Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Αγάπα τον πλησίον σου

George MacDonald. " Τα αρρητα κηρύγματα" προ δημοσίευση συλλογικής μετάφρασης. Εκδόσεις ΧΑΡΙΣ. ( μετάφραση του κατώτερου απο τον Γ.Ιωαννιδη)

«Ἀγάπα τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»(Ματθ. 22,39). Την εντολή αυτή του Κυρίου μας, την πρωτοσυναντάμε στα λόγια του Θεού προς τον Μωϋσή: «Μην είσαι εκδικητικός και μνησίκακος απέναντι στους άλλους, αλλά να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου» (Λευτικόν, 19,18). Ο Κύριός μας ποτέ δεν νοιάστηκε να πρωτοτυπήσει. Όσο πιο παλιά ειπώθηκε κάτι, τόσο το καλύτερο, εάν βεβαίως διατυπώνει την αλήθεια που αυτός θέλει να διδάξει. Στο πρόσωπό Του, τα λόγια είναι απτή πραγματικότητα: ο Λόγος σαρξ εγένετο. Έτσι, σ’ αυτή τη θαυμαστή συνάντηση των άκρων, τα λόγια που είπε δεν ήταν πια μόνο λόγια αλλά πνεύμα και ζωή.

Τα ίδια λόγια παραθέτει δυο φορές ο απόστολος Παύλος και μία φορά ο απόστολος Ιάκωβος, πάντοτε στο ίδιο πνεύμα: η Αγάπη εκπληρώνει το Νόμο.

Μήπως λοιπόν ισχύει και το αντίθετο; Μήπως η πλήρωση του Νόμου είναι Αγάπη; Ο απόστολος Παύλος λέει: «Η αγάπη δεν κάνει ποτέ κακό στον άλλον∙ επομένως η αγάπη είναι η πλήρωση του νόμου» (Ρωμ. 13,10). Αυτό σημαίνει, άραγε, ότι το να μην κάνεις κακό στον άλλον είναι αγάπη; Η αγάπη εκπληρώνει το νόμο∙ όμως ο νόμος εκπληρώνει την αγάπη; Αλήθεια σας λέγω, όχι! Εάν βλέπω κάποιον να τηρεί το νόμο, καταλαβαίνω ότι αγαπά τον πλησίον του. Όμως δεν τον αγαπά επειδή τηρεί το νόμο, αλλά τηρεί το νόμο επειδή τον αγαπά. Καμιά καρδιά δεν μπορεί να αγαπήσει επειδή το λέει ο νόμος. Ο νόμος δεν μπορεί να εκπληρώσει την αγάπη.

«Τουλάχιστον όμως, ο νόμος μπορεί να εκπληρώσει τον νόμο, έστω κι αν δεν φθάνει έως την αγάπη», λένε κάποιοι. Εγώ δεν το πιστεύω αυτό. Είμαι βέβαιος ότι δεν μπορεί κανείς να τηρήσει το νόμο έναντι του πλησίον του εάν δεν αγαπά τον πλησίον του. Ο ίδιος ο νόμος είναι απέραντος και εκτείνεται σε άπειρες εντολές που αφορούν κάθε όψη της ανθρώπινης πράξης, ώστε όποιος πασχίζει να τηρήσει όσο περισσότερες εντολές μπορεί, δεν μπορεί παρά να γευτεί την αποτυχία. Δεν είμαστε πλασμένοι για το νόμο αλλά για την αγάπη. Η αγάπη είναι ο νόμος, διότι είναι κάτι απείρως περισσότερο από αυτόν. Η αγάπη πηγάζει από μια περιοχή απείρως υψηλότερη από την περιοχή του νόμου. Στην πραγματικότητα, η αγάπη είναι αυτή που δημιουργεί το νόμο. Κανένα από τα «οὐ» του νόμου δεν θα είχε ειπωθεί, εάν δεν τα ενέπνεε η αγάπη. Είναι αλήθεια ότι, απαξ και ειπώθηκαν, πήραν τη μορφή του δικαιϊκού νόμου∙ ναι, του νόμου, ακόμα και με την κατώτερη και κοσμική μορφή της αυτοσυντήρησης. Όμως αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι όταν πρωτοειπώθηκαν, ειπώθηκαν από αγάπη. Εάν δεν έχουμε αγάπη μέσα μας, δεν γίνεται να έχουμε αίσθηση δικαίου. Γιατί δεν είναι αλήθεια ότι το μόνο που νοιάζει τον καθένα μας, είναι τα δικά του θέλω;

Δεν λέω ότι η συνειδητή αγάπη φέρνει δικαιοσύνη∙ λέω ότι χωρίς αγάπη μέσα μας, δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ δικαιοσύνη. Διότι για μένα η δικαιοσύνη δεν είναι κάτι που αφορά αποκλειστικά στα δικαιώματά μας, στο δικό μας δίκιο. Είναι βέβαια αλήθεια ότι υπάρχουν φτωχές και μαραζωμένες μορφές αγάπης, που σήμερα στέκουν πολύ πιο κάτω από τη δικαιοσύνη. Όμως σήμερα, ακόμα και αυτές έχουν τεράστια αξία, διότι μπορούν να εξελιχθούν σε αυτό που είναι ανώτερο της δικαιοσύνης −και είναι ανώτερο επειδή ακριβώς από αυτό θα γεννηθεί η αίσθηση ότι πρέπει να υπάρξει δικαιοσύνη.

Αλλά τότε, τι χρειάζεται ο Νόμος; Χρειάζεται για να μας οδηγήσει στον Χριστό, στην Αλήθεια∙ για να ξυπνήσει στο νου μας αυτό το οποίο ζητάει από εμάς κάτι πολύ βαθύτερο μέσα μας, η παρουσία δηλαδή του Θεού εντός μας. Χρειάζεται ο Νόμος, για να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε, εν μέρει μέσα από την αποτυχία μας να τον τηρήσουμε, ότι ακόμα και η πιο αγνή προσπάθεια της θέλησής μας δεν αρκεί για να μην κάνουμε κακό στον πλησίον μας. Ένας άνθρωπος, για παράδειγμα, που δεν αγαπά τον πλησίον του αλλά όμως θέλει να τηρεί το νόμο, μπορεί άραγε να μείνει ήσυχος ότι δεν πρόκειται ποτέ, ούτε με λόγο, ούτε με βλέμμα, ύφος ή με κάποια χειρονομία του, να τον βλάψει; Ποιος άνθρωπος μπορεί να κρίνει σωστά τον πλησίον του εκτός από εκείνον, που αγαπάει τόσο πολύ τον πλησίον του ώστε αρνείται να τον κατακρίνει;

Γι’ αυτό μας έχει ειπωθεί να αγαπάμε και να μην κρίνουμε. Αυτή είναι η μόνη δικαιοσύνη για την οποία είμαστε ικανοί και μόνον η τελείωση της αγάπης μας μπορεί να μας κάνει δίκαιους. Ακόμα περισσότερο: όταν αρνούμαστε ν’ αγαπήσουμε τον πλησίον μας, τον αδικούμε στο έπακρο. Αλλά γι’ αυτό θα μιλήσω αργότερα. Εκείνο που θέλω να επαναλάβω εδώ, είναι ότι δεν μπορούμε να τηρήσουμε ούτε ακόμα και τον πιο απλό νόμο αν δεν υψωθούμε σε μια απολύτως υψηλότερη περιοχή∙ σε μια περιοχή που ίσταται πάνω από το νόμο επειδή είναι πνεύμα και ζωή και είναι αυτή που δημιουργεί το νόμο. Για να τηρήσουμε το νόμο έναντι του πλησίον μας, πρέπει να αγαπάμε τον πλησίον μας. Δεν πλαστήκαμε για το Νόμο αλλά για τη Χάρη, ή για την Πίστη, για να χρησιμοποιήσω μια λέξη που έχει υποστεί τα πάνδεινα. Πλαστήκαμε σε μια απολύτως ανώτερη κλίμακα και όχι σε αυτήν της «καθαρής» δικαιοσύνης, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Ο νόμος έρχεται για να μας κάνει να ποθήσουμε την Χάρη, δηλαδή για να ποθήσουμε το Θεό, στον οποίον τα πάντα είναι αγάπη αφού «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί» (Α΄ Ιωαν. 4,8).

Παρ’ όλο λοιπόν που η πλήρωση του νόμου είναι η πρακτική μορφή που παίρνει η αγάπη∙ παρ’ όλο που παραμέληση του νόμου σημαίνει έλλειψη αγάπης∙ και παρ’ όλο που η πλήρωση του νόμου είναι ο τρόπος με τον οποίον στη βούληση του ανθρώπου εκφράζεται η αγάπη του προς τον πλησίον του∙ παρά όλα αυτά, όταν ο Χριστός μάς είπε να αγαπάμε τον πλησίον μας, δεν εννοούσε να τηρούμε το νόμο απέναντί του, αλλά την υπαρκτική κατάσταση εκείνη, η οποία οδηγεί στην τήρηση του νόμου και στην εκπλήρωσή του.

Αυτό είναι ξεκάθαρο από την παραβολή του καλού Σαμαρείτη. «Ποιος είναι ο πλησίον μου;», ρώτησε ο νομικός. Και ο Κύριος τον δίδαξε, ότι πλησίον του είναι κάθε άνθρωπος για τον οποίον θα μπορούσε να είναι ή να κάνει κάτι −κοντολογής, ότι οι άνθρωποι κάθε φυλής από το πολυπλόκαμο είδος του ανθρώπου, είναι ο πλησίον μας. Ποια από τις απαγορεύσεις του νόμου συναντάμε σε αυτή την παραβολή; Ούτε μία! Η αγάπη είναι κάτι περισσότερο από το νόμο. Αυτή καθιστά αδύνατη την παράβασή του όπως φανερώνεται σε κάθε πράξη καλοσύνης, δηλαδή αναγνώρισης της ανθρώπινης αδελφοσύνης. Ναι, με τρυφερότητα και γεμάτη αγάπη η καλοσυνάτη καρδιά του Σαμαρείτη χτύπησε μαζί με την καρδιά του Ιουδαίου, και τα χέρια του Σαμαρίτη άγγιξαν και απάλυναν τις πληγές του Ιουδαίου.

«Αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου».

Τόσο άμεση, ξεκάθαρη και πλήρης είναι αυτή η παραβολή του Κυρίου μας, που ντρέπεται κανείς να πει κάτι περισσότερο γι’ αυτήν. Αν υποθέσουμε ότι κάποιος από εκείνους που τον άκουγαν, γύριζε και του έλεγε: «Μα μπορώ να τηρώ το νόμο χωρίς να αγαπώ τον πλησίον μου!», τότε ο Κύριος θα του απαντούσε: «Να τηρείς λοιπόν το νόμο όχι κατά το γράμμα του αλλά κατά το πνεύμα του, δηλαδή στην αλήθεια της πράξης∙ και τότε σύντομα θ’ ανακαλύψεις, ω Ιουδαίε, ότι αγαπάς τον Σαμαρείτη».

