Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Ο Πάπας Φραγκίσκος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

25 Νοεμβρίου 2014

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ

ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

Στρασβούργο

 

Κύριε Πρόεδρε, Κυρίες και Κύριοι Αντιπρόεδροι,

Αξιότιμοι Ευρωπαίοι Βουλευτές,

Πρόσωπα που εργάζεσθε με ποικίλες ιδιότητες σ’ αυτό το ημικύκλιο,

Αγαπητοί φίλοι,

 

Σας  ευχαριστώ για την πρόσκληση να μιλήσω μπροστά σ’ αυτό το θεμελιακό καθίδρυμα για τη ζωή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και για την ευκαιρία που μου δόθηκε να απευθυνθώ, μέσω υμών, σε περισσότερους από πεντακόσια εκατομμύρια πολίτες των 28 χωρών μελών  τους οποίους εκπροσωπείτε. Επιθυμώ να εκφράσω ιδιαίτερα την ευγνωμοσύνη μου σ’ εσάς, κύριε Πρόεδρε του Κοινοβουλίου, για το εγκάρδιο καλωσόρισμα που μου απευθύνατε, στο όνομα όλων των μελών της Συνέλευσης.

Η επίσκεψή μου πραγματοποιείται  περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνος μετά από την επίσκεψη του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄. Πολλά άλλαξαν από τότε, στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο. Αντιτιθέμενοι συνασπισμοί που διαιρούσαν τότε την ήπειρο στα δύο δεν υφίστανται πια, και η επιθυμία « η Ευρώπη, με την ηγεμονία  ελεύθερων θεσμών, να μπορέσει μια μέρα να ανελιχθεί στις διαστάσεις που της δόθηκαν από τη γεωγραφία και ακόμα περισσότερο από την ιστορία»[1], σιγά σιγά  πραγματοποιείται.

Πλάι σε μια μεγαλύτερη Ευρωπαϊκή Ένωση, υπάρχει επίσης ένας κόσμος πιο περίπλοκος, και σε έντονη ταραχή. Ένας κόσμος όλο και περισσότερο διασυνδεδεμένος και ολοκληρωτικός, και επομένως όλο και λιγότερο «ευρωκεντρικός». Σε μια Ένωση πιο εκτεταμένη, με περισσότερη επιρροή, μοιάζει ωστόσο να συνδέεται η εικόνα μιας Ευρώπης κάπως γερασμένης και συμπιεσμένης, που τείνει να αισθάνεται τον εαυτό της λιγότερο πρωταγωνιστικό σ’ ένα περιβάλλον που την κοιτάζει συχνά από απόσταση, με επιφυλακτικότητα και κάποτε με καχυποψία.

Απευθυνόμενος σ’ εσάς σήμερα, με την κλήση μου ως ποιμένα, επιθυμώ ν’ απευθύνω σε όλους τους ευρωπαίους πολίτες ένα μήνυμα ελπίδας και ενθάρρυνσης.

Ένα μήνυμα ελπίδας βασισμένο στην πεποίθηση ότι οι δυσκολίες μπορούν να γίνουν δυνατές προαγωγοί ενότητας, ώστε να ηττηθούν όλοι οι φόβοι που η Ευρώπη –μαζί με όλο τον κόσμο- αντιμετωπίζει. Την ελπίδα στον Κύριο που μετατρέπει το κακό σε καλό και τον θάνατο σε ζωή.

Ενθάρρυνση ώστε να επανέλθουμε στη σταθερή πεποίθηση των θεμελιωτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εύχονταν ένα μέλλον βασισμένο στην ικανότητα να εργαστούμε από κοινού για να ξεπεράσουμε τις διαιρέσεις, και να προαγάγουμε την ειρήνη και την επικοινωνία μεταξύ όλων των λαών της ηπείρου. Κεντρικό σημείο αυτού του φιλόδοξου πολιτικού σχεδίου κατείχε η εμπιστοσύνη στον άνθρωπο, όχι τόσο ως πολίτη, ούτε ως οικονομικό υποκείμενο, αλλά στον άνθρωπο ως πρόσωπο προικισμένο με μια υπερβατική αξιοπρέπεια.

Επιμένω πρωτίστως να υπογραμμίσω τον στενό σύνδεσμο που υπάρχει ανάμεσα στις δύο έννοιες : «αξιοπρέπεια» και «υπερβατική».

