Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Φωνή βοώντος... σε αυτιά εκουσίως βουλωμένα

 

Σχολιασμός και παρουσίαση

Ένα κείμενο με ιστορία 70 χρόνων και γραμμένο προ πεντηκονταετίας από τον σοφό και συνετό επίσκοπο Κοζάνης Διονύσιο. Χρήσιμο και ωφέλιμο σε όλη την Εκκλησία. Κληρικούς και λαϊκούς, γιατί συσωματούμενοι γινόμαστε Εκκλησία. Δεν υπάρχει ασώματος κεφαλή, ούτε ακέφαλο σώμα. Όποιος λέει "χρείαν σου οὐκ ἔχω" (είτε με το στόμα είτε ἐν τῇ πράξει το λέει) είναι αιρετικός (δηλαδή νεκρό μέλος) και πρέπει να αποκοπεί από το σώμα. Ο σύγχρονος κίνδυνος βεβαίως για την Εκκλησία είναι... της ασωμάτου κεφαλής, αφού οι λαϊκοί κατάντησαν με τις νομικίστικες ρυθμίσεις του δαιμονικού εναγκαλισμού Εκκλησίας-Κράτους, περιθώριο μέσα στο σπίτι τους. Κανείς δεν τους ρωτάει. Πουθενά δεν συμμετέχουν. Την γνώμη τους (που πλέον δεν έχουν... ως ακατήχητοι) κανείς δεν την υπολογίζει. Εκτός και αν φαντάζεται κανείς συμμετοχή... την βοήθεια στον δίσκο, στους εράνους, και στα συσσίτια...!!

Μια κληρικοκρατία εγκαλεί για... προτεσταντισμό κάθε προσπάθεια των λαϊκών να πουν «είμαστε κι εμείς εδώ», και που θεωρητικολογεί για την θέση των λαϊκών στην Εκκλησία, ενώ συγχρόνως τους φωνάζει «να μη μιλάνε»!!! Ένας υδροκεφαλισμός τυραννάει την σύγχρονη Εκκλησία (ως διοίκηση) που δεν θέλει να δει ότι η ήδη υπάρχουσα παγερή αδιαφορία των χριστιανών (δεν εννοούμε ως χριστιανούς τους... αρρώστους που παρακολουθούν εκκλησιαστικά χαζό κουτσομπολιά των sites) γίνεται αιτία κάθε μέρα... "αφανούς" (;) διαρροής «ἐκ τῆς αὐλῆς τῆς Ἐκκλησίας», λόγω της πίκρας που αισθάνονται οι χριστιανοί... ως ξένοι στο σπίτι τους!

Αυτός ο υδροκεφαλισμός είναι μια δαιμονική "θεολογία" που ξεχνά, με τραγικά αποτελέσματα, ότι η κεφαλή αιματώνεται από το σώμα και όταν υπάρξει πρόβλημα στο σώμα τότε... έχουμε εγκεφαλικό! Και συμβαίνει, πολλές φορές, τα μεν μέλη να κινούνται και να λειτουργούν, ενώ η κεφαλή... «ζῶσα τέθνηκε»!!

Ο γνήσιος δούλος του Θεού, επίσκοπος Κοζάνης Διονύσιος, μας διδάσκει με τον πραΰ και θελκτικό του τρόπο για τα κύρια και καίρια θέματα των χριστιανών (όλων ανεξαιρέτως· κληρικών και λαϊκών). Για την Λατρεία και τις Ακολουθίες. Για την Θεία Λειτουργία και την γλώσσα της. Για το κήρυγμα. Για την μουσική επένδυση των λόγων της προσευχής της κοινότητας, την ψαλμωδία όπως λέμε.

Επισημαίνει τις θεολογικές στρεβλώσεις, αυτές που γεννάνε τα "τέρατα" της καθημερινής πρακτικής. Καυτηριάζει τις πληγές που δεν αφήνουν το σώμα να ευρρωστεί. Προτείνει τρόπους εξόδου από αδιέξοδα. Θρηνεί και οδύρεται για την απροθυμία των συναδέλφων του να αφουγκραστούν το τώρα και να εγκαταλείψουν αυταπάτες κυριαρχίας («πιστέψαμε πως είμαστε αφεντικά») και «να διδαχθούν από την ζωή, όπου οι άνθρωποι δεν ανέχονται πια δεσποτισμούς».

Βέβαια και αυτός δεν γίνεται να «βγει έξω» από την ατμόσφαιρα και το κλίμα της εποχής του. Επισημαίνει σωστά ότι «πρόβλημα για τη θεία λατρεία είναι βέβαια η γλώσσα». Το επισημαίνει εισαγωγικά και αποφαντικά, όμως φοβάται να το αντιμετωπίσει. Έχει γελοιοποιηθεί η δημοτική γλώσσα, ως προσευχητική έκφραση, από τις ανόητες, γλυκανάλατες, αυτοσχέδιες προσευχές των οργανώσεων! (Ὦ Κύριε, θέλομεν νά σέ ἀγαπήσωμεν... θέλομεν νά ἀνάψει ἐντός ἡμῶν τό πῦρ τῆς πρός σέ ἀγάπης... "σιρόπια"). Φοβάται προφανέστατα την ρετσινιά για προτεσταντικές και οργανωσιακές αποκλίσεις (σάματις οι οργανωσιακοί δεν εξευτέλισαν την ανάγνωση εκφώνως των ευχών της Θείας Λειτουργίας, με το θεατρικό τους σόου;) και υπεκφεύγει στο υμνολογικό κήρυγμα. Σε κατ’ ιδίαν όμως συζητήσεις με τον μακάριο πατέρα μας Μελέτιο, [τον οποίον ο Διονύσιος θαύμαζε για την γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, και όταν ο Μελέτιος έγραψε το κείμενο για την αναγόρευση της Τήνου ως ιεράς νήσου, ο Διονύσιος του είπε: Μπράβο Μελέτιε, σε θαυμάζω, μέχρι τώρα νόμιζα ότι ήξερα αρχαία...!] ολόθυμα συμφωνούσε με τις μεταφράσεις των πεζών κειμένων της Λειτουργίας και των Μυστηρίων και τον παρότρυνε να επιληφθεί της προσπάθειας και να τις εισαγάγει στην λατρεία...!!

Το κείμενο του αειμνήστου επισκόπου Κοζάνης Διονυσίου Ψαριανού είναι πολλαπλώς χρήσιμο. Για τους εχέφρονες. Οι... εθνικάφρονες και οι πνευματικά ανασφαλείς χριστιανοί, θα κραυγάζουν για προδοσίες. Ατυχώς η βλακεία είναι το πιο διαδεδομένο σπορ. Και στον εκκλησιαστικό χώρο η ενδημούσα και σοβούσα νόσος! Ο Θεός να μας λυπηθεί. Όσο για τον Διονύσιο, και για μας, οι ακροτελεύτιες γραμμές του κειμένου του είναι αυτές που εκφράζουν εκείνον και πρέπει να γίνουν ο "εφιάλτης" για μας:

«Πώς έχουμε την αξίωση ο λαός να παρακολουθεί αμέτοχος τη Θεία Λατρεία, να μη καταλαβαίνει τίποτε από τα λόγια και την μουσική των ιερών ύμνων και να εξακολουθεί να έρχεται στην εκκλησία και καρτερικά να μας ακούει;».