Ο Κύριος θέλει να εκφράζουμε τις σκέψεις, τις απορίες και τις ερωτήσεις, που γεννιούνται στο νου μας. Αλλά δεν θα μας διορθώσει πετώντας μας περιφρονητικά μια λέξη θείας σοφίας. Γνωρίζει ότι ούτε ακόμα και τα λόγια του δεν μπορούν να αναπαύσουν όλα τα ερωτήματα μιας πρόθυμης ψυχής∙ γνωρίζει πως αυτό που μπορεί να την αναπαύσει, είναι το πνεύμα Του. Όταν θέλουμε να μάθουμε κάτι περισσότερο, αυτό το περισσότερο θα είναι εκεί και θα μας περιμένει. Για παράδειγμα, ο πλησίον μας μπορεί να μην βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης ώστε να σπεύσουμε για να τον βοηθήσουμε. Σε αυτή την περίπτωση, μπορούμε να προχωρήσουμε διορθώνοντας τη σκέψη μας προς το αληθινό. Με αυτόν τον τρόπο θα είμαστε έτοιμοι να υποδεχτούμε όσα επιπλέον έχει να μας διδάξει το Πνεύμα αυτό, που είναι ο Κύριός μας.

«Όμως με ποιον τρόπο;», θα πει κάποιος που είναι μεν πρόθυμος να δει στον καθένα τον πλησίον του, αλλά συνειδητοποιεί ότι δεν κατορθώνει να τηρήσει το νόμο ούτε καν απέναντι στη γυναίκα που αγαπάει περισσότερο από κάθε άνθρωπο στη γη. Ρωτάει λοιπόν: «Πώς θα κατορθώσω να υψωθώ σε αυτή την υψηλότερη περιοχή, σε αυτούς τους ουρανούς της αγάπης;». Μόλις ξεκινήσει κανείς να αγαπά τον πλησίον του, ανακαλύπτει ότι η απόσταση που τον χωρίζει από αυτούς τους ουρανούς της αγάπης είναι η ίδια που τον χωρίζει από την τήρηση του νόμου. Όπως δεν μπορεί να τηρήσει τον νόμο εάν προηγουμένως δεν υψωθεί στην αγάπη του πλησίον του, έτσι δεν μπορεί ούτε να αγαπήσει τον πλησίον του αν δεν ανέβει ακόμα ψηλότερα, κοντά στο Θεό. Ολόκληρο το σύστημα του σύμπαντος εργάζεται με βάση αυτό το νόμο: τα πάντα ανέρχονται υψηλότερα, κατευθυνόμενα προς το κέντρο. Εκείνος που θέλει να αγαπά τον πλησίον του, δεν μπορεί να το κατορθώσει στηριζόμενος απλώς και μόνο στο ότι το θέλει. Μόνον ο άνθρωπος που πορεύεται καθ’ ομοίωση του Θεού, από τον οποίον πλάστηκε και χάρη στον οποίον υπάρχει, μόνο αυτός ο άνθρωπος μπορεί να αγαπήσει «ὡς σἑαυτόν» τον πλησίον του, ο οποίος, όπως και ο ίδιος, πλάστηκε κι αυτός από το Θεό και υπάρχει χάρη στο Θεό. Το μυστήριο της ατομικής ύπαρξης και της σχέσης με τον άλλον βρίσκεται βαθιά μέσα στις καταβολές της ανθρωπότητας και, επομένως, τα σχετικά ερωτήματα μπορούν να απαντηθούν μόνο από εκείνον ο οποίος, στην πράξη τουλάχιστον, ανταποκρίνεται στις θείες επιταγές που προκύπτουν από αυτές τις καταβολές.

Μόνο «ἐν Θεῷ» μπορούν οι άνθρωποι να συναντηθούν μεταξύ τους. Διότι μόνο στο Θεό συναντιούνται, και δεν διασταυρώνονται απλώς, οι συγκλίνουσες ακτίνες της ύπαρξης. Όταν μέσα μας γεννιέται σιγά-σιγά και εκδηλώνεται μέσω της ατομικής σωματικής μας ύπαρξης ο «νοῦς Χριστοῦ», η ζωή του Πατρός, τότε παίρνει συνειδητά ζωή η αγάπη των αδελφών μας. Από τον Χριστό δια των πλησίον μας έρχεται η ζωή, η οποία τον κάνει μέρος της σαρκικής μας ύπαρξης.

Είναι πραγματικά δυνατόν να αγαπάμε τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας. Ο Κύριός μας δεν μίλησε ποτέ με ρητορικές υπερβολές, παρ’ όλο που αυτό ισχυρίζονται ένα σωρό ερμηνευτών του για να πείσουν τον εαυτό τους ότι πιστεύουν σε Αυτόν. Μπορούμε να δούμε ότι αυτό είναι δυνατόν, πριν ακόμα το πετύχουμε πραγματικά. Διότι πάντοτε συλλαμβάνουμε την αλήθεια με το νου μας πριν τη θέσουμε σε εφαρμογή στη ζωή μας. Είναι βέβαια αλήθεια, ότι κανένας δεν μπορεί να συλλάβει στην εντέλεια την αλήθεια πριν να την κάνει ένα με τη ζωή του. Όμως πρέπει προηγουμένως να έχει δει ότι μπορεί να ενωθεί με την αλήθεια. Ένας άνθρωπος μπορεί να πιστέψει πως είναι δυνατόν να αγαπήσει τον πλησίον του όπως τον εαυτό του, όταν προηγουμένως αντιληφθεί ό,τι δεν έχει ακόμα κατορθώσει. Τότε μόνο μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι αυτός είναι ο μοναδικός σκοπός της τελείωσης του ανθρώπου και ότι σε τούτο το σκοπό προστρέχουν τα πάντα παρακινούμενα από το θέλημα του Πατρός. Ας Τον αφήσουμε να μας σφυρηλατήσει κι ας μην λιποψυχούμε στην ιδέα ότι η ημέρα του Θεού απέχει χιλιάδες χρόνια από εμάς: η ημέρα της Κρίσεως δεν είναι πιο μακριά από τη σημερινή ημέρα, γιατί Αυτός, Η Αγάπη, εργάζεται μέσα μας «νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων», τώρα και πάντα κι έως το τέλος των αιώνων.

Ωστόσο, παρ’ όλο που είναι αλήθεια ότι θα αγαπήσουμε τον πλησίον μας μόνον όταν αγαπήσουμε το Θεό με όλη μας την καρδιά, υπάρχουν πολλά βήματα ίσαμε την επίτευξη αυτού του τελικού σκοπού. Ας προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε αυτό το έργο της αλήθειας ανοίγοντας το οπτικό μας πεδίο. Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος που πιστεύει στον Χριστό μας, εννοεί τα λόγια Του και συνάμα γνωρίζει την αλήθεια τους∙ κι ας υποθέσουμε ότι αυτός ο άνθρωπος πασχίζει να τηρήσει την αγάπη προς τον πλησίον και να αγαπάει τον πλησίον του όπως τον εαυτό του. Αρχίζει λοιπόν να σκέφτεται τους πλησίον του γενικά και προσπαθεί να νιώσει αγάπη γι’ αυτούς. Ευθύς αμέσως ανακαλύπτει ότι αρχίζει να τους ταξινομεί. Με κάποιους δεν έχει κανένα πρόβλημα, γιατί τους αγαπούσε και από πριν, όχι γι’ αυτό που αυτοί είναι αλλά επειδή, με τη φιλική τους διάθεση και στάση απέναντί του, ξεσήκωσαν ευνοϊκά τα συναισθήματά του όπως ο άνεμος σηκώνει τα κύματα, δηλαδή χωρίς να έχει ο ίδιος κοπιάσει γι’ αυτούς. Τότε λοιπόν σκέφτεται, ότι αυτό δεν είναι ακριβώς αγάπη του πλησίον, παρ’ όλο που δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα απήχε πολύ περισσότερο από αυτήν εάν δεν υπήρχε κανένας να τον αγαπάει έστω και με αυτό τον τρόπο, ή, πολύ περισσότερο, εάν ούτε κι ο ίδιος αγαπούσε κανέναν, έστω και με αυτό τον τρόπο. Του έρχονται λοιπόν στο νου τα λόγια του Κυρίου: «Εάν αγαπάτε αυτούς που σας αγαπούν, ποια χάρη περιμένετε από τον Θεό;» (Λουκ. 6, 32), και τότε αρχίζει να σκέφτεται κάποιον άλλον πλησίον του, κάποιον ας πούμε «δεύτερης σειράς» στον κατάλογό του∙ και προσπαθεί να τον αγαπήσει. Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι εχθρός του −θα μιλήσουμε πιο κάτω γι’ αυτό το είδος πλησίον μας−, αλλά του είναι βαρετός, αδιάφορος, με δυο λόγια καθόλου μα καθόλου αξιαγάπητος. Τι θα κάνει με αυτόν; Όσο κι αν προσπαθεί να τον αγαπήσει, αντιλαμβάνεται ότι του είναι πιο αδύνατον από ποτέ!

Φυσικά, διαπιστώνοντας την αποτυχία του αυτή, του γεννιέται μια ερώτηση: «Οφείλω να αγαπήσω ακόμα κι αυτούς που δεν μου είναι αγαπητοί;». Ασφαλώς όχι, σκέφτεται∙ αφού δεν είναι αξιαγάπητοι. Όμως από εδώ ξεκίνησε η ερώτησή του. Οπότε ο άνθρωπός μας ξαναγυρίζει πίσω, στην αρχική ερώτηση, και αναρωτιέται: «Πώς λοιπόν πρέπει να είναι ένας άνθρωπος για να το αγαπήσω; Γιατί θα πρέπει σώνει και καλά να αγαπήσω τον πλησίον μου όπως τον εαυτό μου;».

