Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Ρήξεις και συνέχειες στη ζωή της εκκλησίας

Παρουσίαση του βιβλίου από τον Πατέρα Ευάγγελο Γκανά, Εφημέριο Αγ. Μελετίου Σεπολίων

Πάπας Φραγκίσκος

Για μια Εκκλησία φτωχή και των φτωχών

μετάφρ. Θεόδωρος Κοντίδης

Πόλις, 2014

           

            Η συνέντευξη ως λογοτεχνικό είδος μάλλον προάγει, άλλοτε ρητά κι άλλοτε υπόρρητα, το ναρκισσισμό του προσώπου που μας παρουσιάζει και ταυτόχρονα τρέφει τη βουλιμία ενός αναγνωστικού κοινού μαθημένου στα τερτίπια της κοινωνίας του θεάματος. Τα  ΜΜΕ δεν είναι συνήθως διατεθειμένα να κάνουν εξαίρεση ούτε όταν το πρόσωπο στο κέντρο του ενδιαφέροντος είναι ο πάπας της Ρώμης. Αυτό που προέχει είναι να εντοπισθεί ο κατάλληλος εντυπωσιοθηρικός χαρακτηρισμός που θα καταστήσει ακόμα και τον προκαθήμενο της Ρωμαιοκαθολικής Eκκλησίας μέλος του παρδαλού συνόλου των celebrities. Έτσι, περιοριζόμενοι στους δυο τελευταίους πάπες,  ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄, ανταποκρινόμενος σε ανάγκες μεγαλείου περασμένων εποχών, ήταν ο στιβαρός Panzer- Κardinal, ο Μέγας Ιεροεξεταστής που θα υπεράσπιζε την ακεραιότητα του δόγματος ενάντια στο σύγχρονο σχετικισμό, ενώ ο Φραγκίσκος, σύμφωνα με μια λογική πιο κοντά στη σύγχρονη  δημοκρατική  ευαισθησία και την πολιτική ορθοφροσύνη, είναι πιο απλά ο πάπας των φτωχών.  

 

            Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα, αν και ανήκει στο λογοτεχνικό είδος της συνέντευξης, δεν υπηρετεί αυτή τη στρατηγική. Κι αυτό γίνεται φανερό ήδη από την απάντηση στην πρώτη ερώτηση. Ο π. Αντόνιο Σπαντάρο, διευθυντής του ιησουίτικού περιοδικού Civiltà Cattolica με έδρα τη Ρώμη, που έχει πάρει τη συνέντευξη από τον πάπα Φραγκίσκο, αλλάζει αυθόρμητα και παρορμητικά, όπως ομολογεί, το προκαθορισμένο σχέδιο των ερωτήσεων. Η ερώτηση που τελικά θα θέσει πρώτη είναι: «ποιός είναι ο Χόρχε Μάριο Μπεργκόλιο;»[1]

            Η απάντηση του πάπα Φραγκίσκου δεν είναι η αναμενόμενη. Στις μέρες μας τέτοιες ερωτήσεις αντιμετωπίζονται συνήθως ως αφορμές για μια εξομολόγηση-παρουσίαση του εαυτού διαποτισμένη από ένα άρωμα ναρκισσισμού και αυτοδικαίωσης. O πάπας Φραγκίσκος απαντά: «είμαι ένας αμαρτωλός, προς τον οποίο ο Χριστός έστρεψε το βλέμμα του».[2] Η απάντηση αυτή του πάπα Φραγκίσκου ανακαλεί στη μνήμη την εξομολόγηση ως πρακτική των χριστιανών κατά τους πρώτους αιώνες της εκκλησίας. Τότε η εξομολόγηση δεν συνίστατο σε μια λεκτική παράθεση των επί μέρους ατοπημάτων του χριστιανού, αλλά στην αναγνώριση μιας κατάστασης (status), της αμαρτωλότητας του ανθρώπου ενώπιον της αγιότητας του Θεού. Η είσοδος του κατηχούμενου στην εκκλησία  μέσω του βαπτίσματος, όπως και η επανένταξη του αμαρτήσαντος χριστιανού στην εκκλησιαστική κοινότητα μέσω της εξομολόγησης, χαρακτηρίζονται από την ίδια δομική παραδοξότητα. Ο παλαιός εαυτός πρέπει να πεθάνει ώστε να αναδυθεί ο αυθεντικός εαυτός. Ρήξη και συνέχεια συνυπάρχουν κατά τρόπο θαυμαστό και μυστηριώδη. Οι χριστιανοί βλέπουν πίσω από αυτή τη φαινομενική αντίφαση την πραγμάτωση των λόγων του Χριστού: «ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου οὗτος σώσει αὐτήν». 