Ας έχουμε την ευχή του

 

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος


 

ΥΠΟΜΝΗΜΑ Επισκόπου Κοζάνης

Διονυσίου Ψαριανού

  1. Η Θεία Λατρεία.

Όλα δείχνουν ότι έρχονται δύσκολες ημέρες για την Εκκλησία. Χωρίς αυτό να αποτελεί κινδυνολογία, πρέπει να δεχθούμε πως είναι η σκληρή πραγματικότητα. Και δεν φοβούμαστε βέβαια πως θα χαθεί η Εκκλησία, αλλά θα δοκιμαστούν οι χριστιανοί και φυσικά πρώτοι οι ποιμένες. Και πρέπει να παραδεχθούμε πως δεν είμαστε έτοιμοι. Δεν μπορέσαμε να τοποθετηθούμε ορθά μέσα στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα του καιρού μας. Εξακολουθούμε να έχουμε τις αντιλήψεις παλαιότερων καιρών και φιλοτιμούμεθα να είμαστε όλα τα άλλα, εκτός από ιερείς και λειτουργοί της Εκκλησίας. Και όμως η Εκκλησία πάντα, και περισσότερο στους δύσκολους καιρούς, δεν στέκει παρά ως κοινωνία λατρείας. Ούτε το κήρυγμα, σαν απλή διδασκαλία ούτε η κοινωνική δραστηριότητα κρατούν την Εκκλησία, όσο (αλλά μόνο) η Θεία Λατρεία.

Η θεία λατρεία είναι ο καθαγιασμένος χώρος της Εκκλησίας, στον οποίο εντάσσεται και η διακονία του λόγου και η φιλανθρωπία και κάθε άλλη λειτουργία της πίστης. Αυτήν ακριβώς την έκφραση δεν την χρησιμοποιεί χωρίς βαθύτερο λόγο ο Απόστολος· κάθε δραστηριότητα της εκκλησίας είναι λειτουργία και μόνο σαν λειτουργία δικαιώνεται, αλλά και τελεσφορεί. Όλα τα άλλα, στα οποία συνήθως περισπώμεθα οι ποιμένες, με την πλανεμένη γνώμη ότι συγχρονίζουμε το Ευαγγέλιο και το έργο της Εκκλησίας, είναι δραστηριότητες έξω από την ιερατική μας ιδιότητα, τις οποίες ο λαός δεν τις ζητάει και δεν τις θέλει από εμάς. Στο σημείο αυτό όχι μόνο δεν έχουμε ορθή αντίληψη του έργου μας, αλλά και κινδυνεύουμε να κατηγορηθούμε από το λαό ότι δεν πιστεύουμε, όταν μας βλέπει πολύ λίγο ή και καθόλου να μας ενδιαφέρει η θεία λατρεία.

Α. Όμως αυτό που λέμε ενδιαφέρον για τη θεία λατρεία δεν είναι απλό πράγμα. Είναι ανάγκη να σκεφθούμε και να τολμήσουμε πολλά σχετικά με τη θεία λατρεία. Επάνω στη λατρεία της Εκκλησίας οι αιώνες κόλλησαν πολλή σκουριά κι εμείς τώρα το μόνο που κάνουμε είναι να τα φορτώνουμε όλα στην παράδοση. Αυτή η παράδοση είναι μια πολύ μεγάλη κακοτοπιά για την Εκκλησία και τη ζωή. Τέλος πάντων η παράδοση δεν είναι για να δεθούμε σ’ αυτήν και να πάμε πίσω, αλλά για να πατήσουμε σ’ αυτήν και να πάμε μπροστά. Χρειάζεται πολλή μελέτη των πραγμάτων και γνώση, για να τολμήσουμε ό,τι είναι ανάγκη να γίνει. Όχι απλώς, για να συγχρονισθεί η θεία λατρεία και να προσαρμοσθεί στις σύγχρονες συνθήκες της ζωής, αλλά για να ξαναβρεί το αληθινό περιεχόμενό της και τη σεμνή εκκλησιαστική της μορφή.

Μας ενδιαφέρει πάντα η θεία λατρεία της Εκκλησίας, επειδή πιστεύουμε ότι η θεία λατρεία είναι ο κορμός της εκκλησιαστικής ζωής. Εκκλησία θα πει σύναξη και προσευχή των πιστών, όσο κι αν οι καιροί θέλουνε να μας παρασύρουν και να πιστέψουμε πως κάτι άλλο τάχα είναι Εκκλησία. Αντιμετωπίζουμε την πρόκληση και αντέχουμε στην κατηγορία ότι είμαστε πολύ καλογερικοί και μουχλιασμένοι, όπως είπε κάποιος. Όμως εμείς κάθε άλλο έργο και λεγόμενη δραστηριότητα της Εκκλησίας, και το κήρυγμα και τη φιλανθρωπία, τα συνδέουμε και τα εξαρτάμε από τη θεία λατρεία. Δεν μας αρέσει βέβαια η λέξη δραστηριότητα την οποία αναγκαστικά μεταχειριζόμαστε, γιατί αυτή η λέξη δεν είναι δική μας και της Εκκλησίας· μάς έρχεται απ’ έξω και ανήκει στη σύγχρονη αίρεση της δράσης.

Β. Θα ’λεγε κάποιος πως αντιφάσκουμε από το ένα μέρος λέμε πως η θεία λατρεία είναι η ζωή της Εκκλησίας κι από το άλλο προτείνουμε μεταρρυθμίσεις στη θεία λατρεία. Μα ακριβώς, επειδή πιστεύουμε πως Εκκλησία είναι κυρίως η θεία λατρεία, γι’ αυτό και επισημαίνουμε όσα δεν πάνε καλά στη θεία λατρεία και προτείνουμε κάποιες μεταρρυθμίσεις, όχι για να την καταστρέψουμε, αλλά για να την ανακαινίσουμε. Όπως έχουν τα πράγματα τώρα, η θεία λατρεία ούτε μας διδάσκει ούτε μας μυσταγωγεί, γιατί και να θέλουμε δεν μπορούμε να λατρεύσουμε «μετά αιδούς και ευλαβείας». Όσοι έχουν γνώση των πραγμάτων και ξέρουν τι πνευματικούς θησαυρούς κρύβει η θεία λατρεία, λυπούνται και θλίβονται, όταν βλέπουν και διαπιστώνουν πόσο ζημιώνεται η Εκκλησία με την παρούσα κατάσταση. Όταν μάλιστα η ίδια η Εκκλησία αναγκάζεται να στρέφεται αλλού και να ζητάει άλλους τρόπους, ξένους προς τη φύση και την αποστολή της, για να δικαιώσει την ύπαρξή της και το έργο της στον κόσμο. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις εμείς πάντα θυμούμαστε και επαναλαμβάνουμε το λόγο των Αποστόλων· «ημείς τη προσευχή και τη διακονία του λόγου προσκαρτερήσομεν»