Σε αυτό, δεν πρέπει να του απαντήσουμε, «Επειδή αυτό λέει ο Κύριος». Επειδή ο Κύριος το λέει αυτό, γι’ αυτό το λόγο ο άνθρωπος εξετάζει εάν μπορεί να το υπακούσει. Αλλά κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει τον πλησίον του απλώς και μόνον επειδή το λέει ο Κύριος! Ο Χριστός το λέει αυτό επειδή αυτό είναι το σωστό, το αναγκαίο και το φυσιολογικό∙ και ο άνθρωπος, αυτό θέλει να το νιώσει βαθιά μέσα του και να το οικειωθεί. Παρ’ όλο που ο Κύριός μας ευαρεστείται με όποιον άνθρωπο κάνει κάτι επειδή το είπε Εκείνος, την ευαρέσκειά του τη δείχνει επίσης κάνοντας τον άνθρωπο να αναζητάει και να μην ικανοποιείται έως ότου γνωρίσει για ποιο λόγο είπε ο Κύριος αυτό που είπε. Την ευαρέσκειά του τη δείχνει οδηγώντας τον άνθρωπο να αντιληφθεί, ότι καμιά εντολή δεν μπορεί να υπακούσει με τη βαθύτερη έννοια του όρου −με τον τρόπο δηλαδή με τον οποίον αγαπά ο Χριστός−, εάν δεν συνειδητοποιήσει το λόγο για τον οποίον μας δόθηκε. Προσέξτε όμως: δεν λέω ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να υπακούει την εντολή μέχρι να συνειδητοποιήσει το λόγο για τον οποίο δόθηκε. Κάτι τέτοιο είναι τελείως διαφορετικό από αυτό που λέω εδώ! Είναι ωραίο να υπακούμε την έλλογη πηγή μιας εντολής. Είναι όμως ακόμα πιο ωραίο να λατρεύουμε την ακτινοβόλο πηγή του φωτός μας. Για να υψωθούμε λοιπόν σε αυτή την ευπειθή όραση, μάς έδωσε ο Χριστός τις εντολές του. Διότι τότε η καρδιά μας συναντάει τη δική του καρδιά και βλέπουμε τον Θεό. 

Επιτρέψτε μου να παρουσιάσω με τη μορφή διαλόγου τι μπορεί να συμβαίνει στο νου ενός ανθρώπου, που εξετάζει την ερώτηση από την απέναντι μεριά.

«Γιατί να αγαπήσω τον πλησίον μου;».

«Είναι το ίδιο όπως εγώ, γι’ αυτό και οφείλω να τον αγαπώ».

«Γιατί; Εγώ είμαι εγώ κι αυτός είναι ένας άλλος».

«Μα έχει τις ίδιες σκέψεις, τα ίδια συναισθήματα, τις ίδιες ελπίδες, θλίψεις και χαρές, όπως εγώ».

«Ναι, αλλά θα πρέπει να τον αγαπήσω γι’ αυτό; Όλα αυτά είναι δικό του θέμα κι εγώ έχω τα δικά μου θέματα».

«Αλλά έχει την ίδια συνείδηση με τη δική μου. Όπως βλέπω εγώ τα πράγματα, έτσι τα βλέπει κι αυτός».

«Ίσως, αλλά δεν μπορώ να μπω μέσα στη συνείδησή του, ούτε κι αυτός στη δική μου. Εγώ αισθάνομαι σαν εγώ, όχι σαν εκείνος. Η ζωή μου κυλάει στις δικές μου φλέβες, όχι στις δικές του. Ο κόσμος φωτίζεται για μένα μέσα στη δική μου συνείδηση και δεν έχω ιδέα τι τρέχει μέσα στη δική του συνείδηση. Πολύ θα ήθελα να τον αγαπώ, αλλά δεν βλέπω το λόγο. Είμαι άτομο. Κι αυτός είναι άτομο. Ο εαυτός μου είναι πιο κοντά σ’ εμένα από ό,τι αυτός. Ο καθένας έχει το δικό του, χωριστό σώμα κι αυτή η απόσταση που χωρίζει τα σώματά μας, χωρίζει και τον εαυτό μου από τον εαυτό του. Ο εαυτός μου είναι χωριστός από τον εαυτό του κι εγώ είμαι χωριστός μέσα στον εαυτό μου».

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το λάθος! Ο άνθρωπος που σκέφτεται με αυτό τον τρόπο, υποθέτει την ύπαρξη ενός δυϊσμού που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Έτσι, θεωρεί λανθασμένα την ατομικότητα ως χωριστότητα. Απεναντίας όμως, η ατομική ύπαρξη είναι η μόνη δυνατότητα για να υπάρξει δεσμός αγάπης. Διότι η ετερότητα είναι το έδαφος όπου ριζώνει ουσιαστικά η αγάπη! Αν δεν υπάρχει άλλος, ποιον ν’ αγαπήσεις;  Γιατί λοιπόν ο άνθρωπος κάνει το λάθος να θεωρεί την ατομικότητα ως χωριστότητα και όχι ως τη δυνατότητα για να υπάρξει δεσμός αγάπης; Ο λόγος είναι ότι, όταν το περιορισμένο πνεύμα του ανθρώπου ατενίζει τα πνευματικά πράγματα, φαντάζεται μια τέτοια παν-ενότητα ώστε νομίζει ότι υπάρχει αβυσσαλέο χάσμα οπουδήποτε βλέπει κενό, οπουδήποτε δεν βλέπει κάτι εκεί που θεωρεί ότι θα έπρεπε υπάρχει. Γι’ αυτό θέλει να παρουσιάζει το αρνητικό σαν κάτι θετικό. Έτσι, όταν ένας άνθρωπος δεν αγαπά, την έλλειψη αγάπης θέλει να την παρουσιάσει ως κάτι το απολύτως λογικό. Να πει ότι έχει λόγο που δεν αγαπάει. Όμως, αγαπάει κανείς επειδή ξέρει το λόγο; Αγαπάει επειδή έχει κάποιο λόγο να αγαπάει; Αγαπάει επειδή αγαπάει! Το ανθρώπινο λογικό δεν μπορεί να εξηγήσει για ποιο λόγο ο Θεός έκτισε τον κόσμο. Διότι οι εξηγήσεις κατέρχονται πάντοτε άνωθεν, από τον Θεό προς τον άνθρωπο. Αρκεί να αντιληφθεί ο άνθρωπος ότι έτσι έχουν τα πράγματα και τότε οι ερωτήσεις του θα λάβουν τέλος. Θα απαντηθούν.

Όποιος δεν το νιώθει αυτό, δεν πρέπει να κατατρύχεται με ατέρμονες συζητήσεις περί αγάπης. Γιατί δεν έχει την ίδια την αγάπη αλλά ένα φάντασμά της, που το σκάρωσε ο ίδιος στη μάταιη προσπάθειά του να καταλάβει. Δεν πρέπει να τρωγόμαστε ψάχνοντας το γιατί δεν αγαπάμε. Διότι καμιά σκέψη και κανένα σύμβολο δεν μπορεί να προσεγγίσει την πραγματικότητα της αγάπης, ούτε μπορούμε να την κατανοήσουμε χρησιμοποιώντας απλώς την άλγεβρα της λογικής μας, ή τη φαντασία μας. Πραγματικά, ακόμα και η συζήτηση γι’ αυτήν θολώνει το νου μας και δεν μπορούμε να τη δούμε. Αρκεί ένας άνθρωπος να αγαπήσει έστω μια φορά, και όλοι οι λόγοι για τους οποίους μέχρι τότε του φαινόταν δύσκολο να αγαπήσει, θα γίνουν λόγοι για να αγαπά!

Αφήστε έναν άνθρωπο να βρεθεί έστω μια φορά μπροστά σε κάποιον που έπεσε θύμα ληστών∙ αφήστε τον να γίνει ο πλησίον του, να αλοίψει με λάδι τις πληγές του, να τις φροντίσει, να τον πάρει μαζί του και να πληρώσει για να τον κρατήσουν στο πανδοχείο ώσπου να γίνει καλά. Ας τα κάνει όλα αυτά έστω και μόνο από μια αίσθηση καθήκοντος. Ας τα κάνει ακόμα και χωρίς να γνωρίζει την αληθινή κλήση του, μόνο και μόνο επειδή αισθάνεται περήφανος στη φαντασία του για την «ιουδαϊκή» ανωτερότητά του. Αφήστε τον να πράξει έτσι ακόμα και με τα ευτελέστερα κίνητρα. Είναι τόσο γόνιμη η ίδια η υπακοή σε μια αιώνια αλήθεια ακόμα και στο ελάχιστο που τη μπορεί ο άνθρωπος αυτός, και είναι τόσο πλούσιο το ίδιο το γεγονός ότι πράττει την αλήθεια έστω κι αν δεν πιστεύει σε αυτήν, ώστε έπειτα από την πράξη του αυτή θα είναι απείρως πιο κοντά στην αλήθεια απ’ ό,τι προηγουμένως, έστω κι αν δεν νιώσει ούτε ένα χιλιοστό από την αλήθεια που υπαγορεύει μια τέτοια πράξη αγάπης. Γιατί θα συνεχίσει το δρόμο του έχοντας πλέον αγαπήσει τον «Σαμαρείτη» πλησίον του λιγάκι παραπάνω απ’ όσο του το επέτρεπε η «ιουδαϊκή» του έπαρση. Ούτε που θα καθήσει να σκεφτεί αν αυτό που έκανε ήταν λογικό, παρ’ όλο μπορεί να μην το σκέφτηκε καθόλου πριν τον συνδράμει.

Πόσο περισσότερο λοιπόν θα ενεργοποιηθεί η ύψιστη αγάπη αν ο άνθρωπος που προβαίνει σε μια τέτοια πράξη, είναι ένας άνθρωπος πρόθυμος να αγαπήσει τον πλησίον του, αν το μπορεί! Μην ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος είναι ένα όλον∙ έτσι, από τη στιγμή που αρχίζει να ενοποιεί τον εαυτό του τηρώντας την αλήθεια, η αλήθεια που βρίσκεται εντός του αρχίζει να του αποκαλύπτεται, να λάμπει μέσα από αυτό το νέο όλον. Διότι όταν η πράξη του ανθρώπου ανταποκρίνεται στη βούληση του Πλάστη του, όταν είναι η δική του συνεισφορά στη διάπλαση του εαυτού του, η απόκρισή του στο «τά Πάντα ἐν πᾶσι», στα «ῥέοντα ὓδατα» της αρμονικής ζωής που πλάθει τον κόσμο, τότε ανοίγεται στην αλληλεπίδραση, στην αμοιβαία ώσμωση και στην ομοίωση με τον Χριστό. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος αρχίσει να προσβλέπει σε Αυτόν, σύντομα ανακαλύπτει πως η ορθή πράξη προηγείται του αισθήματος και πως έτσι θα μπορέσει να γνωρίσει το ίδιο το θεμέλιο του συναισθήματος. Μια αμφιβολία, μια ελάχιστη υποψία ότι ίσως εδώ υπάρχει αλήθεια, θα πρέπει να είναι αρκετή για όσους δεν χρειάζονται διαταγές για να δοκιμάσουν κάτι στην πράξη.