Το δεύτερο σημείο της συνέντευξης το οποίο θα ήθελα να σχολιάσω ενέχει και πάλι το θέμα της ρήξης και της συνέχειας. Γράφει ο πάπας Φραγκίσκος: «Ο ιησουίτης πρέπει να είναι ένα πρόσωπο με ανολοκλήρωτη σκέψη. Υπήρχαν εποχές, κατά τις οποίες στο τάγμα ζήσανε με σκέψη κλειστή, άκαμπτη, περισσότερο διδακτική, ασκητική και λιγότερο μυστική. Αυτή η παρεκτροπή δημιούργησε την Epitome Instituti». [3] Εδώ ο πάπας αναφέρεται σε ένα είδος σύνοψης του Καταστατικού του τάγματος των Ιησουιτών που γράφτηκε κατά τον 20ο αιώνα. Πίσω όμως από αυτά τα λόγια κρύβεται μια ευρύτερη και ενδιαφέρουσα ιστορία. Κάποια στιγμή, στις αρχές του 20ου αιώνα, οι ιησουίτες στράφηκαν μάλλον απρόθυμα, πιεζόμενοι από το πνεύμα της εποχής που αποθέωνε τις ιστορικές και κοινωνικές επιστήμες, στη μελέτη του παρελθόντος τους και των απαρχών τους. Το αποτέλεσμα ήταν μια μνημειώδης εκδοτική προσπάθεια πολλών τόμων, αλλά και μια μεγάλη έκπληξη. Η έκδοση αφορούσε τις επιστολές και τα άλλα έγγραφα του Ιγνατίου Λογιόλα, του Φραγκίσκου Φαβρ και των άλλων αδελφών του τάγματος κατά τις απαρχές του. Η έκπληξη συνίστατο στη συνειδητοποίηση πως το εκδοθέν υλικό παρουσίαζε μια εικόνα των πρώτων ιησουιτών διαφορετική από αυτή που δέσποζε μέχρι τότε στη συλλογική τους μνήμη. Ο Ιγνάτιος παρουσιαζόταν τώρα  μάλλον ως ένας μυστικός και όχι ως ο λάτρης της στρατιωτικής πειθαρχίας , η δε πνευματικότητα των «Πνευματικών Ασκήσεων» ξεπερνούσε κατά πολύ το στόχο της ενδυνάμωσης της θέλησης  με σκοπό την επίτευξη της ηθικής ακεραιότητας. Αλλά και γενικότερα, τα κείμενα των θεμελιωδών πατέρων του τάγματος των Ιησουιτών  φανέρωναν ένα πνεύμα πολύ πιο ευέλικτο και λιγότερο ηθικιστικό από το πνεύμα που διέπνεε το τάγμα μετά την επανίδρυσή του κατά το 1814. Με δυο λόγια: η εικαζόμενη συνέχεια εμφανιζόταν τώρα στην πραγματικότητα ως μια αποκλίνουσα από το αρχικό πνεύμα ρήξη. Η πραγματική συνέχεια θα απαιτούσε έτσι μια νέα ρήξη προκειμένου να οδηγήσει το τάγμα στο πνεύμα των απαρχών του. [4] 

            Μια ανάλογη διαπλοκή ρήξης και συνέχειας εμφανίζεται κι όταν ο πάπας Φραγκίσκος αναφέρεται στο θωμισμό. Λέει σχετικά: « Ο άνθρωπος βρίσκεται σε αναζήτηση του εαυτού του και, προφανώς, σε αυτή την αναζήτηση μπορεί να κάνει λάθη. Η Εκκλησία έζησε εποχές ακμής, όπως παραδείγματος χάριν, την εποχή του Θωμά του Ακινάτη. Ζει όμως και εποχές παρακμής της σκέψης. Δεν πρέπει επί παραδείγματι να συγχέουμε την ακμή του θωμισμού με τον παρακμιακό θωμισμό. Εγώ, δυστυχώς, σπούδασα φιλοσοφία με τα εγχειρίδια του παρηκμασμένου θωμισμού». [5] 