 

  1. Οι ιερές ακολουθίες   

Όταν λέμε και επαναλαμβάνουμε πως μας ενδιαφέρει η θεία λατρεία της Εκκλησίας, πρέπει να προσθέσουμε ότι το ενδιαφέρον μας αυτό δεν είναι λειτουργικό και θεολογικό, αλλά πρακτικό και ποιμαντικό. Μας ενδιαφέρει η θεία λατρεία ως ζωή και όχι ως επιστήμη. Προσπαθούμε να είμαστε ενημερωμένοι επιστημονικά στα ζητήματα της θείας λατρείας και φροντίζουμε να αποκαταστήσουμε όσο μπορούμε μερικά πράγματα, όχι γιατί φιλοδοξούμε να είμαστε ανακαινιστές, αλλά γιατί μας πιέζουν οι ανάγκες των καιρών. Οι ακολουθίες είναι μακρές, είναι μοναστηριακές και πρέπει να προσαρμοσθούν στις συνθήκες του βίου των ανθρώπων σήμερα. Αυτό το πράγμα δεν μπορούμε να το αγνοούμε, αλλιώς δεν ζούμε τα προβλήματα του καιρού μας και είμαστε ξένοι στον αγώνα και τις αγωνίες των ανθρώπων.

Α. Ας αρχίσουμε πρώτα από τις ακολουθίες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Αυτές είναι ατέλειωτες και εξαντλητικές, μαζεμένες η μία επάνω στην άλλη και μετατοπισμένες παράλογα. Είναι πρωί και διαβάζουμε Εσπερινό, είναι βράδυ και διαβάζουμε Όρθρο. Διαρκώς λέμε το «Άγιος ο Θεός» και «Ο εν παντί καιρώ…» την ίδια ώρα. Είναι τόσο πολλά και τόσο ανακατεμένα όσα λέμε, που λίγοι από τους ιερείς ξέρουν την τάξη και αντέχουν να τα επαναλαμβάνουν σαράντα ημέρες πρωί και βράδυ. Ας μη φοβηθούμε εδώ να πούμε την αλήθεια και να τολμήσουμε ό, τι πρέπει, γιατί δεν είναι πια προσευχή αυτό που γίνεται. Όσοι τυχόν επιμένουμε σ’ αυτά τα πράγματα, με τη γνώμη ότι σεβόμαστε την τάξη και την παράδοση της Εκκλησίας, πρέπει να σκεφθούμε ότι οι περισσότεροι έχουν βαρειά τη συνείδηση, γιατί δεν τα ξέρουν και δεν τα αντέχουν.

Ο Όρθρος με τις Ωδές και τα Τριώδια, έπειτα οι Ώρες η μία επάνω στην άλλη, έπειτα ο Εσπερινός και κάθε Τετάρτη και Παρασκευή η Λειτουργία των Προηγιασμένων, όλα αυτά σε μία συνέχεια τεσσάρων ωρών, τι νόημα προσευχής και λατρείας έχουν; Είναι μια βαρειά αγγαρεία κάθε μέρα, που πολύ λίγοι μπορούν να την εκτελέσουν αγόγγυστα και ξεκούραστα και άπταιστα, όση καλή διάθεση κι αν έχουν. Είναι λοιπόν ανάγκη όλα αυτά να μείνουν για τα μοναστήρια, όπου ακόμα υπάρχουν μοναχοί, να συντομευθούν δε και να τροποποιηθούν για τους ναούς των ενοριών στις πόλεις και τα χωριά. Για ποιους γίνονται αυτές οι ακολουθίες; Για την Εκκλησία κληρικούς και λαϊκούς ή μόνο για τους ιερείς; Μα ούτε και οι ιερείς αντέχουν ή κερδίζουν τίποτε να διαβάζουν διαρκώς και να ψάλλουν από το πρωί ως το βράδυ.

Β. Ας μην τρομάξει κανείς με τη γνώμη μας και με τον τρόπο που την διατυπώνουμε. Περισσότερο από πολλούς άλλους αγαπούμε τη θεία λατρεία της Εκκλησίας. Ζήσαμε και μεγαλώσαμε και γεράσαμε στο αναλόγιο και ό, τι καλύτερο μπορούμε να ξέρουμε το μάθαμε από τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας, αλλά είναι ανάγκη να σκεφθούμε και να αποφασίσουμε κάτι γενναιότερο. Μας αναγκάζουν τα πράγματα και δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, αν δεν θέλουμε να μείνουμε μόνοι μας μέσα στο ναό και να περνάνε οι άνθρωποι απ’ έξω και να διερωτώνται τι τάχα γίνεται μέσα. Εκεί πηγαίνουν και κοντεύουν να φθάσουν τα πράγματα, κι εμείς επιμένουμε να εκδίδουμε βιβλία, στα οποία μάτην θέλουμε να βάλουμε σε τάξη τις ακολουθίες της Μ. Τεσσαρακοστής και να τις μάθουμε στους ιερείς τετάρτης (στοιχειώδους μόρφωσης δηλαδή) κατηγορίας.

   

  1. Η Θεία Λειτουργία

Στις λειτουργικές φυλλάδες και τα ιερατικά πρέπει να αποκατασταθούν τα κείμενα. Όταν λέμε αποκατάσταση των κειμένων δεν εννοούμε τη φιλολογική και κριτική τυχόν διόρθωση. Αυτή είναι μια εργασία, που αφορά στους ειδικούς επιστήμονες, ίσως δε αυτή εν μέρει και να έγινε με την εργασία του αειμνήστου καθηγητή Π. Τρεμπέλα «Αι Τρεις Λειτουργίαι ». Εννοούμε κάτι άλλο πιο πρακτικό, να τοποθετηθούν δηλαδή στη φυσική τους θέση οι ευχές και οι εκφωνήσεις. Εδώ, για πολλούς λόγους, έχει γίνει μεγάλη ζημιά, ώστε η κρατούσα ακαταστασία να θεωρείται από πολλούς πως είναι η φυσική και κανονική τάξη. Πριν από πολλά χρόνια, με ανάθεση της Ιεράς Συνόδου, επιμεληθήκαμε την έκδοση του Αρχιερατικού, τώρα δε κατηγορούμαστε ότι το χαλάσαμε, επειδή μόνο και μόνο εβάλαμε τις ευχές και τις εκφωνήσεις στη θέση τους. Κι ακόμα, επειδή αγνοήσαμε την τάξη της χοροστασίας του επισκόπου στη Θεία Λειτουργία. Αλλά αν είναι νοητό να λειτουργεί η Εκκλησία και ο επίσκοπος να στέκει στο θρόνο και να συμμετέχει στη Θεία Λειτουργία περιθωριακά. Αλλά ο επίσκοπος τελεί τη Θεία Λειτουργία.

