά για δικό σου είναι ακριβώς εκείνο που το αληθινό σου εγώ δεν μπορεί να κατέχει. Γιατί εμφατική κυριότητα είναι δουλεία σ’ εκείνο που φανταζόμαστε ότι κατέχουμε. Νομίζουμε ότι κατέχουμε όταν στην πραγματικότητα κατεχόμαστε από το κακό, όταν μάθουμε να μην κατέχουμε τίποτα τότε θα κατεχόμαστε από την αλήθεια και θα καρποφορούμε. Τέλος ‘Κι όπου βρίσκεσαι είναι εκεί όπου δεν βρίσκεσαι’ – Όπου το αληθινό σου  εγώ πλήρως υπάρχει είναι εκεί όπου το εγωκεντρικό σου ‘εγώ’ έχει εγκαταλείψει όλες τις διεκδικήσεις του, έχει πάψει να υπάρχει. Επομένως, αντίστροφα, όπου το συνειδητά εμφατικό ‘εγώ’ υπάρχει, εκεί είναι ακριβώς όπου το αληθινό το ταπεινό εγώ δεν μπορεί πραγματικά να υπάρχει.