Εδώ ο πάπας Φραγκίσκος αναφέρεται σε ένα ζήτημα θεμελιώδους σημασίας για τη ρωμαιοκαθολική θεολογία του 20ου αιώνα για το οποίο εμείς θα κάνουμε μόνο μια απλή αναφορά. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα εμφανίστηκαν εμβριθείς μελέτες που έκαναν φανερό πως αυτό που θεωρούνταν μέχρι τότε  ως το απαύγασμα του θωμισμού και διαμόρφωνε τις φιλοσοφικές και θεολογικές σπουδές στα καθολικά πανεπιστήμια ήταν στην πραγματικότητα μια παρανάγνωση του Θωμά του Ακινάτη από θεολόγους του 16ου αιώνα. Ο Ακινάτης διαβάζονταν τώρα ως ένας βαθειά πνευματικός, μυστικός θεολόγος, και όχι ως ο πατέρας ενός στεγνού σχολαστικισμού. Οι μελέτες αυτές αντιμετωπίσθηκαν αρχικά με ολοφάνερη εχθρότητα και καταδικάστηκαν από τον πάπα Πίο τον ΙΒ΄ με την εγκύκλιο Humani Generis τo 1950. Όμως τελικά ήταν αυτοί  οι θεολόγοι που επικράτησαν πείθοντας τον θεολογικό κόσμο για την βασιμότητα των επιχειρημάτων τους και ήταν επίσης αυτοί που διαμόρφωσαν τελικά το χαρακτήρα της  Β΄ Συνόδου του Βατικανού. Έκτοτε το ερώτημα έχει λάβει τόσες πολλές απαντήσεις που μοιάζει να παραμένει πρακτικά αναπάντητο. Αποτελεί η σύνοδος αυτή ρήξη ή συνέχεια στους κόλπους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας; Αν τολμούσα να υποθέσω την απάντηση του πάπα Φραγκίσκου πιστεύω πως δεν θα ήταν μακριά από την άποψη του επιφανούς φιλοσόφου, και μεταστραφέντος στο ρωμαιοκαθολικισμό,  Alasdair MacIntyre σχετικά με το πώς γίνεται εφικτή η συνέχεια μιας ζωντανής παράδοσης: οι παραδόσεις νοούνται πάντοτε ως κοινωνικά ενσωματωμένες και ενδεχομενικές, ανοικτές στη δημόσια συζήτηση, την διαφωνία, τη σύγκρουση, την έρευνα, προκειμένου να προάγουν, να τροποποιήσουν ή να εγκαταλείψουν απόψεις και θέσεις που άπτονται του πρακτικού λόγου. Οι δε διεργασίες αυτές πραγματοποιούνται πάντοτε από ανθρώπους που ζουν και δρουν εντός της εκάστοτε παράδοσης και όχι ατενίζοντας τες  από κάποιο απόμακρο αρχιμήδειο σημείο. [6] 