Αν και στο τέλος θα δώσουμε το κανονικό διάγραμμα της Θείας Λειτουργίας, σύμφωνα με το οποίο εμείς λειτουργούμε, τώρα όμως ανοίγουμε σαν μια παρένθεση για να ομιλήσουμε για τη διακονία του λόγου, για το κήρυγμα δηλαδή μέσα στη Θεία Λειτουργία. Στην πρώτη απολογία του ο φιλόσοφος και μάρτυς Ιουστίνος γράφει· «Εἶτα, παυσαμένου τοῦ ἀναγινώσκοντος ὁ προεστώς διά λόγου τήν νουθεσίαν καί πρόκλησιν τῆς τῶν καλῶν τούτων μιμήσεως ποιεῖται». Αφήνοντας όλα τα άλλα για το θείο κήρυγμα ενδιαφερόμαστε τώρα για τη θέση του μέσα στη Θεία Λειτουργία. Η άτοπη και επιζήμια μετάθεση του κηρύγματος από την κανονική του θέση, που είναι μετά την ανάγνωση των γραφών, στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, φανερώνει πως δεν έχουμε σαφή έννοια και γνώση των πραγμάτων. Διάφοροι λόγοι συνετέλεσαν για να μετατεθεί η ώρα του κηρύγματος, ακόμα και για οικονομία τάχα χρόνου, αλλά αυτή η μετάθεση είναι καταστροφή και της Λειτουργίας και του κηρύγματος. Με την πρόχειρη σκέψη της οικονομίας χρόνου καταστράφηκαν πολλά μέρη της Θείας Λειτουργίας, χωρίς να μας ενοχλεί το πράγμα.

Το ίδιο γίνεται με την Εκτενή και τις δύο ευχές των πιστών, που ή διαβάζονται μυστικά, όπου ο λειτουργός ιερέας εύρει καιρό, ή και παραλείπονται όλως διόλου. Ακόμα και στο μητροπολιτικό ναό Αθηνών, μετά το «δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι», ασύνδετα και ξεκόλλητα ο ιερέας εκφωνεί «Όπως υπό του κράτους σου…». Αυτά όλα είναι αδιανόητα και ασυγχώρητα, όταν μάλιστα ύστερα στη Μ. Είσοδο εκφωνούνται ατέλειωτοι κατάλογοι ζώντων και κεκοιμημένων. Αλλ’ ακριβώς ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων εκφωνούν στην εκτενή, η οποία παραλείπεται. Αυτά τα ονόματα που εκφωνούνται στη Μ. είσοδο, των Πατριαρχών, των επισκόπων, του έθνους, του Στρατού, των αρχών και των εξουσιών τού κράτους, μέχρι και των γονέων, αναδόχων και διδασκάλων δεν έχουν καμμιά θέση, και γίνονται μόνο από έλλειψη γνώσης των πραγμάτων και από ανθρωπαρέσκεια. Ονόματα στη Θεία Λειτουργία μετρημένα και σεμνά εκφωνούνται στην Εκτενή και μνημονεύονται ύστερα στα Δίπτυχα. Τα άλλα είναι άκαιρα και περιττά.

Θα πρέπει βέβαια να κάνουμε συγκεκριμένες προτάσεις, τις οποίες δεν θα παραλείψουμε, αλλά θέλουμε πρώτα να εξαντλήσουμε κάθε λόγο για τις διαπιστώσεις και παρατηρήσεις μας μέσα σε πενήντα χρόνια ιερατικής ζωής και διακονίας. Γιατί όσα τολμάμε και γράφουμε τώρα δεν είναι θεωρητικές σκέψεις, αλλά συμπέρασμα πείρας μέσα στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και, δεν το αποκρύπτουμε, σε πολλά σημεία τροποποιήσεις που επιχειρήσαμε στην Επαρχία μας. Στο σημείο αυτό ξέρουμε πόσο επικίνδυνο είναι το πράγμα για την ενότητα της Εκκλησίας και όμως μπορούμε ειλικρινά και με συνείδηση να βεβαιώσουμε ότι κανένας δεν σκανδαλίσθηκε με όποιες επιβαλλόμενες τροποποιήσεις επιχειρήσαμε σιγά-σιγά μέσα σε τριάντα χρόνια. Κάποιες τέτοιες απόπειρες άρχισαν από το μητροπολιτικό ναό των Αθηνών, τότε που είχαμε αιχμαλωτίσει τον εαυτό μας και πιστεύαμε ότι, με τη ευκαιρία της ραδιοφωνικής μετάδοσης της Θείας Λειτουργίας, θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε λειτουργική παράδοση στον ορθόδοξο ελλαδικό χώρο. Κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε τότε, αλλά δυστυχώς και τίποτε δεν έμεινε απ’ ό, τι προσπαθήσαμε κάτι καλύτερο να κάνουμε.

Αφού ο λόγος το έφερε ως εδώ, δεν θα πρέπει να διστάσουμε να πούμε λίγα λόγια για το μητροπολιτικό ναό των Αθηνών, που η Θεία Λειτουργία του κάθε Κυριακή ακούεται όχι μόνο σε όλη την Ελλάδα, αλλά ως την Τεργέστη και τη Ρώμη και όλη την ανατολική Μεσόγειο. Το τι προσπαθήσαμε να κάνουμε από το 1950 έως το 1956 ούτε είναι τώρα ο καιρός ούτε θέλουμε να το πούμε· είναι πολλοί που το θυμούνται και είναι γεμάτο το αρχείο μας και στη διάθεση κάθε μελετητή από σχέδια, μελέτες, μουσικά χειρόγραφα και επιστολές. Δυστυχώς δεν έμεινε τίποτε από την προσπάθεια εκείνη, και η Θεία Λειτουργία, καθώς την κάνουμε αν τύχει κάποια Κυριακή να μην είμαστε και να μη λειτουργούμε στην επαρχία μας, ούτε υποδειγματική ούτε από τις καλύτερες είναι σε λειτουργική τάξη και ψαλμωδία. Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε ειδικές περιπτώσεις με ημερομηνίες, σύμφωνα με ειδικές σημειώσεις που κρατήσαμε. Όταν ομιλούμε για ορθόδοξη λατρεία και για βυζαντινή μουσική και για λειτουργική παράδοση, δεν επιτρέπεται ο μητροπολιτικός ναός των Αθηνών να παρουσιάζει τόση ακαταστασία και φτώχεια σ’ αυτά τα πράγματα και να μας ακούει όλος ο κόσμος.