Όλο το «εκπαιδευτικό σύστημα» με τον οποίο ο Θεός μάς διδάσκει και μας εκπαιδεύει στο πεδίο των σχέσεών μας με τους άλλους ανθώπους, αποσκοπεί στο να μάθουμε ότι οφείλουμε να αγαπήσουμε τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας. Αυτό είναι κάτι που ο άνθρωπος δεν μπορεί να το μάθει από μόνος του∙ ούτε είναι ένα καθήκον για το οποίο μπορεί να πειστεί με επιχειρήματα  −όπως, άλλωστε, ούτε η διαφορά μεταξύ καλού και κακού μπορεί να οριστεί με όρους διαφορετικούς από του καλού και του κακού. Μπορεί όμως να πει εδώ κανείς: «Μα η διαφορά μεταξύ καλού και κακού είναι εντυπωμένη στο νου του καθενός∙ είναι αυταπόδεικτη και προφανής. Αλλά η αγάπη του πλησίον δεν μοιάζει να είναι αυταπόδεικτη, αφού ακόμα και οι περισσότεροι από εκείνους που προσδοκούν την αιώνια ζωή ακολουθώντας Εκείνον που τη δίδαξε, δεν πιστεύουν πραγματικά ότι η αγάπη του πλησίον είναι μια αλήθεια∙ απεναντίας, πιστεύουν ότι ύψιστη αλήθεια είναι να φροντίζουν για την ατομική τους σωτηρία σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε κινδυνεύουν να ξεχνούν τον πλησίον τους».

Είναι αλήθεια, ότι το ανθρώπινο γένος προχώρησε σε γενικές γραμμές τόσο μακριά, ώστε έφτασε να διακρίνει το καλό από το κακό∙ γι’ αυτό και στους περισσότερους ανθρώπους είναι εντυπωμένη η διάκριση ανάμεσά τους. Όμως το γένος μας δεν έχει ωριμάσει τόσο ώστε η επόμενη γενιά ανθρώπων να γεννηθεί έχοντας εντυπωμένη μέσα της την αλήθεια της αγάπης του πλησίον. Ο σημερινός άνθρωπος φτάνει σε αυτή την αλήθεια μόνο έπειτα από μακρόχρονη διδαχή της και την τριβή με το σχολείο της ζωής. Μόλις όμως την αντιληφθεί, τότε αμέσως πιστεύει σε αυτήν.

Ολόκληρη η ανθρώπινη κοινωνία υπάρχει, υποστηρίζω, για ένα και μόνο ξεκάθαρο σκοπό∙ τη διδασκαλία των δυο αληθειών, που δίνουν στον άνθρωπο ζωή: Αγάπα τον Θεό καιΑγάπα τον Άνθρωπο. Δεν θα χρονοτριβήσω μιλώντας για τα μυστήρια της γονεϊκής σχέσης, διότι και αυτά ανήκουν στη διδασκαλία της προηγούμενης αλήθειας. Θα πω μονάχα, ότι ερχόμαστε στον κόσμο όπως ερχόμαστε, για να γνωρίσουμε την αγάπη από τους γονείς μας και να τη δούμε σαν ένα σύμβολο της θεϊκής αγάπης, ένα σύμβολό της πλούσιο και φτωχό συνάμα, αλλά πάντως το καλύτερο σύμβολό της που διαθέτουμε[1]. Και η πικρή αλήθεια είναι, πως πολλοί περισσότεροι άνθρωποι θα έβρισκαν εύκολο να αγαπήσουν τον Θεό αν δεν έβλεπαν μπροστά τους αξιοθρήνητες και παραμορφωμένες εικόνες Του σε αυτά τα εγωκεντρικά, τα γεμάτα άλογα πάθη, αποπροσανατολισμένα και άπιστα πλάσματα που γνώρισαν στο πρόσωπο των γονιών τους, γονιών ανίκανων να αγαπήσουν τα παιδιά τους.

Θα μιλήσω λοιπόν τώρα, σε αναφορά πάντα με την δεύτερη μεγάλη εντολή, για τη σχέση ανάμεσα στα αδέλφια. Γιατί ο αδελφός μου γεννήθηκε από τον ίδιο πατέρα και μητέρα; Γιατί τον φρόντιζα όταν ήταν ένα αδύναμο μωρό; Γιατί το μωρό αυτό κάθεται μ’ εμπιστοσύνη στα πόδια του μεγαλύτερου αδελφού ή αδελφής του; Γιατί μεγαλώνουμε με τις φροντίδες της ίδιας μάνας; Γιατί θαυμάζουμε παρέα το μεγαλείο του ηλιοβασιλέματος και το μυστήριο της σελήνης που ανατέλλει; Γιατί κοιμόμαστε παρέα, γιατί παίζουμε μαζί και δοκιμάζουμε χέρι-χέρι τις πρώτες μας περιπέτειες και τις πρώτες αταξίες μας; Γιατί τσακωνόμαστε, ορκιζόμαστε εκδίκηση και σιωπή κι αιώνια εχθρότητα, κι ύστερα, μη μπορώντας ν’ αντισταθούμε στην αδελφοσύνη που υπάρχει εντός μας, σφίγγουμε ξανά τα χέρια και ξεχνάμε τα πάντα μέσα σε λίγη ώρα; Είναι επειδή η μεταξύ μας Αγάπη μπορεί ξεπεράσει τα πάντα! Είναι επειδή για τον αδελφό και την αδελφή μου νιώθω πράγματα, που δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις και λεκτικά σχήματα∙ νιώθω μια αγάπη, στην οποία η εικόνα του Θεού εντός μου με σπρώχνει με ορμή να ξεχάσω τους εγωισμούς μου και να κοιτάξω κατάματα τον ίδιο τον αδελφό μου, την ίδια την αδελφή μου∙ μια αγάπη δυνατότερη απ’ το θάνατο, μια αγάπη γεμάτη χαρά, δύναμη και γαλήνη.

Αν όμως η αγάπη αυτή σταματήσει εδώ, τι θ’ απογίνει;Θα γκρεμοτσακιστεί και μαζί της θα χαθεί η αδελφοσύνη! Διότι εκείνος που δεν αγαπά τον αδελφό του για λόγους βαθύτερους από εκείνους που στηρίζονται στην απλή συγγένεια του αίματος, αργά ή γρήγορα θα σταματήσει να τον αγαπά. Η αγάπη που δεν διευρύνει τα όριά της, η αγάπη που δεν αναπτύσσεται, δεν μεγαλώνει για να χωρά πολύ περισσότερα και πολλούς περισσότερους, η αγάπη που δεν βαθαίνει, αυτή η αγάπη θα μαραζώσει, θα συρρικνωθεί, θα ξεφτίσει και θα πεθάνει. Ξεκινώντας από τους αδελφούς μου, τους γυιούς της μάνας μου, οφείλω να μη σταματήσω εκεί αλλά ν’ αρχίσω να μαθαίνω σιγά-σιγά την πανανθρώπινη αγάπη. Γιατί υπάρχει ένας δεσμός ανάμεσα σ’ εμένα και τον πιο τρισάθλιο ψεύτη πάνω στη γη, τον άνθρωπο εκείνο που πέθανε έχοντας διαπράξει ένα έγκλημα που ποτέ του δεν ομολόγησε. Ένας δεσμός απείρως στενότερος από εκείνον που δένει τ’ αδέλφια μεταξύ τους από το γεγονός και μόνον ότι έχουν τον ίδιο πατέρα και την ίδια μάνα. Και ο δεσμός αυτός είναι, ότι είμαστε γυιοί και κόρες του Θεού, ότι γεννηθήκαμε όλοι από την καρδιά Του, ότι μας γέννησε η αγάπη Του∙ κι αυτός ο δεσμός είναι στενότερος από όλους τους δεσμούς ανάμεσα στους ανθρώπους!

Ποτέ κανένας γονιός δεν μπορεί ν’ αγαπήσει σωστά το παιδί του αν δεν το αγαπά επειδή είναι και αυτό άνθρωπος, αν δεν το αγαπά επειδή είναι και αυτό εικόνα του Θεού, αν δεν το αγαπά γι’ αυτούς τους λόγους τόσο ώστε να ξεχνάει εντελώς πως είναι αίμα από το αίμα του. Το ίδιο ισχύει και για τ’ αδέλφια μου. Ο γυιός της μητέρας μου είναι αληθινά αδελφός μου επειδή είμαστε και οι δυο τέκνα του Θεού. Αν λοιπόν αναγνωρίζω αυτό τον μεγαλύτερο και στενότερο απ’ όλους δεσμό ανάμεσά μας, τότε δεν γίνεται να μην αναγνωρίσω ότι ο ίδιος αυτός δεσμός με ενώνει με όλους τους ανθρώπους. Διότι, δόξα τω Θεώ, είναι αλήθεια πως το μεγαλύτερο δεν εκτοπίζει το μικρότερο αλλά παίρνει όλους τους πιο αδύναμους δεσμούς και τους κάνει ισχυρότερους και πιο αληθινούς.

Το γεγονός ότι είμαστε όλοι αδέλφια, δεν απαγορεύει βέβαια να νιώθουμε πιο κοντά μας κάποιους από τους συνανθρώπους μας. Ο εξ αίματος αδελφός μου παραμένει πάντοτε ο πρώτος πλησίον μου και εκ των πραγμάτων είμαστε πολύ κοντά ο ένας στον άλλον, είτε το θέλουμε είτε όχι, ώστε μέσα από την αναμεταξύ μας τρυφερότητα να μάθουμε τι σημαίνει αδελφοσύνη. Γιατί η αγάπη που νιώθουμε τα αδέλφια μεταξύ μας δεν είναι τίποτε άλλο από τον χτύπο της καρδιάς της μεγάλης πανανθρώπινης αδελφοσύνης κι αυτή η αγάπη μπορεί να προέλθει μόνον από τον αιώνιο Πατέρα όλων μας, όχι από τους φυσικούς γονείς.

Μετά από τα φυσικά αδέλφια μου λοιπόν, ποιος είναι ο επόμενος πλησίον μου; Είναι ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, με τον οποίον έχω τις οποιεσδήποτε συναλλαγές, κάθε είδους ανθρώπινες συναλλαγές. Δεν είναι μόνο ο άνθρωπος με τον οποίο γευματίζω, ούτε μόνο ο φίλος στον οποίον εμπιστεύομαι τις σκέψεις μου, ούτε μόνο εκείνος που η συμπόνια μου μπορεί να τον βοηθήσει κάποια στιγμή να ξεβαλτώσει. Είναι επίσης ο άνθρωπος που ράβει τα ρούχα μου∙ ο άνθρωπος που τυπώνει τα βιβλία μου∙ ο άνθρωπος που με μεταφέρει με το αμάξι του∙ ο άνθρωπος που μου ζητάει ελεημοσύνη στο δρόμο και στον οποίον μπορεί και να μη δώσω τίποτα∙ ναι, είναι ακόμα κι ο άνθρωπος που απλώς με καταδέχεται και με ανάχεται. Με όλους αυτούς τους ανθρώπους και με τον καθένα τους ξεχωριστά, μου δίνεται μια ευκαιρία να σταθώ ως πλησίον τους, αν όχι με κάποιον άλλο τρόπο έστω και μόνο με το να μην τους γεμίσω ψέμματα, να δράσω σωστά απέναντί τους και να τους σκέφτομαι με καλοσύνη. Ακόμα κι αυτές οι μικρές πράξεις θα βοηθήσουν την αγάπη να γεννηθεί μέσα από την αρετή. Κάθε αληθινή πράξη καθαρίζει τις πηγές των σωστών αισθημάτων κι αφήνει να τρέξουν ελεύθερα τα ποτάμια τους. Δεν πρέπει να επιλέγουμε τον πλησίον μας, να λέμε «αυτός είναι κι αυτός δεν είναι». Πρέπει να δεχόμαστε ως πλησίον μας όποιον άνθρωπο μάς στέλνει ο Θεός. Σε αυτό τον άνθρωπο, όποιος κι αν είναι, βρίσκεται, άλλοτε κρυμμένος κι άλλοτε φανερός, ένας πανέμορφος αδελφός μας. Πλησίον μας είναι όποιος άνθρωπος βρίσκεται δίπλα μας την οποιαδήποτε στιγμή∙ είναι κάθε άνθρωπος που για οποιονδήποτε λόγο ήρθε σε επαφή μαζί μας.