Το τρίτο θέμα της συνέντευξης το οποίο θα ήθελα να σχολιάσω είναι εκείνο ο στο οποίο γίνεται αναφορά στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Γράφει ο πάπας Φραγκίσκος; « Πρέπει να πορευόμαστε μαζί: ο λαός, οι επίσκοποι και ο πάπας. Η συνοδικότητα  πρέπει να βιώνεται σε διάφορα επίπεδα. Ίσως είναι καιρός να μεταβάλουμε τη μεθοδολογία της Συνόδου, γιατί η τωρινή μου μοιάζει στατική. Αυτό μπορεί να έχει οικουμενική αξία, κυρίως σε σχέση με τους Ορθόδοξους αδελφούς μας. Από εκείνους μπορεί να μάθουμε περισσότερα σχετικά με την έννοια της επισκοπικής συλλογικότητας και την παράδοση της συνοδικότητας. Ο κοινός προβληματισμός, έχοντας υπόψιν και τον τρόπο διοίκησης της Εκκλησίας κατά τους πρώτους αιώνες, πριν το σχίσμα της Ανατολής και Δύσης, θα δώσει καρπούς στον καιρό του. Στις οικουμενικές σχέσεις είναι σπουδαίο το εξής: όχι μόνο να γνωριστούμε καλύτερα, αλλά επίσης να αναγνωρίσουμε όσα το Άγιο Πνεύμα έχει σπείρει στους άλλους, τα οποία είναι δώρα για εμάς». Το θέμα του σχίσματος Δύσης και Ανατολής είναι βέβαια ένα θέμα στο οποίο η έννοια της ρήξης εμφανίζεται με την πιο θλιβερή μορφή της. Σήμερα όμως βρισκόμαστε εδώ, Καθολικοί και Ορθόδοξοι, για να μιλήσουμε για ένα βιβλίο προερχόμενο από τον επίσκοπο της Ρώμης. Τι μας ενώνει και τι μας χωρίζει; Υπάρχει σίγουρα ρήξη, αλλά σε τι συνίσταται; Υπάρχει άραγε και συνέχεια κι αν ναι πού μπορούμε να την διακρίνουμε; 

Όταν με ρωτούν τι χωρίζει ορθοδόξους και καθολικούς δίνω συχνά μια απάντηση που γεννά την αμηχανία στα βλέμματα αυτών που με ρώτησαν: μας χωρίζει πρωτίστως η ιστορία. Θα μπορούσα να έχω πει ότι μας χωρίζει η επιδίωξη της ισχύος, αλλά μάλλον πρόκειται για την ίδια απάντηση, με πιο δύσληπτους όρους. Με άλλα λόγια: όσοι δεν βλέπουν την ιστορία ως εκδίπλωση της ιστορίας της σωτηρίας, ως απόδειξη ότι Κύριος της ιστορίας είναι ο Ιησούς Χριστός,  δηλαδή το εσφαγμένο αρνίο και όχι το ξίφος του εκάστοτε Καίσαρα, μοιραία θα συγκρουστούν μεταξύ τους διεκδικώντας τον εφήμερο τίτλο του  νικητή της ιστορίας. Δεν θα περιοριστώ όμως σε μια θεωρητική προσέγγιση σχετικά με το τι μας ενώνει και τι μας χωρίζει, αλλά θα αναφερθώ σε ένα εύγλωττο ιστορικό παράδειγμα.

Το 1339 ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος απέστειλε τον πολύγλωσσο Καλαβρό μοναχό Βαρλαάμ στην Αβινιόν. Εκεί ο Βαρλαάμ έδωσε δυο ομιλίες ενώπιον του πάπα Βενέδικτου ΙΒ΄. Αναφέρθηκε αφενός στην αναγκαιότητα της σύμπτυξης ενός ενωμένου χριστιανικού μετώπου ενάντια στους Τούρκους και αφετέρου στις διαδρομές μέσω των οποίων η επανένωση των εκκλησιών θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Στην απαίτηση του πάπα ότι η ένωση των εκκλησιών θα έπρεπε να προηγηθεί της αποστολής στρατιωτικής βοήθειας εκ μέρους της Δύσης, ο Βαρλαάμ έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Δεν είναι τόσο οι δογματικές διαφορές που αποξενώνουν τις καρδιές των Ελλήνων από εσάς, όσο το μίσος που έχει εισέλθει στις ψυχές τους ενάντια στους Λατίνους, εξαιτίας των πολλών και μεγάλων δεινών που οι Έλληνες υπέφεραν σε διαφόρους καιρούς στα χέρια των Λατίνων και ακόμα υποφέρουν. Μέχρι να φύγει το μίσος αυτό δεν μπορεί να υπάρξει ένωση. Αν δεν κάνετε εσείς πρώτοι κάποιο πολύ μεγάλο καλό στους Έλληνες, ούτε αυτό το μίσος θα διασκορπιστεί, ούτε κανείς θα τολμήσει να ψελλίσει ούτε καν μια λέξη σχετικά με την ένωση… Να γνωρίζετε επίσης ότι δεν ήταν ο λαός της Ελλάδος που με έστειλε να αναζητήσω βοήθεια και επανένωση, αλλά ο αυτοκράτορας, μόνος του και μυστικά. Μέχρι να σταλεί βοήθεια δεν μπορεί να αποκαλύψει στο λαό του ότι επιθυμεί την ένωση μαζί σας». [7]