 

  1. Η γλώσσα της θείας λατρείας

Πρόβλημα για τη θεία λατρεία είναι βέβαια η γλώσσα. Πολλοί κιόλας το προτείνουν με αξίωση ότι πρέπει να μεταφραστούν και το Υμνολόγια και η θεία Λειτουργία. Το πράγμα δεν είναι τόσο απλό, όσο από την πρώτη άποψη φαίνεται, όχι μόνο για λόγους ουσίας, αλλά και για λόγους τεχνικούς. Η γλώσσα της θείας λατρείας και των ύμνων της Εκκλησίας δεν είναι βέβαια η κλασσική αρχαία ελληνική γλώσσα, είναι όμως γλώσσα ποιητική, που παρουσιάζει τις δυσκολίες όχι κυρίως στις λέξεις, αλλά στα νοήματα. Είναι γλώσσα καθιερωμένη και καθαγιασμένη ως γλώσσα προσευχής και δεν είναι εύκολο να αλλάξει, χωρίς καταστροφή στη συνείδηση των χριστιανών των ιερών εννοιών. Το βλέπει κανείς πόση λίγη εντύπωση και υποβλητικότητα προξενούν οι αυτοσχέδιες λεγόμενες προσευχές όχι μόνο για τα ρηχά νοήματά τους, αλλά και για την πεζή γλώσσα της καθημερινής ομιλίας. Αλλά και για λόγους τεχνικούς δεν είναι δυνατή η μετάφραση των ύμνων· οι ύμνοι δεν είναι ποιήματα, στα οποία ύστερα προστέθηκε μουσική, αλλά είναι μέλη, ποίηση δηλαδή και μουσική μαζί, όπου κάθε στίχος είναι και μία μουσική φράση.

Εδώ χρειάζεται πολλά εργασία, όχι να μεταφράσουμε το Υμνολόγιο της Εκκλησίας, αλλά να το ερμηνεύσουμε σε πολλές και συνεχείς ομιλίες. Το θέμα τώρα μας πηγαίνει αλλού, αλλά δεν θα πρέπει να διστάσουμε να ομιλήσουμε και για αυτό. Οι άνθρωποι στον καιρό μας έγιναν οκνηροί, για να μην πούμε, και αφιλότιμοι. Δεν θέλουνε να μάθουν γράμματα και βάλθηκαν μ’ όλες τους τις δυνάμεις να καταστρέψουν τα κείμενα. Όχι μόνο τα έξω, αλλά και τα εκκλησιαστικά. Τα πρώτα τα κατέστρεψαν ήδη και ετοιμάζονται να προχωρήσουν και στα δεύτερα. «Δεν καταλαβαίνουμε», φωνάζουν όλοι, «δεν καταλαβαίνουμε τίποτε απ’ ό, τι λέγεται στην Εκκλησία. Πρέπει να μεταφραστούν και η Αγία Γραφή και το Υμνολόγιο και η Θεία Λειτουργία». Ένα λόγος είναι αυτός, που όσο εύκολα λέγεται, τόσο δύσκολα μπορεί να πραγματοποιηθεί. Όλα μπορούν να μεταφραστούν φτάνει να βρεθούν οι κατάλληλοι άνθρωποι. Αλλά δεν μπορεί να μεταφραστεί το Υμνολόγιο, που με την όσο πιο καλή μετάφραση θα καταστραφεί. Η ζημιά τότε θα είναι πολύ μεγάλη, όχι στα υμνολογικά κείμενα, αλλά στην ψυχή των πιστών, που μεγάλωσαν και γέρασαν με ορισμένα ακούσματα και ανεξίτηλες μέσα τους εμπειρίες.

Όμως μπορεί να γίνει κάτι άλλο και αυτό είναι στα ζητήματα κηρύγματος. Το πρόβλημα γενικά των εκκλησιαστικών κειμένων, και της θείας Γραφής και της Υμνολογίας και της Θείας Λειτουργίας δεν είναι ζήτημα γλώσσας, αλλά νοημάτων. Όταν αγνοούμε τα νοήματα των κειμένων, τα γεγονότα και τα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται, τότε η οποιαδήποτε μετάφραση, όχι μόνο δεν μας βοηθεί αλλά και μας δυσκολεύει περισσότερο στο να τα καταλάβουμε. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι να εξηγηθούν γλωσσικά τα κείμενα και να εισαχθούν στη λατρεία με μια νέα μορφή, αν αυτή μπορεί και συμφέρει να γίνει, αλλά μένοντας όπως είναι να ερμηνευθούν και να αναλυθούν νοηματικά. Αυτή είναι μια θετική υπηρεσία, που μπορούμε να προσφέρουμε στην Εκκλησία, αλλά είναι μια εργασία, που απαιτεί κόπο και υπομονή, με την προϋπόθεση πως όποιοι θα την καταπιαστούν θα είναι άνθρωποι της Εκκλησίας, άνθρωποι δηλαδή γεμάτοι από εκκλησιαστική παιδεία· να ξέρουν καλά την εκκλησιαστική ελληνική γλώσσα, την εκκλησιαστική τάξη, την εκκλησιαστική δογματική διδασκαλία, την ιερή ποίηση και μουσική. Το τελευταίο δεν είναι περιττή διακόσμηση, αλλά αναγκαία προϋπόθεση, γιατί τα υμνολογικά κείμενα είναι μέλη, δηλαδή ποίηση και μουσική μαζί.

Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο χρόνια τώρα στην Κοζάνη μας απασχολεί το υμνολογικό κήρυγμα. Για το ζήτημα του κηρύγματος θα ομιλήσουμε παρακάτω ειδικότερα, τώρα όμως βρίσκουμε την ευκαιρία να πούμε για το υμνολογικό κήρυγμα. Εικοσιπέντε χρόνια τώρα στον Μεγάλο Εσπερινό του Σαββάτου, προγραμματίζονται και γίνονται από τους θεολόγους ιερείς υμνολογικές ομιλίες. Ερμηνεύθηκαν έως τώρα τα απολυτίκια των οκτώ ήχων και των δεσποτικών και θεομητορικών εορτών, τα Κοντάκια των δεσποτικών και θεομητορικών εορτών, τα δοξαστικά των οκτώ ήχων, τα ένδεκα εωθινά και τα δοξαστικά των δεσποτικών και θεομητορικών εορτών. Στην εργασία και το είδος αυτό του κηρύγματος επιμένουμε, γιατί πιστεύουμε πως είναι ό, τι καλύτερο μπορεί να γίνει για προσπέλαση στη θεία λατρεία της Εκκλησίας. Παλαιότερα έγινε επίσης μια σειρά ομιλιών εισαγωγικών στις ιερές ακολουθίες της Εκκλησίας, τον Εσπερινό, τον Όρθρο, τη Θ. Λειτουργία κτλ.