Έτσι θα ανθίζει η αγάπη και θα πάλλεται ολοένα και περισσότερο, ώσπου να αγαπήσουμε ολόκληρη την ανθρωπότητα με μια αγάπη ιερή. Άνθρωποι τσακισμένοι απ’ το πιοτό, παραμορφωμένοι από τη διαστροφή, διαλυμένοι από την έπαρση, αλυσοδεμένοι απ’ τον πλούτο, κηλιδωμένοι από τη ματαιοδοξία, θα γίνουν αδελφοί και αδελφές μας, πλησίον μας εκ Θεού. Ακόμα και το ελαχιστότερο ίχνος ανθρωπιάς, ακόμα και της πιο χοντροκομμένης ανθρωπιάς, θα είναι αρκετό για γεννήσει μέσα μας ευλάβεια και τρυφερότητα απέναντί τους. Κάποιοι μαθαίνουν δυσκολότερα από άλλους. Υπάρχουν κάποιοι που, ενστικτωδώς θα έλεγε κανείς, τείνουν να σπρώχνουν μακριά τους τους άλλους παρά να τους αποδέχονται. Όμως κι αυτοί μπορούν να μάθουν και πρέπει να μάθουν να αγαπούν τον πλησίον τους. Ακόμα και αυτοί μπορεί να γευτούν μικρά έστω κομμάτια από αυτή την χάρη, ώσπου ένα αόρατο χέρι να ξυπνήσει μέσα τους τη λαχτάρα μιας συμπόνιας που δεν υπάρχουν λόγια για να την εκφράσουν, κι έτσι να παραδοθούν στον Θεό.

Έρχομαι τώρα στα επιχειρήματα εκείνα, με τα οποία ο άνθρωπος προσπάθησε έως τώρα να υψώσει μια σκάλα ίσαμε τα ηλιόλουστα ουράνια της αγάπης. Ακούστε τα: «Ω αδελφέ μου!», λένε, «Έχεις μια ψυχή σαν τη δική μου. Βλέπεις τον κόσμο μες από τα δικά σου μάτια και όσα βλέπεις, όσα ακούς κι όλες οι ευωδιές του κόσμου μιλούν στην ψυχή σου όπως και στη δική μου, γεννώντας της θαυμασμό και τρυφερή γαλήνη. Αγαπάς κι εσύ τον πλησίον σου∙ σε πνίγουνε κι εσένα οι θλίψεις και η δική σου καρδιά σαν την δική μου πετάει με τις χαρές. Ίσως να μην γνωρίζεις τόσο καλά όσο εγώ, ότι ένας κόσμος χαράς στεφανώνει όλες σου τις δοκιμασίες, φως στεφανώνει τα σκοτάδια σου κι ειρήνη τον ψυχικό σου αναβρασμό. Ω αδελφέ μου, θα σε αγαπώ. Κι αν δεν μπορώ να έρθω παρα πολύ κοντά σου, θα σε αγαπήσω ακόμα  περισσότερο. Ίσως εσύ να μην αγαπάς τον πλησίον σου∙ ίσως να σκέφτεσαι μόνο πώς θα μπορέσεις κάτι να του πάρεις, κάτι να κερδίσεις από αυτόν. Πόσο μόνος πρέπει να είσαι! Πόσο πολύ φυλακισμένος μέσα στο στενό κελί του εγωϊσμού σου, ανίκανος να αναπαυθείς αφού τίποτα δεν σε ικανοποιεί! Γι’ αυτό θα σε αγαπήσω ακόμα πιο πολύ. Δεν πρέπει να μένεις περιχαρακωμένος στον εαυτό σου. Δεν είσαι εγώ∙ είσαι μια άλλη ανθρώπινη ζωή∙ ένας δεύτερος εαυτός μου∙ γι’ αυτό μπορώ και θέλω να σε αγαπώ».

Όποιος αρχίζει να βλέπει το πρόσωπο του Χριστού στο πρόσωπο καθενός ανθρώπου και στο χέρι του πλησίον του το χέρι ενός αδελφού, αυτός θα καταλάβει τι εννοούσε ο απόστολος Παύλος όταν έλεγε «θα ευχόμουν μάλιστα εγώ ο ίδιος να είμαι ανάθεμα από τον Χριστό υπέρ των αδελφών μου» (Ρωμ. 9,3). Και την ίδια στιγμή, θα σταματήσει να καταλαβαίνει εκείνους που, ενώ ακόμα δεν αισθάνονται καθόλου πως η αγάπη του πλησίον είναι ουσιώδης για την ύπαρξή τους, απαιτούν και φαντάζονται ότι στη μέλλουσα ζωή θα είναι εντελώς ελεύθεροι από την εντολή της αγάπης. Ναι, είναι οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι, για τη δόξα του Θεού, θα μπορούν να περιορίσουν την αγάπη μέσα στα στενά όρια του δικού τους παραδείσου. Ναι, είναι οι άνθρωποι που θωρακισμένοι στην ασφάλεια του παραδείσου τους, θα κοιτάζουν την κόλαση από μακριά και θα λένε ο ένας στον άλλο: «Άκουσε! Ακούς τους θρήνους τους; Μη θρηνείς όμως γι’ αυτούς γιατί αυτοί δεν είναι πια οι πλησίον μας!». Μα ο απόστολος Παύλος θα θρηνούσε μπροστά στο θρόνο του Θεού στη σκέψη ότι υπάρχει έστω κι ένας άνθρωπος, που έχει μείνει έξω από το φως του ελέους Του∙ και θα θρηνούσε τόσο για τη δόξα του Θεού όσο για τη μοίρα αυτού του ανθρώπου.

Τι πρέπει τότε να πούμε για τον άνθρωπο Χριστό τον Ιησού; Άραγε εκείνος που αγαπά τον πλησίον του, δεν θα πάρει δύναμη απ’ την αγάπη του Χριστού και από την αμυδρή έστω ελπίδα ότι στο τέλος των αιώνων θα υπάρξει και γι’ αυτόν κάποια βοήθεια χάρη στις προσευχές των Αγίων, ώστε να μη διστάσει και να κατέβει στα έγκατα των σκοτεινών τόπων της απελπισίας για να καθήσει δίπλα στον έσχατο, τον μόνο αλύτρωτο άνθρωπο, τον Ιούδα του ανθρώπινου γένους;  Και άραγε, ο άνθρωπος αυτός δεν θα λάβει περισσότερη ευλογία εκεί, μέσα στις οδύνες της κόλασης, απ’ ό,τι στη δόξα του παραδείσου; Ποιος άνθρωπος που, αν και βρίσκεται ανάμεσα στις χρυσές άρπες και τα ολόλευκα φτερά των Αγγέλων, μάθει ότι ένας συνάνθρωπός του, ένας άθλιος που ήταν πλησίον του στον παλιό κόσμο, εκεί που όλοι οι άνθρωποι μάθαιναν να αγαπούν τον πλησίον του όπως τον εαυτό τους, κραυγάζει τώρα στον Άδη χωρίς κανείς να τον ακούει −ποιος, λέω, δεν θα νιώσει πως πρέπει να σηκωθεί, ότι δεν γίνεται να μην «περιδέσει την ὀσφύν αὐτοῦ» και να κατέβει κάτω στο σκότος και την πυρά, παίρνοντας τον εξουθενωτικό και τρομερό δρόμο προς το μακρυνό εκείνο τόπο, για να βρει τον αδελφό του; Ποιος δεν θα το έκανε αυτό, αρκεί να είχε «νοῦν Χριστοῦ» και την αγάπη του Πατρός;

Πόσο τρομερό είναι αυτό το ζήτημα! Ο Θεός είναι «τά Πάντα ἐν πᾶσι». Πατέρας των αδελφών μας! Δεν μπορεί λοιπόν να είμαστε λιγότερο τολμηροί απ’ όσο μας δίδαξε ο Χριστός. Όταν εσύ Χριστέ μου εξήλθες στο σκότος για να ψάξεις τον αδελφό μας, δεν γύρισες πριν να τον βρεις. Είμαστε τόσο σκληροί και άκαρδοι με τους αδελφούς και τις αδελφές που μας έδωσες, επειδή δεν στηρίζουμε σ’ Εσένα τις ελπίδες μας γι’ αυτούς∙ επειδή δεν Σε γνωρίζουμε και δεν γνωρίζουμε την αγάπη Σου.

Δυο λόγια ακόμη: Αυτή η αγάπη του πλησίον μας είναι η μόνη διέξοδος από τη σκοτεινή φυλακή του εγωϊσμού μας, μες στην οποία στριφογυρνάμε μελαγχολικά, αναπνέοντας το μουχλιασμένο της αέρα υπνωτισμένοι  απ’ τους σπινθήρες και τους φωσφωρισμούς που πετιούνται καθώς κουτουλάμε στους τοίχους της, αντί να βγούμε έξω, στο άπλετο φως του Θεού και στο γλυκό αεράκι της κτίσης Του. Ο άνθρωπος φαντάζεται πως η συνείδησή του βρίσκεται στον εαυτό του, ενώ στην πραγματικότητα η ζωή του του εξαρτάται απ’ την ανάσα του Θεού και τη συνείδηση του σύμπαντος της αλήθειας. Ο άνθρωπος αποκαλεί ζωή το να επιβιώνει, να έχει γνώθι σαυτόν και να περνάει καλά με τον εαυτό του, ενώ θα είχε ζωή «εἰς τό πολλαπλάσιον» εάν ζούσε μαζί με το Θεό και τον πλησίον του.