Η «αξιοπρέπεια» είναι μια λέξη-κλειδί, χαρακτηριστική της αρχής της μεταπολεμικής περιόδου μετά τον Β΄ παγκόσμιο Πόλεμο. Η πρόσφατη ιστορία μας χαρακτηρίζεται από την αναμφισβήτητη επικέντρωση στην προαγωγή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ενάντια στις επανειλημμένες ασκήσεις βίας και τις διακρίσεις οι οποίες, ακόμα και στην Ευρώπη, δεν έλειψαν στη διάρκεια των αιώνων. Η αντίληψη της σημασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γεννιέται ακριβώς ως η κατάληξη μιας μακράς πορείας πολλαπλών πόνων και θυσιών, που συνέβαλλε στη διαμόρφωση της συνείδησης  του πολύτιμου, μοναδικού και ανεπανάληπτου χαρακτήρα κάθε ατομικού ανθρώπινου προσώπου. Αυτή η πολιτισμική συνείδηση θεμελιώνεται, όχι μόνο στα γεγονότα της ιστορίας, αλλά κυρίως στην ευρωπαϊκή σκέψη, που χαρακτηρίζεται από μια πλούσια συνάντηση, της οποίας οι πολυάριθμες μακρινές πηγές προέρχονται «από την Ελλάδα και τη Ρώμη, από κοιτάσματα κελτικά, γερμανικά και σλάβικα, και από τον χριστιανισμό που την διέπλασε στο βάθος»[2], δίνοντας ακριβώς τη δυνατότητα να προκύψει η έννοια του  «προσώπου».

Σήμερα, η προαγωγή των δικαιωμάτων του ανθρώπου παίζει καίριο ρόλο στη δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να υποστηρίξει την αξιοπρέπεια του προσώπου, τόσο στο εσωτερικό της όσο και στις σχέσεις της με τις άλλες χώρες. Πρόκειται για μια σημαντική και θαυμαστή δέσμευση, αφού υπάρχουν ακόμα πάρα πολλές καταστάσεις όπου μεταχειρίζονται ανθρώπους σαν να είναι αντικείμενα των οποίων μπορούν να προγραμματίσουν την αντίληψη, τη διαμόρφωση και τη χρησιμότητα, και τα οποία στη συνέχεια, όταν δεν χρησιμεύουν πια, επειδή εξασθένησαν, αρρώστησαν ή γέρασαν, μπορούν να πεταχτούν. 

Ποια αξιοπρέπεια υπάρχει πράγματι, όταν λείπει η δυνατότητα να εκφράσει κανείς ελεύθερα τη σκέψη του ή να ασκήσει ανεμπόδιστα τη θρησκευτική του πίστη; Ποια αξιοπρέπεια είναι δυνατή χωρίς ένα  καθαρό νομικό πλαίσιο, το οποίο να περιορίζει την περιοχή της δύναμης και να κάνει να υπερισχύει ο νόμος πάνω στην τυραννία της εξουσίας; Ποια αξιοπρέπεια μπορεί ποτέ να έχει ένας άνδρας ή μια γυναίκα όταν αποτελεί το αντικείμενο κάθε είδους διακρίσεων; Ποια αξιοπρέπεια μπορεί ποτέ να έχει ένα πρόσωπο που δεν έχει τροφή ή το ελάχιστο απαραίτητο για να ζήσει και, το χειρότερο, που δεν έχει την εργασία η οποία του δίνει το χρίσμα της αξιοπρέπειας;

Προαγωγή της αξιοπρέπειας του προσώπου σημαίνει αναγνώριση ότι το πρόσωπο κατέχει δικαιώματα αναπαλλοτρίωτα που δεν μπορεί να τα στερηθεί επειδή το θέλουν κάποιοι, και ακόμα λιγότερο προς όφελος οικονομικών συμφερόντων.

Αλλά χρειάζεται προσοχή για  να μην πέσουμε σε διφορούμενα που μπορεί να προκύψουν από μια παρεξήγηση σχετικά με την έννοια των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της παράδοξης κατάχρησής τους. Υπάρχει πράγματι σήμερα η τάση μιας ολοένα μεγαλύτερης διεκδίκησης των ατομικών δικαιωμάτων – έχω τον πειρασμό να πω ατομικιστικών-, που κρύβει μια αντίληψη του ανθρώπινου προσώπου αποκομμένη από κάθε κοινωνική και ανθρωπολογική συνάφεια, σχεδόν σαν μια «μονάδα», όλο και πιο αναίσθητη απέναντι στις άλλες «μονάδες» γύρω της. Με την έννοια του δικαιώματος δεν μοιάζει πια να συνδέεται η έννοια του καθήκοντος – έννοια εξίσου ουσιώδης και συμπληρωματική-, καταλήγοντας έτσι να καταφάσκουμε στα ατομικά δικαιώματα χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη ότι κάθε άνθρωπος συνδέεται με ένα κοινωνικό σύνολο, μέσα στο οποίο τα δικαιώματα και τα καθήκοντά του βρίσκονται σε συνάφεια με τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των άλλων και για το καλό της ίδιας της κοινωνίας.