 

  1. Το θείον κήρυγμα

Είναι, νομίζουμε, καιρός να ομιλήσουμε και για το θείον κήρυγμα και μάλιστα σε σχέση με τη θεία λατρεία. Όσο κι αν μερικοί ανεξαρτητοποιούν το κήρυγμα, σαν μια σκέτη διδασκαλία σε οποιοδήποτε χώρο έξω από το ναό και σε οποιαδήποτε ώρα έξω από τη θεία λατρεία, η διακονία του λόγου είναι συνδεδεμένη με την προσευχή και την λατρεία της Εκκλησίας· «ημείς δε τη προσευχή και τη διακονία του λόγου προσκαρτερήσομεν» είπαν οι Απόστολοι. Ξέρουμε πόση εκτροπή έχει πάθει το κήρυγμα στον καιρό μας, αλλά και πόση αποτυχία σημειώνει με το να είναι λόγος κάθε άλλο παρά εκκλησιαστικός και ευαγγελικός. Η ηθικολογία και η πατριδολογία και η ψυχολογία και η κοινωνιολογία και η αρετολογική συνταγολογία δεν είναι οπωσδήποτε το κήρυγμα της Εκκλησίας. Το υμνολογικό κήρυγμα, συνδεδεμένο με τη θεία λατρεία, είναι το γνησιώτερο εκκλησιαστικό κήρυγμα, όταν σκεφτούμε ότι η υμνολογία είναι το άνθος της πατερικής θεολογίας και ο καλύτερος τρόπος με τον οποίο η Εκκλησία εκφράζει την πίστη της. Όλα τα άλλα με τα οποία συνήθως ασχολείται το σύγχρονο κήρυγμα ή είναι «εντάλματα ανθρώπων» ή τεχνολογία.

Έπειτα το κήρυγμα στην Επαρχία μας εμείς επιμένουμε να είναι γραπτό. Δεν μας ενδιαφέρει τι μπορεί να λέγει η ομιλητική και ποιες είναι οι αντιλήψεις των πολλών ιεροκηρύκων, που μάλλον ενδιαφέρονται για την εντύπωση που θα κάνουν αυτοί οι ίδιοι στους ακροατές. Μας ενδιαφέρει, στη σημερινή μάλιστα εποχή που τόσο αυστηρά μας κρίνουν οι άνθρωποι, να ξέρουμε τι λέμε και τι κηρύττουμε στο λαό. Και δεν ξέρει κανείς τι κηρύττει, όταν δεν γράφει εκείνα που έχει να πει. Το γραπτό είναι ο καθρέπτης της σκέψης, αλλά και της συνείδησης, όταν βέβαια δεν γράφει κανείς ό, τι φτάσει, αλλά μελετά πολύ και σκέφτεται σοβαρά τι θα γράψει, για να το πει στους χριστιανούς. Έχουμε υπ’ όψιν μας πως οι ξένοι αποφεύγουν να μιλούν «από στήθους», αλλά σεβόμενοι τον εαυτό τους και τους ακροατές των και τον ιερό χώρο του ναού και την ώρα της θείας λατρείας, ομιλούν πάντα «από διφθέρας», κάνοντας ελεύθερη χρήση και εξοικειωμένοι με τα καθαρογραμμένα ενώπιόν τους χειρόγραφά τους. Όχι κρατώντας στα χέρια και ανεμίζοντας χαρτιά, αλλά τοποθετώντας τα χειρόγραφα με ευπρέπεια επάνω σε ειδικό αναλόγιο.

Οι περισσότερες ιερές μητροπόλεις κυκλοφορούν περιοδικά έντυπα, με διάφορους περισσότερο ή λιγότερο επιτυχείς τίτλους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Τύπος είναι μία δύναμη της εποχής, την οποία και η Εκκλησία μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιήσει. Αλλά πρέπει να ομολογήσουμε ότι το πράγμα δεν είναι πολύ εύκολο. Έχουμε συγκεντρώσει άπειρο υλικό για μια επιστημονική εργασία, για τα ελληνόγλωσσα εκκλησιαστικά, θεολογικά και θρησκευτικά περιοδικά, που κυκλοφορήθηκαν μέσα και έξω από την Ελλάδα από το 1833 μέχρι σήμερα. Άλλων τέτοιων περιοδικών έχουμε μόνο τους τίτλους, άλλων τουλάχιστον ένα φύλλο και πολλών πλήρεις σειρές. Έχουμε επομένως για το θέμα αυτό μια κάποια πείρα και μπορούμε να εκφέρουμε γνώμη. Πολλά από τα περιοδικά αυτά υπήρξαν αξιόλογα, τα περισσότερα όμως και βραχύβια και χωρίς άλλη πολλή σημασία, παρεκτός ότι έκαναν την παρουσία των ως φιλότιμες προσπάθειες, χωρίς όμως πολλή μελέτη και γνώση των πραγμάτων.

Η δημοσιογραφία είναι μεγάλη δύναμη, αλλά είναι και μεγάλη και δύσκολη τέχνη, και θα λέγαμε η εκκλησιαστική δημοσιογραφία ακόμη μεγαλύτερη και δυσκολότερη. Δεν μας ενδιαφέρει ούτε η θεολογική ούτε πολύ περισσότερο η θρησκευτική δημοσιογραφία, αλλά μόνο η εκκλησιαστική, ή ποιμαντική. Έχουμε λοιπόν σχηματίσει τη γνώμη ότι τα διάφορα εκκλησιαστικά περιοδικά, που εκδίδουν οι διάφορες μητροπόλεις δεν εξυπηρετούν και δεν εκπληρώνουν κάποιο σκοπό, εκτός από ένα δύο, που θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε. Το μόνο εκκλησιαστικό ποιμαντικό έντυπο, που μπορεί να προσφέρει θετική υπηρεσία και να ωφελήσει πραγματικά είναι το γνωστό κήρυγμα, που δεν πρέπει να λείπει σε καμμία ιερά μητρόπολη. Όταν λέμε γραπτό κήρυγμα, εννοούμε υπεύθυνη και συνεπή εργασία, για να διαδίδεται ο λόγος του Θεού σε κάθε χωριό και σε κάθε σπίτι και να διαβάζεται κάθε Κυριακή σε κάθε εκκλησία. Το πράγμα είναι πολύ σπουδαίο και περισσότερο υπεύθυνο και δύσκολο απ’ ότι φαίνεται.