Η περιοχή της ζωής του ανθρώπου είναι μια πνευματική περιοχή. Ο Θεός, οι φίλοι του, οι γείτονές του, τα αδέλφια του, ο κάθε πλησίον του, είναι ο πλατύς κόσμος μέσα στον οποίο, και μόνο σε αυτόν, μπορεί να βρει ανάπαυση το πνεύμα του ανθρώπου. Ο εαυτούλης του δεν είναι παρά η φυλακή του. Κι αν δεν το νιώθει αυτό τώρα, κάποτε θα το αισθανθεί∙ θα νιώσει, τότε, πως είναι μια ζωντανή ψυχή φυλακισμένη σ’ ένα νεκρό σώμα, τυλιγμένο με επτά πέπλα και θαμμένο σε μια σκοτεινή πέτρινη τρύπα κάτω από μια εκκλησιά που αντηχτεί από τις τελευταίες ψαλμωδίες των πιστών. Η ζωή του ανθρώπου δεν συνίσταται στο να έχει επίγνωση ότι ζει, αλλά στο να αγαπά όλες τις μορφές ζωής. Ο άνθρωπος πλάστηκε για τον Θεό, που είναι τα Πάντα, που είναι η ζωή του. Και η ουσιώδης χαρά της ζωής του βρίσκεται έξω από τον εαυτούλη του, στην ελευθερία του Παντός. Η ευτυχία του, σαν τη ευτυχία της Υπέρτατης Σοφίας, είναι μαζί με τους υιούς των ανθρώπων. Η υγεία του βρίσκεται στο σώμα του, το οποίο έχει κεφαλή τον Υιό του Ανθρώπου. Ολόκληρη η ζωή του ανθρώπου είναι ανοικτή στον Χριστό, ή μάλλον για την ακρίβεια πρέπει να ζει με τον Χριστό, ειδεμή χάνεται.

Ο άνθρωπος δεν πρέπει να χάνει από τη συνείδηση του ευ ζην. Αλλά το ευ ζην θα του το δώσουν, πολύ βαθύτερα και πληρέστερα, καθαρό σαν το φως, ο Θεός και ο πλησίον του. Μόνο τότε θα πάψει να αγωνιά και να πασχίζει «ἐπί ματαίῳ» να κερδίζει το ευ ζην ψάχνοντας μέσα στα συντρίμια της παρακμής του. Γιατί τη δόξα της ύπαρξής μας οφείλουμε να την γνωρίσουμε στο φως του Θεού και του πλησίον μας.

Παρ’ όλα αυτά, μπορεί ο άνθρωπος να ξεκινήσει ν’ αγαπά τον πλησίον του με την ελπίδα ότι κάποτε θα τον αγαπήσει όπως τον εαυτό του, κι όμως δυο βήματα πιο πέρα να κάνει πίσω τρομαγμένος στο άκουσμα ενός άλλου λόγου του Κυρίου μας, ενός λόγου που με μια πρώτη ματιά μοιάζει σαν μια εντολή πολύ βαρύτερη από το «ἀγάπα τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» κι όμως αληθινά δεν είναι διόλου διαφορετικά από αυτήν, γιατί κανείς δεν μπορεί να τηρήσει τη μια χωρίς να τηρεί την άλλη. Είναι η στιγμή όπου, ενώ ακόμα δεν έχει καλά-καλά μάθει να αγαπά τον πλησίον του όπως τον εαυτό του, αισθάνεται την καρδιά του να λιποψυχεί ακούγοντας τον Κύριο να μας λέει: «πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν» (Λουκ., 6,35).

 

Αγάπα τον εχθρό σου

 

«Έχετε ακούσει ότι δόθηκε η εντολή: “Να αγαπήσεις τον πλησίον σου και να μισήσεις τον εχθρόν σου”. Όμως εγώ σας λέω: Αγαπάτε τους εχθρούς σας, δίνετε ευχές σ’ αυτούς που σας δίνουν κατάρες, ευεργετείτε αυτούς που σας μισούν και προσεύχεστε γι’ αυτούς που σας κακομεταχειρίζονται και σας καταδιώκουν, για να γίνετε παιδιά του ουράνιου Πατέρας σας∙ γιατί αυτός ανατέλλει τον ήλιο του για καλούς και κακούς, και στέλνει τη βροχή σε δίκαιους και άδικους. Διότι, αν αγαπάτε μόνο όσους σας αγαπούν, τι χάρη περιμένετε από τον Θεό; Το ίδιο δεν κάνουν και οι τελώνες; Κι αν χαιρετάτε μόνο τους φίλους σας, τι παραπάνω κάνετε από τους άλλους; Μήπως και οι τελώνες δεν κάνουν το ίδιο; Γίνετε λοιπόν κι εσείς τέλειοι, όπως τέλειος είναι και ο Πατέρας σας ο επουράνιος» (Ματθ. 5, 43-48)

 

Άραγε, δεν μας ζητάει πάρα πολλά εδώ ο Χριστός; Μπορεί ποτέ ο άνθρωπος να αγαπήσει τους εχθρούς του; Ίσως να μπορεί κάποια στιγμή να κάνει καλό σ’ εκείνους που τον μισούν∙ αλλά θα προσευχηθεί ποτέ γι’ αυτούς που τον κακομεταχειρίζονται και τον καταδιώκουν; Είναι δυνατόν; Ναι, το μπορεί! Αλλά πότε; Όταν είναι τέκνο του επουράνιου Πατέρα του. Τότε θα αγαπήσει τον πλησίον του όπως τον εαυτό του, ακόμα κι αν αυτός ο πλησίον είναι εχθρός του. Στο εδάφιο από το Λευιτικόν (19, 18), στο οποίο έχουμε ήδη αναφερθεί, βλέπουμε ότι ο πλησίον και ο εχθρός είναι ένα και το αυτό. ««Μην είσαι εκδικητικός και μνησίκακος απέναντι στους άλλους, αλλά να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου: Εγώ είμαι ο Κύριος».

Κοιτάξτε με ποιο λαμπρό τρόπο ο Χριστός ερμηνεύει τη Γραφή: «Εγώ είμαι ο Κύριος», «Να είστε τέλειοι όπως είναι τέλειος ο επουράνιος Πατέρας σας». Είναι λοιπόν λογικό να αγαπάμε τους εχθρούς μας; Ο Θεός τους αγαπά και αυτός είναι ο υπέρτατος λόγος. Είναι όμως λογικό να περιμένουμε από τον άνθρωπο να κάνει το ίδιο; Ναι, αλλά με μια προϋπόθεση: το Άγιο Πνεύμα να εργάζεται μέσα στον άνθρωπο και να αγιάζει τις πράξεις του. Γι’ αυτό ο Κύριός μας προσευχήθηκε λέγοντας: «Κι εγώ τη δόξα που μου έδωσες την έδωσα σε αυτούς, ώστε να είναι ένα μεταξύ τους όπως εμείς είμαστε ένα» (Ιωαν. 17,22). Τίποτα δεν θα μπορούσε να φαίνεται περισσότερο απίθανο στην ανθρώπινη λογική. Όμως ο Χριστός γνωρίζει ότι μια μέρα αυτό θα συμβεί.

Γιατί θα πρέπει να αγαπάμε τους εχθρούς μας; Τον βαθύτερο λόγο γι’ αυτό δεν μπορούμε να τον βάλουμε σε λόγια, διότι βρίσκεται στην απόλυτη πραγματικότητα της ύπαρξής τους: οι εχθροί μας είναι από την ίδια φύση μ’ εμάς, πλασμένοι κι αυτοί από το Θεό. Δεν μπορούμε να δούμε μέσα στα τρίσβαθα αυτής της κοινής φύσης, γιατί είναι μια αβυσσαλέα αλήθεια. Μπορούμε όμως να τη συλλάβουμε αχνά αν αφήσουμε τις σκέψεις της καρδιάς μας να την πλησιάσουν, όσο σκοτεινή κι αν μας φαίνεται.

Ας ξεκινήσω λοιπόν με μια ερώτηση: «Είναι στ’ αλήθεια οι εχθροί μας σαν κι εμάς;».

«Ναι, είναι».

«Αλλά σε ποια βάση; Στη βάση της εχθρότητάς τους; Στη βάση του άδικου που έπραξαν σε βάρος μας;».

«Όχι».

«Μήπως στη βάση της σκληρότητας, της ασπλαχνίας, της αδικίας, της ασέβειας και της διαστροφής;».

«Ασφαλώς όχι! Ότι “ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός”, ότι “πέφτει από λάθος σε λάθος”, αυτά είναι κοινοτυπία. Όμως, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες κοινοτυπίες, κρύβει μέσα της ένα σπέρμα σημαντικής αλήθειας. Η ίδια η λέξη λάθος σημαίνει ότι υπάρχει ένας ανθρωπίνως σωστός δρόμος, που αν τον αφήσουμε χανόμαστε και περιφερόμαστε εδώ κι εκεί άσκοπα. Το ότι ο άνθρωπος περιφέρεται εδώ κι εκεί χαμένος, δεν σημαίνει ότι αυτό τον κάνει άνθρωπο, ότι σ’ αυτό βρίσκεται η ανθρωπιά του. Οι ίδιες οι λέξεις άνθρωπος και ανθρωπιά κουβαλούν μαζί τους κάτι από αυτή την αγαπητική καλοσύνη, η οποία, όταν προσεγγίσουμε το καθ’ ομοίωση του Θεού, θα χωρέσει μέσα της ακόμα και τους εχθρούς μας. Γιατί, ασφαλώς, ποτέ δεν ονομάζουμε ανθρωπιά τις ανθρωποθυσίες, τα βασανιστήρια σε βάρος των αιχμαλώτων, ή τον καννιβαλισμό. Δεν τα αποκαλούμε έτσι, παρ’ όλο που αυτοί που τα κάνουν είναι άνθρωποι. Δεν λέμε ανθρώπινο ο,τιδήποτε κάνει ο άνθρωπος. Η ανθρωπιά είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Οι εχθροί μας είναι άνθρωποι, όπως κι εμείς, χάρη στο θεϊκό στοιχείο που βρίσκεται εντός τους, χάρη σε αυτή την ουσιώδη ανθρωπιά τους. Αυτή την ανθρωπιά καλούμαστε να αγαπήσουμε. Καλούμαστε να αγαπήσουμε κάτι που είναι απείρως βαθύτερο και συνάμα τελείως ανεξάρτητο από την περιοχή του μίσους. Αυτή η ανθρωπιά κάνει τον άλλο πλησίον μας. Η λέξη πλησίον προσδιορίζει μόνο το πού μας δίνεται ευκαιρία να ασκήσουμε την ουσιώδη ανθρωπιά μας».

«Κι αυτή η ανθρωπιά υπάρχει στον καθένα από τους εχθρούς μας;»

«Ναι! Ειδεμή δεν υπάρχει τίποτε να αγαπήσουμε».

«Μα βρίσκεται πραγματωμένη εντός τους; Αν είναι έτσι, θα πρέπει να τους αγαπήσουμε οτιδήποτε κι αν μας κάνουν».