Δεν θα σχολιάσω απόψε κατά πόσον έχουμε προχωρήσει από αυτό το σημείο. Θα κρατήσω όμως ένα στοιχείο που το θεωρώ καίριο για το μέλλον των λεγομένων  οικουμενικών σχέσεων. Μια προσέγγιση των εκκλησιών που θα έρχεται από πάνω, από επισκόπους, θεολόγους, ειδικούς, γραφειοκράτες και μόνο, όση πρόοδο  κι αν επιτελέσει, δεν θα έχει καμιά απήχηση στο πλήρωμα και των δυο εκκλησιών. Γι’ αυτό έχει σημασία η φράση του πάπα Φραγκίσκου: «όχι μόνο να γνωριστούμε καλύτερα, αλλά επίσης να αναγνωρίσουμε όσα το Άγιο Πνεύμα έχει σπείρει στους άλλους, τα οποία είναι δώρα για εμάς». Γιατί αυτή δεν αφορά τα μέλη των εκκλησιαστικών διαλόγων και μόνο αλλά όλους μας. Γι’ αυτό και είναι  παρήγορο το γεγονός ότι σήμερα εδώ μπορούμε, Καθολικοί και Ορθόδοξοι, να συζητούμε ένα βιβλίο του προκαθήμενου της Ρώμης.

Το γεγονός πως ο πάπας Φραγκίσκος βλέπει πως ο δρόμος της επιδίωξης της εγκόσμιας ισχύος  δεν  απλώς άγονος, αλλά βαθειά αντιχριστιανικός, φανερώνεται συμβολικά, αλλά και κατά τρόπο παιγνιώδη και σε ένα θρυλούμενο περιστατικό κατά την ημέρα της εκλογής του. Το απόγευμα εκείνο του Μαρτίου του 2013 ήταν ψυχρό και υγρό και ο υπεύθυνος της εθιμοτυπίας προσέφερε στον νεοεκλεγέντα πάπα ένα ακόμα από τα σύμβολα της θέσεώς του, μια κάπα από ερμίνα, αγαπημένη του προκατόχου του Βενέδικτου ΙΣΤ΄. Ο Χόρχε Μάριο Μπεργκόλιο αρνήθηκε να φορέσει τόσο τη ερμίνα όσο και έναν περίτεχνο χρυσό επιστήθιο σταυρό. Διαδόθηκε μάλιστα η φήμη ότι είπε στον υπεύθυνο της εθιμοτυπίας: «μπορείτε να τα φορέσετε εσείς Μονσινιόρ, η περίοδος του καρναβαλιού τελείωσε». Επισήμως ο διάλογος διαψεύστηκε, αλλά, όπως σημειώνει ο σημαντικός ιστορικός, Eamon Duffy που τον διασώζει,  και όπως συνηθίζουν να λένε και οι Ιταλοί,  “si non è vero, è ben trovato”, ακόμα κι αν δεν είναι αληθινό είναι τόσο εύστοχο. [8]

Οι καιροί αλλάζουν. Κι όπως γράφει ο πάπας Φραγκίσκος: «Υπάρχει όντως ο πειρασμός να αναζητούμε τον Θεό στο παρελθόν ή στα μελλούμενα. Ο Θεός είναι σίγουρα στο παρελθόν, γιατί εκεί έχει αφήσει τα ίχνη του. Και υπάρχει επίσης στο μέλλον ως υπόσχεση. Αλλά ο «συγκεκριμένος» Θεός βρίσκεται στο παρόν. Γι’ αυτό, οι θρηνωδίες δεν μας βοηθούν ποτέ να βρούμε τον Θεό. Οι θρηνωδίες που ακούγονται σήμερα για το πού οδηγείται ο «βάρβαρος» κόσμος καταλήγουν κάποιες φορές σε μια αναζήτηση τάξης μέσα στην Εκκλησία, εννοούμενης ως καθαρής συντήρησης, ως άμυνας. Όχι: τον Θεό τον συναντάμε στο σημερινό κόσμο». [9] Και λίγο παρακάτω προσθέτει: «Αν κάποιος έχει την απάντηση σε όλα τα ερωτήματα, αυτό είναι η απόδειξη ότι ο Θεός δεν είναι μαζί του». [10] Αποφυγή της θρηνωδίας για το παρόν και αμφιβολία για τον εαυτό, την οικεία ταυτότητα, δυο στρατηγικές του πάπα Φραγκίσκου για να πορευτούμε προς το μέλλον.