Τα άλλα όλα περιοδικά έντυπα που εκδίδονται, επειδή κυρίως μας χρειάζονται τρεις σελίδες, για να δημοσιεύονται σ’ αυτές που και πόσες φορές ο μητροπολίτης λειτούργησε ή χοροστάτησε και ποιους λεγόμενους επίσημους δέχθηκε και πότε συνεδρίασε στον Παιδικό Σταθμό , στον Ερυθρό Σταυρό και στους Προσκόπους, είναι μάταιες προσπάθειες και χαμένοι κόποι και έξοδα. Υπηρετούμε ανελλιπώς τριάντα χρόνια τώρα και στην Τρίπολη και στην Κοζάνη το κήρυγμα και έχουμε προσωπική πείρα ποια είναι η σημασία και η αξία του πράγματος. Γι’ αυτό δεν διστάζουμε και τολμούμε να υποστηρίξουμε ότι συμφέρει να σταματήσουν τα περιοδικά και οι εφημερίδες και αντί για όλα αυτά η κάθε μητρόπολη να κυκλοφορεί μέσα στο λαό ένα γραπτό κήρυγμα με ανάλογο περιεχόμενο, γλώσσα και αριθμό αντιτύπων. Ούτε φαντάζεται κανείς πόσο πιάνει και ποια επίδραση έχει αυτό το πράγμα στους ανθρώπους, που κουράστηκαν να διαβάζουν και να ακούν διαρκώς ειδήσεις και σχόλια σε όλα τα μέσα της λεγομένης μαζικής ενημέρωσης.

Το γραπτό κήρυγμα είναι έργο προσωπικής ευθύνης, κόπου, υπομονής και ταπείνωσης. Με το τελευταίο εννοούμε ότι το γραπτό κήρυγμα να πληροφορηθεί ο κόσμος έξω από την επισκοπική επαρχία το έργο του επισκόπου. Αλλά ίσως αυτό κυρίως χρειάζεται, όχι να μάθει ο κόσμος τι καλά κάνουμε, αλλά οι άνθρωποί μας, οι άνθρωποι που είναι υπό την επισκοπική και ποιμαντική μας ευθύνη να τραφούν πνευματικά. Και είναι αλήθεια ότι δεν τρέφονται και δεν στηρίζονται οι άνθρωποι με τις ειδήσεις και τα σχόλια των εφημερίδων, αλλά με το λόγο του Θεού. Αυτό το λόγο πρέπει με κάθε τρόπο, είτε ως γάλα είτε ως στερεά τροφή να τον δώσουμε στο λαό, κι ένας τέτοιος τρόπος είναι το γραπτό κήρυγμα. Αυτό το πράγμα ή το δεχόμαστε ή δεν το δεχόμαστε, ή το πιστεύουμε ή δεν το πιστεύουμε. Αλλά είναι αλήθεια ότι όλοι έτσι το πιστεύουμε , αλλά ξεχνιόμαστε κι αντί να γράφουμε κήρυγμα του θείου λόγου, γράφουμε περιοδικά.

Δεν αγνοούμε και περιμένομε εδώ σφοδρή διαμαρτυρία και αντίδραση, αλλ’ αυτό δεν μας τρομάζει. Πιστεύομε και διαπιστώνομε εκείνο που έγραψε πριν από εκατό χρόνια ο Απόστολος Μακράκης, ότι δηλαδή ο ελληνικός λαός είναι ο πιο αδίδακτος και ακατήχητος λαός. Ύστερα από εκατό χρόνια, που πιστεύεται πως έγινε πολλή εργασία στο κήρυγμα και την κατήχηση, συμβαίνει το ίδιο. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να διδάξουμε το λαό, αλλά να τον διδάξομε λόγο Θεού και Ευαγγέλιο, εκκλησία και όχι απλώς θρησκεία. Το μεγάλο λάθος όλων είναι ότι αόριστα ομιλούμε για θρησκεία και για χριστιανισμό και όχι για Εκκλησία. Έτσι οι χριστιανοί μας είναι αθεμελίωτοι, γι’ αυτό και εύκολη λεία κάθε αιρετικής πλανεμένης διδασκαλίας. Δεν υπάρχει θρησκεία ούτε χριστιανισμός, αλλά Εκκλησία, αδελφότητα δηλαδή και σύναξη και Θεία Λειτουργία στο όνομα και το αίμα του Ιησού Χριστού. Αυτά τα πράγματα πρέπει να κηρύξουμε και να διδάξουμε.

 

  1. H ψαλμωδία

Όταν λέμε ότι η ψαλμωδία στην εκκλησία είναι παραδοσιακή μουσική, δεν εννοούμε ότι θα μείνουμε προσκολλημένοι στις παραδεδομένες μελωδίες, σαν να είναι δόγματα πίστεως. Αυτές τις μελωδίες θα τις προσαρμόσουμε σε μια σύγχρονη μουσική αντίληψη και θα τις παρουσιάσουμε σε μια μορφή, που απαιτεί το μουσικό αίσθημα του καιρού μας. Δεν μπορούμε να αγνοούμε τη σύγχρονη μουσική πραγματικότητα και να επιμένουμε σε σχήματα και μορφές των περασμένων αιώνων. Και η ομιλία και η ενδυμασία και οι τρόποι ζωής των ανθρώπων άλλαξαν· πως λοιπόν μπορούμε σε μερικά πράγματα, που δεν είναι βέβαια δόγματα και άρθρα πίστεως, να μένουμε αμετακίνητοι και απροσάρμοστοι; Η Εκκλησία είναι συντηρητικός θεσμός παράδοσης, αλλά δεν είναι οργανισμός πεθαμένος και νεκρός.

Πως αναπτύχθηκε άλλωστε η υμνογραφία και η υμνολογία στην Εκκλησία; Θα είμαστε πολύ αφελείς να πούμε ότι από την εποχή των αγίων Αποστόλων έψαλλαν στην Εκκλησία όσα εμείς σήμερα ψάλλουμε και όπως τα ψάλλουμε. Οι μεγάλοι Πατέρες σ’ αυτό το σημείο υπήρξαν τολμηροί, με πολλή γνώση βέβαια των πραγμάτων και σύνεση. Αλλ’ αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς, σε μια εποχή πολύ κρίσιμη για την Εκκλησία και για την πίστη. Να μελετήσουμε καλά τα πράγματα και με σύνεση να πάρουμε αποφάσεις. Όχι απλώς να πούμε τι πρέπει να γίνει , αλλά να το τολμήσουμε και να το θέσουμε σε εφαρμογή.

Και πρώτο που θα πρέπει να γίνει, είναι να αρχίσουμε να διαφωτίζουμε και να ενημερώνουμε το λαό. Να του πούμε τι ακριβώς είναι ανάγκη να γίνει και τι εμείς, σαν υπεύθυνοι ποιμένες της Εκκλησίας, αισθανόμαστε πως έχουμε χρέος να κάνουμε. Δεν είναι αρκετό να καταλάβουμε εμείς ο πράγμα, είναι ανάγκη να το καταλάβει και ο λαός, και ο λαός θα καταλάβει, αν εμείς τον διδάξουμε με υπομονή και συγκατάβαση. Γιατί αυτό δυστυχώς συμβαίνει, ή δεν διδάσκουμε το λαό ή κι αν αποφασίσουμε να τον διδάξουμε , δεν ξέρουμε τον τρόπο. Είναι η κακή αντίληψη, που μορφώσαμε ως ποιμένες του λαού και πιστέψαμε πως είμαστε αφεντικά στην Εκκλησία, χωρίς να έχουμε την υποχρέωση να ρωτάμε κανέναν. Κι αν δεν μπορούμε να καταλάβουμε τα πράγματα εκκλησιολογικά στην ουσία τους, τουλάχιστον ας διδαχθούμε από τη ζωή, όπου οι άνθρωποι δεν ανέχονται πια δεσποτισμούς.