Αλλά πώς μπορούμε να αγαπήσουμε έναν άντρα ή μια γυναίκα, που μας φέρεται με σκληρότητα και μας αδικεί; Κάποιον ή κάποια που μας καυτηριάζει γεμάτος εμπάθεια, ή που ακυρώνει αδικώντας μας την κάθε μας προσπάθεια; Κάποιον που είναι απότομος, αντιπαθητικός, γκρινιάρης, ασταθής, ξεροκέφαλος, εγωϊστής και νάρκισσος; Έναν άντρα ή μια γυναίκα που μας κακολογούν και μας τσακίζουν με τα λόγια τους, πράγμα που είναι το πιο απάνθρωπο απ’ όλα τα ανθρώπινα λάθη, πολύ χειρότερο ουσιαστικά ακόμα κι απ’ τον φόνο;

Δεν μπορεί κανείς να αγαπήσει αυτά τα πράγματα. Ο καλός άνθρωπος, τα μισεί βαθύτατα∙ αλλά και ο χειρότερος άνθρωπος δεν μπορεί να τα αγαπήσει. Όμως, αυτά τα πράγματα είναι στ’ αλήθεια ο άνθρωπος; Αυτά είναι ένας άντρας ή μια γυναίκα; Δεν υπάρχει τάχα εντός τους κανένα θεϊκό στοιχείο αδελφοσύνης, τίποτα το αξιαγάπητο, έστω και μαραζωμένο, συνθλιμένο κάτω από τη αγριότητα των απάνθρωπων παθών που τους πυρακτώνουν, ή τη θανάσιμη ανάσα του εγωϊσμού που τους παγώνει … αλλά πάντως υπαρκτό εκεί στο βάθος; 

Αυτό το θεϊκό στοιχείο εντός τους, που άπαξ και ξυπνήσει θα τους κάνει να μισήσουν οι ίδιοι τις αθλιότητές τους δέκα φορές περισσότερο απ’ ό,τι τις μισούμε εμείς … αυτό το θεϊκό στοιχείο, λοιπόν, υπάρχει∙ κι εμείς θα κάνουμε πως δεν το βλέπουμε; Μα η ίδια η παρουσία αυτής της μαραζωμένης ανθρωπιάς είναι αυτή που μας κάνει να τους μισούμε! Αν ήταν ζώα, και όχι ένας άντρας ή μια γυναίκα, αν ήταν άγρια ζώα και μας πλήγωναν τόσο βάναυσα, ε, τότε δεν θα τα μισούσαμε: απλώς θα τα σκοτώναμε. Μισούμε έναν άνθρωπο ακριβώς επειδή μας απαγορεύει να τον αγαπήσουμε. Τον βρίζουμε επειδή δεν μπορούμε να τον αγκαλιάσουμε. Γιατί αυτό που έχει ανάγκη ο βαθύτερος εαυτός μας, είναι να αγκαλιάσει και να τον αγκαλιάσουν. Όταν δεν το μπορούμε, τότε μισούμε. Αντί να φωνάξουμε στον εαυτό μας ότι απέναντί μας έχουμε έναν αλυσοδεμένο αδελφό μας, μια πλανημένη, παραμορφωμένη, σχεδόν αγνώριστη αδελφή μας, που τους έχει αιχμαλωτίσει ο διάβολος και που πρέπει εμείς να σπεύσουμε να τους ελευθερώσουμε από τα δεσμά τους … αντί γι’ αυτό, εμείς ξεπέφτουμε στο μίσος και, μισώντας τους, τους καθηλώνουμε στις αλυσίδες που τους κρατούν αιχμάλωτους∙ κι έτσι, αφού δεν βλέπουμε την βαθύτερη ανθρωπιά τους, πιανόμαστε κι εμείς στις ψεύτικες ταχυδακτυλουργίες του Σατανά και μένουμε στην επιφάνεια, αφήνοντας τους έτσι να χαθούν. Κάτι χειρότερο: τους σκοτώνουμε για να τους ξεφορτωθούμε∙ τους μισούμε.

Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και μέσα στο πιο μισητό μας πρόσωπο μας βρίσκεται κάτι που, αν μπορούσε να φανερωθεί −και μια μέρα στ’ αλήθεια θα φανερωθεί−, θα ξυπνούσε στην καρδιά μας την πιο μεγάλη αγάπη. Ο Χριστός δεν μας λέει να αγαπήσουμε αυτό που δεν είναι άξιο ν’ αγαπηθεί στον άλλον, αλλά τον αδελφό και την αδελφή μας, που μας παρουσιάζονται τραχείς κι ανάξιοι ν’ αγαπηθούν. Θα εγκαταλείψουμε τον αδελφό μας στη θλιβερή του μοίρα; Όχι! Αυτό που πρέπει να πούμε, είναι: «Η αγάπη μου θα σου δώσει τουλάχιστον μια αγκαλιά για να κρυφτείς, μιας και δεν έχεις τη δική σου αγάπη για να σε σκεπάσει. Κι αυτή η αγάπη θα μας φέρει πιο κοντά ώσπου να ξυπνήσει κι η δική σου αγάπη∙ και τότε θα έρθουμε προς το Θεό και θα κατοικήσουμε μαζί του».

Ας μη νομίσει κανείς ότι μιλώ εδώ εντελώς μεταφορικά. Ναι, χρησιμοποίησα μια εικόνα, όμως πρέπει να ξέρετε ότι πολλά πράγματα μπορούμε να τα δούμε πιο ζωντανά και να τα εκφράσουμε καθαρότερα μέσα από μια εικόνα, παρά αν προσπαθήσουμε να τα διατυπώσουμε με όρους αυστηρής λογικής. Η εικόνα που χρησιμοποίησα παραπέμπει σε μια αλήθεια.

Εάν πει κανείς: «Μην κάνεις τόσο αόριστες διακρίσεις. Εδώ μιλάμε για ένα πρόσωπο. Μπορείς να αρνηθείς ότι αυτό το πρόσωπο είναι απαίσιο; Πώς λοιπόν μπορεί κανείς ν’ αγαπήσει έναν απαίσιο άνθρωπο;» −θα του απαντήσω το εξής: «Όταν το κακό φύγει από αυτό το πρόσωπο, τότε θα είναι αληθινά ένα πρόσωπο, γιατί θα έχει “ἔλθει εἰς ἑαυτόν” και θα είναι ο πραγματικός εαυτός του. Το κακό, που τον κάνει τώρα να τον αντιπαθείς, είναι κάτι διαφορετικό από τον εαυτό του, δεν είναι αυτός ο ίδιος και τον κάνει να είναι τόσο λίγο ο εαυτός του γιατί απεργάζεται το θάνατο μέσα του. Ο άνθρωπος αυτός κινδυνεύει να πάψει ολοκληρωτικά να είναι πρόσωπο. Όταν έρθει στα συγκαλά του, τότε θα ξαναγίνει πρόσωπο. Και τότε θα σου είναι αδύνατον να τον μισείς. Αγάπησέ τον λοιπόν τώρα, και βοήθησε να ξυπνήσει η αγάπη που έχει μέσα του. Μην τον μισείς. Γιατί το πρόσωπό του, λέω, παρ’ όλο που σκεπάζεται τώρα από ομίχλη, φέρει στίγματα και μολυσμούς του κακού, είναι ακόμα εκεί, πολύ βαθύτερα από το κακό∙ κι όσο περισσότερο αφήνουμε το κακό να το πλησιάζει και να το τραυματίζει, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να το καταστρέψει».

Όσο για εκείνους που δεν συγκινούνται όταν τους μιλάμε για αγάπη, ίσως να συγκινηθούν αν τους μιλήσουμε για δικαιοσύνη. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που τρέμουν περισσότερο στην ιδέα μήπως αδικήσουν, από την ιδέα να αγαπήσουν κάποιον που μισούν έως του σημείου να τον κάνουν να τρέμει το ίδιο. Κι αν, όπως πιστεύω, είναι αδύνατον να είναι κανείς δίκαιος χωρίς να αγαπά, εξίσου αδύνατον είναι να είναι δίκαιος και να μισεί.

Είναι αδύνατον να δεις καθαρά και αληθινά ποιος είναι ο άλλος, αν η καρδιά σου δεν αγαπά. Εκείνος που μισεί, δεν είναι σε θέση να δει με δίκαιο μάτι κατά πού ρέπει, λόγου χάρη, ο πλησίον του, τις προτιμήσεις και τις ιδιαιτερότητές του. Είναι κιόλας πολύ δύσκολο να είμαστε δίκαιοι με τους φίλους μας∙ πόσο μάλλον με τους εχθρούς μας! Διότι για να είμαστε δίκαιοι με τον πλησίον μας, πρέπει να τον βλέπουμε αμερόληπτα και να παραμερίζουμε το όποιο δικό μας συμφέρον όπως ακριβώς κάνουμε όταν απαγορεύουμε στον εαυτό μας να του κλέψει τα αγαθά του ή να ψευδομαρτυρήσει εναντίον του.

Ο άνθρωπος δεν πλάστηκε για να είναι απλώς δίκαιος με τον συνάνθρωπό του, αλλά για την αγάπη, που είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δικαιοσύνη, που αγκαλιάζει και ξεπερνά τη δικαιοσύνη. Η σκέτη δικαιοσύνη είναι κάτι το αδύνατον, μια ψευδαίσθηση του μυαλού. Δεν μπορεί να υπαρξει σκέτη δικαιοσύνη μεταξύ των ανθρώπων πέρα από εκείνη που ορίζουν οι ανθρώπινοι νόμοι. Για να είναι όμως πραγματική, η δικαιοσύνη πρέπει να είναι κάτι πολύ περισσότερο από σκέτη δικαιοσύνη. Η αγάπη είναι ο νόμος της ύπαρξής μας. Χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να είμαστε δίκαιοι, όπως δεν μπορεί να βαδίσει ευθεία ένας άνθρωπος που περπατάει στο σκοτάδι. Ούτε τα ανθρώπινα μάτια μας βλέπουν μέσα στη νύχτα, ούτε το ανθρώπινο σώμα μας εκπέμπει φως. Ακόμα κι εκείνος που απλώς αδιαφορεί για τον πλησίον του, δεν είναι σε θέση να δει καθαρά την ανθρωπιά του. Πολύ χειρότερα, θα έλεγα, η αδιαφορία είναι από μόνη της μια αδικία.