Επομένως θεωρώ ότι σήμερα περισσότερο παρά ποτέ  είναι ζωτικό να σκεφτούμε σε βάθος έναν πολιτισμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων που θα μπορούσε με σοφία να συνδέσει την ατομική διάσταση, ή μάλλον την προσωπική, με τη διάσταση του κοινού καλού, αυτού του «όλοι μας» που το σχηματίζουν άτομα, οικογένειες και ενδιάμεσες ομάδες που συναποτελούν κοινωνική κοινότητα[3]. Πράγματι, αν το δικαίωμα του καθενός δεν είναι αρμονικά ενταγμένο στο ευρύτερο καλό, καταλήγει να γίνεται αντιληπτό ως απεριόριστο και, κατά συνέπεια, να καταντά πηγή συγκρούσεων και βιαιοτήτων.

Όταν μιλάει κανείς για την υπερβατική αξιοπρέπεια του ανθρώπου σημαίνει επομένως ότι αναφέρεται στη φύση του, στην έμφυτη ικανότητά του να διακρίνει το καλό από το κακό, σ’ εκείνη την «πυξίδα» που είναι γραμμένη στην καρδιά μας και που ο Θεός την έχει αποτυπώσει στο δημιουργημένο σύμπαν[4]· σημαίνει προπάντων να βλέπει τον άνθρωπο όχι σαν κάτι απόλυτο, αλλά ως ένα ον σε σχέση. Μια από τις πιο διαδεδομένες αρρώστιες που βλέπω σήμερα στην Ευρώπη είναι η μοναξιά, ειδικά εκείνου που δεν έχει δεσμούς. Τη βλέπεις ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, συχνά εγκαταλειμμένους στη μοίρα τους, όπως επίσης και στους νέους που δεν έχουν σημεία αναφοράς ούτε ευκαιρίες για το μέλλον· τη βλέπεις στους πολυάριθμους φτωχούς που γεμίζουν τις πόλεις  μας· τη βλέπεις στο χαμένο βλέμμα των μεταναστών που ήρθαν εδώ γυρεύοντας ένα καλύτερο μέλλον.

Αυτή η μοναξιά εντάθηκε στη συνέχεια από την οικονομική κρίση, που οι συνέπειές της διαρκούν ακόμα, με δραματικές από κοινωνική άποψη συνέπειες. Διαπιστώνει κανείς ότι στα τελευταία χρόνια, παράλληλα με τη διαδικασία διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυξάνει η δυσπιστία των πολιτών απέναντι σε οργανισμούς που θεωρούνται απόμακροι, απασχολημένοι να εγκαθιστούν κανόνες που μοιάζουν σε απόσταση από την ευαισθησία του κάθε λαού χωριστά, αν όχι εντελώς βλαβεροί. Σχεδόν παντού έχει κανείς μια γενική εντύπωση κόπωσης, γήρανσης, μιας Ευρώπης γιαγιάς κι όχι πια γόνιμης και ζωντανής. Κατά συνέπεια, τα μεγάλα ιδεώδη που ενέπνευσαν την Ευρώπη μοιάζουν να έχασαν την ελκυστική τους δύναμη, προς όφελος της γραφειοκρατικής τεχνικής των οργανισμών της.

Σ’ αυτά έρχονται να προστεθούν μορφές ζωής κάπως εγωιστικές, που τις χαρακτηρίζει μια αφθονία στο εξής ανυπόφορη και συχνά αδιάφορη για τον κόσμο τριγύρω, ιδίως για τους πιο φτωχούς. Διαπιστώνει κανείς με λύπη μια υπερίσχυση των τεχνικών και οικονομικών θεμάτων στο κέντρο του πολιτικού διαλόγου, σε βάρος ενός αυθεντικού ανθρωπολογικού προσανατολισμού[5]. Το ανθρώπινο ον κινδυνεύει να υποβαθμιστεί σ’ ένα απλό γρανάζι ενός μηχανισμού που το μεταχειρίζεται σαν καταναλωτικό αγαθό για χρήση, έτσι ώστε – το βλέπουμε δυστυχώς συχνά – όταν η ζωή δεν είναι πια χρήσιμη στη λειτουργία αυτού του μηχανισμού εξαλείφεται χωρίς πολλούς ενδοιασμούς, όπως στην περίπτωση αρρώστων, αρρώστων σε καταληκτική φάση, ηλικιωμένων εγκαταλειμμένων και χωρίς φροντίδα ή παιδιών που θανατώνονται πριν γεννηθούν.