Θα προσθέταμε και κάτι ακόμη. Ένας από τους μεγάλους ρωμαιοκαθολικούς θεολόγους του 20ου αιώνα,  ο Yves Congar, ο οποίος αρχικά αντιμετωπίσθηκε από τη Ρώμη με δυσπιστία και εχθρότητα για να αναδειχθεί τελικά σε σημαίνουσα φωνή της Β΄  Συνόδου του Βατικανού, έχει περιγράψει αναλυτικά τις προϋποθέσεις μιας γνήσιας μεταρρύθμισης εντός της εκκλησίας. Μια αλλαγής που θα εγγυάται τη συνέχεια χωρίς να προκαλεί την επώδυνη ρήξη. Επεσήμανε τέσσερις προϋποθέσεις: το πρωτείο της αγάπης και της ποιμαντικής μέριμνας, την παραμονή σε κοινωνία με την όλη Εκκλησία, την παρουσία της υπομονής για τις τυχόν καθυστερήσεις, και την γνήσια ανανέωση μέσω μιας επιστροφής στα κριτήρια και τις αρχές της παράδοσης ( κι όχι μέσω μιας βίαιης εισαγωγής κάποιας εφήμερης καινοτομίας). [11]Δεν έχω το χρόνο να το τεκμηριώσω, αλλά ο πάπας Φραγκίσκος στη σύντομη συνέντευξή του ενσωματώνει όλα αυτά τα στοιχεία.[12] Και οι αρχές αυτές οφείλουν να δίνουν τον τόνο και στις οικουμενικές σχέσεις.

Συμπερασματικά: μια εκκλησία πτωχή και των πτωχών αποτελεί συνέχεια της μίας, αγίας, καθολικής, και αποστολικής εκκλησίας και ταυτόχρονα συνιστά ρήξη με τις αρχές και εξουσίες, τους κοσμοκράτορες του αιώνος τούτου. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί κανείς να ελπίζει ότι και μια γνήσια ρήξη με το προβληματικό παρόν δεν θα αποκαλύψει στους χριστιανούς τίποτα λιγότερο ή περισσότερο από τη συνέχεια της δημιουργικής και ευσπλαχνικής αγάπης και μέριμνας του Θεού για τον κόσμο.

 

                                                                                            Τήνος 30 Μαρτίου 2015

 

[1] Πάπας Φραγκίσκος, Για μια εκκλησία φτωχή και των φτωχών,  σ. 14.

[2]  Ο. π., σ. 14.

[3] Ο. π., σ, 21.

[4] John W. O’Malley, S.J., The Jesuits. A History from Ignatius to the Present, Rowman and Littlefield, 2014, p. 97-98, 116.

[5] Πάπας Φραγκίσκος, ο. π., σ. 55

[6] Alasdair MacIntyre, Whose Justice? Which Rationality?, University of  Notre Dame Press, 1988, p. 350.

[7] Tia Kolbaba, “Byzantine Perceptions of Latin Religion “Errors. Themes and Changes from 850 to 1350”, στο Angeliki E. Laiou, Roy Parviz Mottaheden (eds), The Crusades from the Perspective of Byzantium and the Muslim World, Dumbarton Oakes, 2001, p. 117-143.

[8] Eamon Duffy, Saints and Sinners. A History of the Popes, Yale University Press, (Fourth Edition, 2014), p. 417.

[9] Πάπας Φραγκίσκος, ο. π., σ. 41.

[10] Ο. π., σ. 42.

[11] Yves Congar, True and False Reform in the Church, (engl. Transl. Paul Philibert), Liturgical Press, 2011.

[12] Πάπας Φραγκίσκος ο. π., σ. 31, 19 και 28, 26κε, 40 (αντίστοιχα).