Πήρα ως δεδομένο, ότι το σφάλμα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τους εχθρούς μας και πάνω σε αυτό τον ακρογωνιαίο λίθο έκτισα τους συλλογισμούς μου. Όμως πρέπει ο καθένας μας να κάνει στον εαυτό του αυτή την ερώτηση: «Ο πλησίον μου είναι πραγματικά εχθρός μου, ή μήπως εγώ είμαι εχθρός του πλησίον μου και γι’ αυτό τον βλέπω για εχθρό μου; Τι απαίσια σκέψη, έτσι δεν είναι; Αλλά κι αν αυτός είναι εχθρός μου, τότε δεν είμαι κι εγώ εχθρός του; Κι όταν αρνούμαι να δω το παιδί της Βασιλείας των Ουρανών εντός του, τότε μήπως σκοτώνω το παιδί της Βασιλείας εντός μου;». Ας είμαστε λοιπόν με τον εαυτό μας το ίδιο επιεικείς ή ανελέτητοι όσο είμαστε με τον εχθρό μας. Αυτή η έντιμη στάση θα μας οδηγήσει να είμαστε αυστηροί με τον εαυτό μας και επιεικείς με τους άλλους. Γιατί, με αυτό τον τρόπο, θα βλέπουμε το κακό μέσα μας και θα προσπαθούμε να το νικήσουμε, ενώ ταυτόχρονα θα βλέπουμε το καλό στον πλησίον μας και θα χαιρόμαστε να το αναδείξουμε. Το κακό που έχει φωλιάσει μέσα του, μόνο ο ίδιος ο πλησίον μας μπορεί να το νικήσει, με τη βοήθεια και στο όνομα του Θεού. Όχι εμείς. Εμείς μπορούμε μόνο να αγαπάμε το καλό που έχει μέσα του και το μπορούμε αν είμαστε καλοί μαζί του και τον πλησιάσουμε διαλύοντας την απαίσια ομίχλη που υψώνεται ανάμεσα στην αγάπη μας και το καλό του.

Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως αυτή η ομίχλη είναι πολύ συχνά αποτέλεσμα παρεξήγησης, από την οποία γεννιούνται κάθε λογής γογγυσμοί, μνησικακίες και πικρίες. Μ’ εμάς τους ανθρώπους, σπάνια τα πράγματα είναι όπως δείχνουν∙ όμως στο βάθος υπάρχει πάντα αρκετή αλήθεια, ικανή να διαλύσει το ψεύδος και να αποκαλύψει την άφατη σφραγίδα του Θεού πάνω στη ζωή. Ω αδελφέ μου, αδελφή μου, μέσα από αυτή τη βαριά ομίχλη, που αχνοφωτίζουν εδώ κι εκεί τα αδύναμα φώτα της φιλαλήθειας μας, απευθύνομαι στην εικόνα του Θεού που υπάρχει μέσα σας, όπως και σ’ εμένα, όχι για να σας επιπλήξω, ούτε για να σας ξυπνήσω ή για να σας ρωτήσω «γιατί με μισείτε;», αλλά για να σας: «Σας αγαπώ, στο όνομα του Θεού, σας αγαπώ». Και θα περιμένω ώσπου ο αληθινός εαυτός σας έρθει και κοιτάξει μέσα από τα μάτια σας, κι αναγνωρίσει τον αληθινό μου εαυτό.

Στο φως της Αγάπης του Θεού, που δεν έχει πάψει να εργάζεται μέσα στην ανθρωπότητα, ο εχθρός μου είναι καταδικασμένος να πάψει να είναι εχθρός μου και να γίνει φίλος μου. Αρκεί να με φωτίσει μια λάμψη αλήθειας κι αμέσως η εχθρότητά μου θα σβήσει. Γιατί η Αλήθεια δεν έχει πάψει να εργάζεται. Πιστεύοντας σε αυτήν, ας αγαπήσουμε από τώρα τον εχθρό μας κι ας αφήσουμε το Θεό να εργαστεί μαζί μας. Ας δράσουμε σαν να βλέπουμε κιόλας ξεκάθαρα την κρυμμένη αλήθεια του εχθρού μας, κι ας τον πάρουμε στην αγκαλιά μας, κι ας τον ντύσουμε, σε πείσμα των δαιμονικών πανουργιών που αγωνίζονται να πείσουν τα μάτια μας και τις καρδιές μας ότι δεν είναι αδελφός μας, ότι δεν είναι ο πλησίον μας, αλλά κάποιο αποτρόπαιο κι αξιομίσητο τέρας.

Πρέπει όμως και πάλι να ρωτήσω: «Τι πρέπει να κάνουμε αν εμείς πράττουμε το κακό και μισούμε επειδή μας πλήγωσαν; Τι πρέπει τότε να κάνουμε;». Σε τούτη την περίπτωση λοιπόν, ας φωνάξουμε παρακαλώντας το Θεό με όλη μας τη δύναμη, σαν να είμαστε στο χείλος της κόλασης και να κινδυνεύουμε να πέσουμε μέσα∙ ας παλέψουμε με νύχια και με δόντια, σαν να έχει πέσει πάνω μας και μας πλακώνει μια πνευματική φρίκη∙ ας θρηνήσουμε, σαν να σχίζει τα σωθικά μας η πιο θανάσιμη αρρώστεια∙ ας στενάξουμε με πόνο, σαν να μας έχει αιχμαλωτίσει κάποιος δαίμονας∙ ας κλάψουμε, σαν να μας έχουν θάψει ζωντανούς, ας θρηνήσουμε συντετριμμένοι μέσα από το μνήμα της βαριάς συνείδησής μας, ελπίζοντας ότι Εκείνος θα ελεήσει, εμάς, τους χειρότερους απ’ όλους τους αμαρτωλούς, τους πιο τρισάθλιους απ’ όλους τους ανθρώπους, και θα στείλει κάποιον σε βοήθειά μας να μας σηκώσει από την απαίσια άβυσσο και τις λάσπες όπου έχουμε πέσει. Τίποτα δεν μπορεί να μας βοηθήσει εκτός από το Πνεύμα το Άγιο, το εκ του Πατρός εκπορευόμενο, που θα μας καθαρίσει από κάθε κηλίδα. Και μόνο τότε, ουρλιάζοντας και αφρίζοντας φρικτά, θα σηκωθεί και θα φύγει μακρυά μας αυτός ο δαίμονας −αλλά πόσο καθαρά, αλήθεια, θ’ αρχίσει να βλέπει τότε μέσα από τα βάθη της η εξαγνισμένη μας ψυχή!

«Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τέλειός ἐστιν∙ Γίνετε λοιπόν και εσείς τέλειοι, όπως τέλειος είναι και ο Πατέρας σας ο επουράνιος» (Ματθ. 5,48). «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς∙ Αγαπάτε τους εχθρούς σας, για να γίνετε παιδιά του ουράνιου Πατέρα σας» (Ματθ. 5, 44). Αυτή είναι η θεία εντολή της συγχώρησης.

Θα έρθει όμως καιρός, λένε, όπου ο Αΐδιος θα πάψει να συγχωρεί∙ θα έρθει ο καιρός όπου δεν θα είναι πια ζήτημα της δικής του τελειότητας το να αγαπά τους εχθρούς του. Όταν θα κάθεται στο θρόνο του γαλήνιος, έχοντας στο πλάι του τα παιδιά του γαλήνια και αυτά, πάνω από τους καπνούς των αιώνιων μαρτυρίων που θα τραβούν οι ρωμαλέοι αδελφοί μας, οι πανέμορφες αδελφές μας! Αλοίμονο, οι αδελφοί θα είναι αδύναμοι κι οι αδελφές μας πανάσχημες!

Ω αδελφέ μου, μην το πιστέψεις αυτό. «Χριστέ μας!», θα φωνάξουν τότε οι εσωσμένοι, «πού είσαι υπέροχε Χριστέ μας; Έλα, μεγάλε μας αδελφέ. Δες τους αδελφούς μας που υποφέρουν εκεί κάτω! Κοίταξε πόσο βασανίζονται οι αδελφές μας! Έλα, Κύριε της Ζωής! Παρηγοριά των πονεμένων! Λύτρωσέ τους και αυτούς. Κι εμείς θα κατεβούμε κάτω εκεί, στις φλόγες της κολάσεως, και θα προσπαθήσουμε μέσα από αυτές να κουβαλήσουμε μία έστω σταγόνα δροσερού νερού για να ποτίσουμε τα χείλη τους».

Μην το πιστέψεις αυτό, αδελφέ μου, κι αφήσεις τη συγχώρεση να σβήσει από μέσα σου, γιατί τότε ούτε κι εσύ θα λάβεις συγχώρεση αλλά θα καταποντιστείς μαζί μ’ εκείνους τους αδελφούς σου στα τάρταρα του μαρτυρίου, από όπου ποτέ δεν θα μπορούσες να βγεις αν ο Θεός δεν ήταν καλύτερος από αυτό το φάντασμα που εσύ αποκαλείς Θεό. Κι όμως, κάποτε θα λυτρωθείς∙ όταν ξεπληρώσεις έως και την τελευταία «πεντάρα»∙ όταν δηλαδή μάθεις εκεί για το Θεό αυτό που αρνιόσουν να μάθεις όταν ζούσες πάνω στη μακάρια γη −αυτά που δεν σου έμαθαν οι ηλιαχτίδες κι η βροχή, κι οι γλυκιές εναλλαγές των εποχών, η μεγαλοπρέπεια της αυγής και του ηλιοβασιλέματος, το πρόσωπο του Θεανθρώπου κι ο λόγος που ήρθε για ν’ αγγίξει την καρδιά σου και ν’ ανέβει στα χείλη σου, η ιστορία δηλαδή Εκείνου, που είχε τη δύναμη να σώσει επειδή ήταν τέλειος στην αγάπη.

Ω Πατέρα, συ είσαι τά Πάντα ἐν πᾶσι, τέλειος πέρα από κάθε προσδοκία των παιδιών σου∙ κι εμείς σου ανήκουμε ολοκληρωτικά. Δώρησέ μας αγνότητα, αγάπη κι ελευθερία. Μια μέρα θα σταθούμε χωρίς φόβο μπροστά σου, γιατί με την αγάπη σου θα μας έχεις κάνει τέλειους κι εμάς. Και τότε, εμείς τα παιδιά σου θα ευφρανθούμε ζώντας ζωή αιώνια μέσα στην αναμεταξύ μας αγάπη και την αγάπη τη δική Σου. Κύριε Ιησού Χριστέ, χάρισέ μας καρδιά παιδική για να μπορέσουμε να αναστηθούμε από τον τάφο του νεκρού μας εαυτού και να μην πεθάνουμε ποτέ ξανά, αλλά να βλέπουμε το πρόσωπο του Θεού της Ζωής.

 


[1]Σημείωση: Ίσως αυτό μπορώ να το εκφράσω καλύτερα και πιο αληθινά λέγοντας, ότι εφόσον ο Θεός προνοεί για τα ανθρώπινα πράγματα, μέσα από αυτά μπορούμε να διδαχτούμε την αγάπη προς Αυτόν και προς το πλησίον μας. Κι αυτός εδώ είναι ένας απείρως πιο ευγενής και αληθινός τρόπος για να αντιλαμβανόμαστε τα ανθρώπινα από το να τα βλέπουμε σαν ένα σχήμα ή ένα σχέδιο, που επινόησε η σοφία του Θεού.