Μεγάλο σφάλμα προκύπτει «όταν υπερισχύει η απολυτοποίηση της τεχνικής»[6], πράγμα που καταλήγει να δημιουργεί «σύγχυση μεταξύ σκοπού και μέσων»[7]. Αναπόφευκτο αποτέλεσμα του «πολιτισμού του σκουπιδιού» και της «νοοτροπίας της υπερκατανάλωσης». Αντίθετα, να καταφάσκεις την αξιοπρέπεια του προσώπου σημαίνει ότι αναγνωρίζεις τον πολύτιμο χαρακτήρα της ανθρώπινης ζωής, που μας δόθηκε δωρεάν και που δεν μπορεί, για τον λόγο αυτόν, να είναι αντικείμενο ανταλλαγής ή εμπορίου. Στην κλήση σας ως βουλευτών, καλείστε επίσης σε μια μεγάλη αποστολή, όσο κι αν μπορεί να μοιάζει άχρηστη : να φροντίσετε το εύθραυστο, το εύθραυστο των λαών και των προσώπων. Να φροντίσετε το εύθραυστο σημαίνει δύναμη και τρυφερότητα, αγώνα και γονιμότητα, μέσα σ’ ένα πρότυπο χρησιμοθηρικό και στερητικό(;)[privatisé]  που οδηγεί αδυσώπητα στον «πολιτισμό του σκουπιδιού». Να φροντίσετε το εύθραυστο του προσώπου και των λαών σημαίνει να φυλάτε τη μνήμη και την  ελπίδα· σημαίνει να επιφορτιστείτε το πρόσωπο που βρίσκεται μπροστά σας στην κατάστασή του την πιο περιθωριακή και αγχωτική και να είστε ικανοί να του δώσετε το χρίσμα της αξιοπρέπειας[8].

Πώς λοιπόν μπορεί να ξαναδοθεί ελπίδα για το μέλλον, με τρόπο που, ξεκινώντας από τις γενιές των νέων, να ξαναβρεθεί η εμπιστοσύνη ώστε να ακολουθηθεί το μεγάλο ιδεώδες μιας Ευρώπης ενωμένης και ειρηνικής, δημιουργικής και επιχειρηματικής, που να σέβεται τα δικαιώματα και να έχει συνείδηση των υποχρεώσεών της ;

Για την απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση, επιτρέψτε μου να ανατρέξω σε μια εικόνα. Μια από τις πιο περίφημες τοιχογραφίες του Ραφαήλ που βρίσκονται στο Βατικανό αντιπροσωπεύει τη λεγόμενη Σχολή των Αθηνών. Στο κέντρο βρίσκονται ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης. Ο πρώτος έχει υψωμένο το δάχτυλο προς τα άνω, προς τον κόσμο των ιδεών, μπορούμε να πούμε προς τον ουρανό · ο δεύτερος τεντώνει το χέρι μπροστά, προς εκείνον που τον κοιτάζει, προς τη γη, την συγκεκριμένη πραγματικότητα. Αυτή μου φαίνεται πως είναι μια εικόνα που περιγράφει ωραία την Ευρώπη και την  ιστορία της, καμωμένη από τη συνεχή συνάντηση ουρανού και γης, όπου ο ουρανός δείχνει το άνοιγμα προς την υπερβατικότητα, προς τον Θεό, που πάντα χαρακτήριζε τον ευρωπαίο, και όπου η γη αντιπροσωπεύει την πρακτική και συγκεκριμένη του ικανότητα να αντιμετωπίζει τις περιστάσεις και τα προβλήματα.

Το μέλλον της Ευρώπης εξαρτάται από την εκ νέου ανακάλυψη του ζωτικού και αδιάσπαστου δεσμού μεταξύ αυτών των δύο στοιχείων. Μια Ευρώπη που δεν έχει πια την ικανότητα να ανοίγεται στην υπερβατική διάσταση της ζωής είναι μια Ευρώπη που κινδυνεύει να χάσει λίγο λίγο την ψυχή της, να χάσει και αυτό το «ανθρωπιστικό πνεύμα» που ωστόσο το αγαπά και το προασπίζει.

Συγκεκριμένα ξεκινώντας από την ανάγκη ανοίγματος στο υπερβατικό, θέλω να τονίσω την κεντρική θέση που κατέχει το ανθρώπινο πρόσωπο, το οποίο διαφορετικά βρίσκεται στο έλεος των συρμών και των εξουσιών της στιγμής. Με αυτή την έννοια εκτιμώ θεμελιώδη, όχι μόνο την κληρονομιά που άφησε ο χριστιανισμός στο παρελθόν για την κοινωνικοπολιτισμική διαμόρφωση της ηπείρου, αλλά προπάντων αυτό που θέλει να δώσει με τη συμβολή του, σήμερα και στο μέλλον, στην αύξησή της. Αυτή η συμβολή δεν αποτελεί κίνδυνο για τον λαϊκό χαρακτήρα των Κρατών ούτε για την ανεξαρτησία των οργανισμών της Ένωσης, αλλά αντίθετα εμπλουτισμό. Τα ιδεώδη που τη διαμόρφωσαν από την αρχή το δείχνουν καθαρά : η ειρήνη, η αμοιβαία συμπαράσταση και αλληλεγγύη, ένας ανθρωπισμός επικεντρωμένος στον σεβασμό της αξιοπρέπειας του προσώπου.

Επιθυμώ λοιπόν να ανανεώσω τη διαθεσιμότητα της Αγίας Έδρας και της Καθολικής Εκκλησίας – μέσω της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Επισκοπικών Συμβουλίων – για τη διατήρηση ενός επωφελούς διαλόγου, ανοιχτού και διαφανούς, με τους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είμαι επίσης πεπεισμένος ότι μια Ευρώπη ικανή να επωφεληθεί από τις δικές της θρησκευτικές ρίζες, που ξέρει να συλλέγει τον πλούτο και τις δυναμικότητές τους, μπορεί πιο εύκολα να ανοσοποιηθεί ενάντια στις πολυάριθμες ακρότητες που ξεσπούν στον σημερινό κόσμο, κι επίσης ενάντια στο μεγάλο κενό ιδεών που βλέπουμε να υπάρχει στη Δύση, επειδή «η λήθη του Θεού, και όχι ο δοξασμός του, είναι εκείνη που γεννά τη βία»[9].

Δεν μπορούμε στο σημείο αυτό να μη θυμίσουμε τις πολλές αδικίες και τους διωγμούς που πλήττουν καθημερινά τις θρησκευτικές μειονότητες, ειδικά τις χριστιανικές, σε διάφορα σημεία του κόσμου. Κοινότητες και πρόσωπα αποτελούν τον στόχο βαρβαρικών βιαιοτήτων : διωγμένοι από τα σπίτια  και τις πατρίδες τους· πουλημένοι ως σκλάβοι· σκοτωμένοι, αποκεφαλισμένοι, σταυρωμένοι και καμένοι ζωντανοί, κάτω από την επαίσχυντη και συνενοχική σιωπή πολλών.

Το έμβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η Ενότητα μέσα στην ποικιλία, αλλά η ενότητα δεν σημαίνει πολιτική, οικονομική, πολιτισμική η πνευματική ομοιομορφία. Στην πραγματικότητα, κάθε αυθεντική ενότητα ζει από τον πλούτο των διαφοροτήτων που τη συνθέτουν : όπως μια οικογένεια που τόσο πιο ενωμένη είναι όσο περισσότερο καθένα από τα μέλη της μπορεί να είναι, χωρίς φόβο, ο εαυτός του. Με την έννοια αυτή, εκτιμώ πως η Ευρώπη είναι μια οικογένεια λαών, οι οποίοι θα μπορέσουν να αισθανθούν τους οργανισμούς της Ένωσης κοντά τους στο μέτρο που αυτοί θα μπορέσουν με σοφία να συστοιχίσουν το ιδεώδες της ενότητας την οποία επιθυμούμε με την διαφορετικότητα του καθενός, αξιοποιώντας τις ιδιαίτερες παραδόσεις, συνειδητοποιώντας την ιστορία και τις ρίζες του, απελευθερωμένοι από πολλούς χειρισμούς και φοβίες. Να θέτει κανείς στην κεντρική θέση το ανθρώπινο πρόσωπο σημαίνει πριν απ’ όλα να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε αυτό να εκφράζει ελεύθερα το πρόσωπο και τη δημιουργικότητά του, στο επίπεδο των ατόμων όπως και στο επίπεδο των λαών.

Από την άλλη, οι ιδιαιτερότητες του καθενός συνιστούν αυθεντικό πλούτο στο μέτρο που τίθενται στην υπηρεσία όλων. Θα πρέπει να θυμόμαστε πάντα την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την θεμελιωμένη πάνω στις αρχές της συμπαράστασης και της αλληλεγγύης, ώστε να υπερισχύει η αμοιβαία βοήθεια, και να μπορεί κανείς να βαδίζει με αμοιβαία εμπιστοσύνη.

Μέσα σ’ αυτή τη δυναμική ενότητας-ιδιαιτερότητας, απαιτείται από εσάς, Κυρίες και Κύριοι Ευρωβουλευτές, να διατηρήσετε ζωντανή τη δημοκρατία, τη δημοκρατία των λαών της Ευρώπης. Είναι γνωστό ότι μια ομοιομορφωτική αντίληψη της παγκοσμιότητας  θίγει τη ζωτικότητα του δημοκρατικού συστήματος,  εξασθενίζοντας τον πλούσιο, γόνιμο και οικοδομητικό διάλογο των δημοκρατικών οργανώσεων και  των πολιτικών κομμάτων μεταξύ τους.

Διατρέχουμε έτσι τον κίνδυνο να ζούμε στο βασίλειο της ιδέας, του λόγου και μόνο, της εικόνας, του σοφίσματος… και να καταλήξουμε να συγχέουμε την πραγματικότητα της δημοκρατίας με έναν καινούργιο  πολιτικό νομιναλισμό. Η διατήρηση ζωντανής της δημοκρατίας στην Ευρώπη απαιτεί την αποφυγή «παγκοσμιοποιητικών τρόπων» στη διάλυση της πραγματικότητας : τους αγγελικούς καθαρολογισμούς, τους ολοκληρωτισμούς της σχετικοποίησης, τους ανιστορικούς φονταμανταλισμούς, τις ηθικές χωρίς καλοσύνη, τους διανοητισμούς χωρίς σοφία[10].

Η διατήρηση ζωντανής της πραγματικότητας των δημοκρατιών είναι μια πρόκληση της παρούσης ιστορικής στιγμής, αποφεύγοντας το ενδεχόμενο η πραγματική τους δύναμη – πολιτική δύναμη που εκφράζει τους λαούς – να παραμεριστεί μπροστά στην πίεση πολυεθνικών όχι παγκόσμιων συμφερόντων, τα οποία τις καθιστούν εύθραυστες και τις μεταμορφώνουν σε ομοιομορφοποιημένα συστήματα οικονομικής εξουσίας άγνωστων επιρροών. Είναι μια πρόκληση που σας εξακοντίζει σήμερα η ιστορία.

Να δίνεις ελπίδα στην Ευρώπη δεν σημαίνει μόνο να αναγνωρίζεις την κεντρική θέση που κατέχει το ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά υπονοεί ακόμα να υποστηρίζεις τις ικανότητές του. Πρόκειται λοιπόν να επενδύει κανείς σ’ αυτές όπως και στους τομείς όπου τα ταλέντα του διαμορφώνονται και καρποφορούν. Η πρώτη περιοχή είναι ασφαλώς η παιδεία, ξεκινώντας από την οικογένεια, θεμελιακό κύτταρο και πολύτιμο στοιχείο κάθε κοινωνίας. Η οικογένεια ενωμένη, γόνιμη και αδιάλυτη φέρνει μαζί της τα βασικά στοιχεία ώστε να δώσει ελπίδα για το μέλλον. Χωρίς αυτή τη σταθερότητα, καταλήγει κανείς να χτίζει στην άμμο, με βαριές κοινωνικές συνέπειες. Από την άλλη, να τονίζει κανείς τη σπουδαιότητα της οικογένειας όχι μόνο βοηθάει στην προσφορά προοπτικών και  ελπίδας στις καινούργιες γενιές, αλλά επίσης και στους πολλούς ηλικιωμένους, συχνά υποχρεωμένους να ζουν σε συνθήκες μοναξιάς και εγκατάλειψης επειδή δεν υπάρχει πια η θέρμη μιας οικογενειακής εστίας σε θέση να τους συντροφέψει και να τους στηρίξει.

Πλάι στην οικογένεια, υπάρχουν οι εκπαιδευτικοί οργανισμοί :σχολεία και πανεπιστήμια. Η παιδεία δεν μπορεί να περιορίζεται να παρέχει ένα σύνολο τεχνικών γνώσεων, αλλά οφείλει να ευνοεί την πιο περίπλοκη διαδικασία της αύξησης του ανθρώπινου προσώπου στην ολότητά του. Οι σημερινοί νέοι ζητούν να μπορούν να έχουν μια κατάλληλη και πλήρη μόρφωση για να βλέπουν το μέλλον με ελπίδα μάλλον παρά με απογοήτευση. Στη συνέχεια, οι δημιουργικές δυνατότητες της Ευρώπης σε διάφορους τομείς της επιστημονικής έρευνας, μερικοί από τους οποίους δεν έχουν ακόμα πλήρως εξερευνηθεί, είναι αρκετές. Αρκεί να σκεφτεί κανείς για παράδειγμα τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας, η ανάπτυξη των οποίων θα βοηθούσε πολύ την προστασία του περιβάλλοντος.

Η Ευρώπη ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή σε μια αξιέπαινη δέσμευση για χάρη της οικολογίας. Η γη μας έχει πράγματι ανάγκη συνεχών φροντίδων και περιποιήσεων· καθένας έχει προσωπική ευθύνη για την προστασία της δημιουργίας, δώρο πολύτιμο που το έθεσε ο Θεός στα χέρια των ανθρώπων. Αυτό σημαίνει, από τη μια, ότι η φύση είναι στη διάθεσή μας, ότι μπορούμε να τη χαιρόμαστε και να κάνουμε καλή χρήση αυτού δώρου· αλλά, από την άλλη, αυτό σημαίνει ότι δεν είμαστε οι ιδιοκτήτες της. Φύλακες, αλλά όχι ιδιοκτήτες. Κατά συνέπεια, οφείλουμε να την αγαπάμε και να τη σεβόμαστε, ενώ «αντίθετα, συχνά οδηγούμαστε από την υπεροψία να κυριαρχούμε, να κατέχουμε, να κατευθύνουμε, να εκμεταλλευόμαστε· δεν την ‘‘φυλάττουμε’’, δεν την σεβόμαστε, δεν τη θεωρούμε ως  δώρο που μας χαρίστηκε και που πρέπει να το φροντίζουμε»[11].Να σεβόμαστε το περιβάλλον σημαίνει ωστόσο όχι μόνο να περιοριζόμαστε στην αποφυγή της παραμόρφωσής του, αλλά επίσης να το χρησιμοποιούμε για το καλό. Σκέφτομαι προπάντων τον αγροτικό τομέα, που η κλήση του είναι να δίνει στήριξη και τροφή στον άνθρωπο. Δεν μπορεί κανείς να ανέχεται να πεθαίνουν εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο από πείνα, ενώ τόνοι τροφικών εμπορευμάτων πετιούνται κάθε μέρα από το τραπέζι μας. Επιπλέον, να σεβόμαστε τη φύση μάς θυμίζει ότι ο ίδιος ο άνθρωπος είναι βασικό μέρος της. Πλάι σε μια περιβαλλοντολογική οικολογία, χρειάζεται λοιπόν μια ανθρώπινη οικολογία, καμωμένη από τον σεβασμό του προσώπου, που ήθελα να σας θυμίσω σήμερα καθώς απευθύνομαι σ’ εσάς.

Η δεύτερη περιοχή όπου ανθούν τα χαρίσματα του ανθρώπινου προσώπου είναι η εργασία. Είναι καιρός να ευνοηθούν οι πολιτικές της εργασίας, αλλά είναι προπάντων αναγκαίο να ξαναδοθεί η αξιοπρέπεια στην εργασία, εξασφαλίζοντας επίσης τις κατάλληλες συνθήκες για την πραγματοποίησή της. Αυτό υπονοεί, από τη μια, να επισημαίνονται καινούργιοι τρόποι συνύπαρξης της ευκαμψίας της αγοράς με τις αναγκαιότητες σταθερότητας και βεβαιότητας των προοπτικών απασχόλησης, απαραίτητων για την ανθρώπινη ανάπτυξη των εργαζομένων· από την άλλη, αυτό σημαίνει να ευνοείται μια κατάλληλη κοινωνική συνάφεια, που δεν αποβλέπει στην εκμετάλλευση των προσώπων, αλλά στην εξασφάλιση, μέσω της εργασίας, της δυνατότητας να στηθεί μια οικογένεια και να μορφωθούν τα παιδιά.

Είναι επίσης ανάγκη ν’ αντιμετωπίσουμε μαζί το μεταναστευτικό πρόβλημα. Δεν μπορεί κανείς να ανέχεται να γίνεται η Μεσόγειος Θάλασσα ένα μεγάλο κοιμητήριο!

Μέσα στα καράβια που φθάνουν καθημερινά στις ευρωπαϊκές ακτές, υπάρχουν άνδρες και γυναίκες που χρειάζονται φιλοξενία και βοήθεια. Η απουσία αμοιβαίας υποστήριξης μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση κινδυνεύει να ενθαρρύνει ιδιομορφικές λύσεις στα προβλήματα, οι οποίες δεν λαμβάνουν υπόψη την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των μεταναστών, ευνοώντας τη δουλική εργασία και συνεχείς κοινωνικές εντάσεις. Η Ευρώπη θα είναι ικανή να αντιμετωπίσει τις προβληματικές που συνδέονται με τη μετανάστευση αν μπορέσει να προτείνει με σαφήνεια τη δική της πολιτισμική ταυτότητα και να ενεργοποιήσει τις αντίστοιχες νομοθεσίες που ξέρουν συγχρόνως να προστατεύουν τα δικαιώματα των ευρωπαίων πολιτών και να εξασφαλίζουν τη φιλοξενία προς τους μετανάστες· αν μπορέσει να υιοθετεί δίκαιες πολιτικές, θαρραλέες και συγκεκριμένες που βοηθούν τη χώρα καταγωγής τους στην κοινωνικοπολιτική ανάπτυξη και στη λύση εσωτερικών συγκρούσεων – κύρια αιτία αυτού του φαινομένου – αντί πολιτικών του συμφέροντος που αυξάνουν και τρέφουν τις συγκρούσεις. Είναι ανάγκη να δρα κανείς πάνω στις αιτίες και όχι μόνο πάνω στα αποτελέσματα.

 

                Κύριε Πρόεδρε, Εξοχότατοι, Κυρίες και Κύριοι Βουλευτές,

 

Η συνείδηση της δικής της ταυτότητας είναι απαραίτητη επίσης και για να διαλέγεται, ανοιχτή σε προοπτικές,  με τα Κράτη που έχουν ζητήσει την είσοδό τους  για να γίνουν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο μέλλον. Σκέφτομαι προπάντων τα κράτη της βαλκανικής περιοχής για τα οποία η είσοδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορέσει ν’ ανταποκριθεί στο ιδεώδες της ειρήνης σε μια περιοχή που πολύ υπέφερε από συγκρούσεις στο παρελθόν. Τέλος, η συνείδηση της ταυτότητάς της είναι απαραίτητη στις σχέσεις της με τις άλλες γειτονικές χώρες, ιδιαίτερα μ’ εκείνες που περικλείουν τη Μεσόγειο, πολλές από τις οποίες υποφέρουν εξαιτίας εσωτερικών συγκρούσεων και από την πίεση του θρησκευτικού φονταμανταλισμού όπως και της διεθνούς τρομοκρατίας.

Σ’ εσάς νομοθέτες πέφτει το χρέος να υποστηριχθεί και να ωριμάσει η ευρωπαϊκή ταυτότητα, ώστε οι πολίτες να ξαναβρούν εμπιστοσύνη στους θεσμούς της Ένωσης και στο πρόγραμμα ειρήνης και φιλίας που αποτελεί το θεμέλιο τους. Γνωρίζοντας ότι «όσο αυξάνει η εξουσία του ανθρώπου τόσο διευρύνεται το πεδίο των ευθυνών του, προσωπικών και κοινοτικών»[12]. Σας προτρέπω λοιπόν να εργασθείτε ώστε η Ευρώπη να ανακαλύψει και πάλι την καλή της ψυχή.

Ένας ανώνυμος συγγραφέας του Β΄ αιώνα έγραψε ότι «οι χριστιανοί εκπροσωπούν μέσα στον κόσμο εκείνο που είναι η ψυχή μέσα στο σώμα»[13]. Ο ρόλος της ψυχής είναι να υποστηρίζει το σώμα, να είναι η συνείδησή του και η ιστορική του μνήμη. Και μια δισχιλιετής ιστορία συνδέει την Ευρώπη και τον χριστιανισμό. Μια ιστορία όχι χωρίς συγκρούσεις και λάθη, κι επίσης αμαρτίες, αλλά πάντα εμψυχωμένη από την επιθυμία να οικοδομεί για το καλό. Το βλέπουμε στην ομορφιά των πόλεών μας, και ακόμα περισσότερο στην ομορφιά των πολλαπλών έργων φιλανθρωπίας και κοινής ανθρώπινης πνευματικής διάπλασης που είναι διάσπαρτα στην ήπειρο. Αυτή η ιστορία, σε μεγάλο μέρος, μένει ακόμα να γραφτεί. Είναι το δικό μας παρόν και επίσης το δικό μας μέλλον. Αυτή είναι η ταυτότητά μας. Και η Ευρώπη έχει επείγουσα ανάγκη να ανακαλύψει εκ νέου το πρόσωπό της για να αυξηθεί, σύμφωνα με το πνεύμα των Πατέρων της που την ίδρυσαν, μέσα στην ειρήνη και στην ομόνοια, αφού η ίδια δεν είναι ακόμα χωρίς συγκρούσεις.

Αγαπητοί Ευρωβουλευτές, ήρθε η ώρα να χτίσουμε μαζί την Ευρώπη που γυρίζει, όχι γύρω από την οικονομία, αλλά γύρω από την ιερότητα του ανθρώπινου προσώπου, γύρω από τις αναπαλλοτρίωτες αξίες· την Ευρώπη που αγκαλιάζει με θάρρος το παρελθόν της και προσβλέπει με εμπιστοσύνη στο μέλλον της για να ζήσει πλήρως και με ελπίδα το παρόν της. Έφτασε η στιγμή να εγκαταλείψουμε την ιδέα μιας Ευρώπης τρομαγμένης και αναδιπλωμένης στον εαυτό της, για να αναδείξουμε και να προαγάγουμε την πρωταγωνιστική Ευρώπη, φορέα επιστήμης, τέχνης, μουσικής, ανθρωπίνων αξιών και επίσης πίστεως. Την Ευρώπη που θεωρεί τον ουρανό και ακολουθεί ιδεώδη· την Ευρώπη που προσέχει, υπερασπίζεται και προστατεύει τον άνθρωπο· την Ευρώπη που πορεύεται  πάνω στη βέβαιη και στέρεη γη, πολύτιμο σημείο αναφοράς για όλη την ανθρωπότητα ! 

Ευχαριστώ.                        

Πηγή: www.megalosadelfos.eu