Το ποια και πόση είναι η καλλιτεχνική αξία και η παραδοσιακή γνησιότητα των αναρίθμητων Χερουβικών και Κοινωνικών και «Άξιον εστίν…», που γεμίζουν τις διάφορες μουσικές συλλογές, αυτό ας το ερευνήσουν και ας το βρει η Μουσικολογία. Η Εκκλησία όμως θέλει ιερή μουσική για τη θεία λατρεία και πάντως ούτε τα πορίσματα της Μουσικολογίας μπορεί να περιμένει ούτε είναι υποχρεωμένη οπωσδήποτε να τα κάνει δεκτά. Η επιστήμη δεν είναι πάντα και ζωή, και είναι αλήθεια ότι η πίστη και η λατρεία της Εκκλησίας είναι ζωή. Παράλληλα προς τους μουσικολόγους πρέπει να εργαστούν και οι ποιμένες της Εκκλησίας, ως μουσικοί και καλλιτέχνες, που θα οργανώσουν τη θεία λατρεία επάνω σε ανακαινισμένες παραδοσιακές βάσεις! Που θα ανακαινίσουν τη θεία λατρεία επάνω σε παραδοσιακές βάσεις! Αυτό δεν είναι πάρεργο για τους ιερούς ποιμένες, είναι ζήτημα επείγον της Εκκλησίας, περισσότερο από την κοινωνική δραστηριότητα, προς την οποία έχουν στρέψει την προσοχή τους πολλοί από τους πρεσβυτέρους και επισκόπους.

Πρέπει να ξεκινήσουμε από τη βασική αρχή ότι η ψαλμωδία της εκκλησίας είναι μονόφωνο χορικό ή ομαδικό άσμα, που για τις καταστάσεις των καιρών κατάντησε μονωδία στην ευθύνη και την πρωτοβουλία ενός ψάλτη. Αλλά για να ξαναγυρίσουμε στην ομαδική ψαλμωδία, πρέπει να απλουστευτούν οι μελωδίες και να απαλλαγούν από το φόρτο των καλλωπισμών της μονωδιακής δεξιοτεχνίας. Αν μας ενδιαφέρει η βυζαντινή παράδοση, πρέπει να δεχθούμε ότι όσο πιο απλή και αδρή είναι μία εκκλησιαστική μελωδία, τόσο περισσότερο εγγυάται για τη βυζαντινή της πατρότητα. Όταν όμως λέμε για συμμετοχή του λαού στην ψαλμωδία, αυτό το νοούμε υπό ορισμένους όρους και κυρίως ομιλούμε για συμψαλμωδία στη Θεία Λειτουργία. Στον Εσπερινό και στον Όρθρο το πράγμα δεν είναι και τόσο εύκολο με τη μεγάλη ποικιλία των ύμνων και των μουσικών ήχων. Η Οκτώηχος βέβαια δεν μπορεί να καταργηθεί, αν και κάθε ήχος μπορεί να πάρει σαφή και συγκεκριμένη μορφή. Κυρίως όμως η συμμετοχή του λαού είναι στα ακροτελεύτια των ύμνων, τα οποία χάνονται και στον Εσπερινό και στον Όρθρο.

Στη Θεία Λειτουργία ο λαός κάλλιστα μπορεί να ψάλλει το «Κύριε ελέησον», το «Αμήν», «ταις πρεσβείαις…», το «Άγιος ο Θεός…», το «Αλληλούια» και όλα τα άλλα, στα οποία στα οποία ο κανονάρχης ή ο ψάλτης θα εκφωνεί στον κατάλληλο τόνο και καθαρά τους στίχους. Εκείνο που γίνεται τώρα, όπου ο ψάλτης ψέλνει τα εφύμνια χωρίς τους στίχους, το «Κύριε ελέησον» σε ρυθμό εμβατηρίου, το «Άγιος ο Θεός…» και μάλιστα το «Δύναμις» σε τρόπο τουρκικού αμανέ, και το «Αλληλούια» σχεδόν το παραλείπει, όλα αυτά είναι απαράδεκτα σε μια σεμνή και ιεροπρεπή τελετουργία. Και είναι φυσικό σ’ αυτά να μην μπορεί να συμψάλει ο λαός. Τα παρακάτω στη Θεία Λειτουργία, τα λεγόμενα δηλαδή λειτουργικά είναι ή πρέπει να είναι τόσο απλά, σύμφωνα με την παράδοση του πατριαρχικού τυπικού και τις αλλεπάλληλες εγκυκλίους και οδηγίες, ώστε να περιορίζονται σε μια εμμελή απαγγελία. Και λυπάται κανείς πραγματικά και αγανακτεί, όταν διαπιστώνει να χάνεται ολωσδιόλου η μεγάλη ευχή της Αναφοράς μέσα σε κραυγές και κορώνες του ψάλτη στα κρισιμότερα και ιερότερα σημεία της τελετουργίας.

Αλλά, όταν ομιλούμε για εκκλησιαστική ψαλμωδία, δεν πρέπει να λησμονούμε την ανάγκη της μεταγραφής των μελωδιών στο πεντάγραμμο. Η βυζαντινή μουσική γραφή είναι βέβαια, καθώς και οι ξένοι το ομολογούν, ένα από τα εξοχώτερα ελληνικά επινοήματα, αλλά τώρα δεν μας εξυπηρετεί. Η διεθνής μουσική γραφή είναι η λεγόμενη ευρωπαϊκή, δηλαδή το πεντάγραμμο, και όλοι πια λίγο πολύ μπορούνε να διαβάσουνε στο πεντάγραμμο πέντε νότες. Τη βυζαντινή ή αγκιστροειδή μουσική γραφή δεν την διαβάζουν πια παρά μόνο κάποιοι από τους ψάλτες, οι δε ιερείς όλοι σχεδόν την αγνοούν. Έπειτα η βυζαντινή γραφή, όσο κι αν είναι τέλεια, έχει πολλές ασάφειες, που μόνο με τη μεταγραφή των μελών στο πεντάγραμμο θα τις αποφύγουμε. Αμέσως γεννάται το ερώτημα αν είναι δυνατή αυτή η μεταγραφή, και είναι πολλοί που επιμένουν πως είναι αδύνατη, χωρίς να καταστραφούν οι μελωδίες. Αλλά είμαστε σε θέση να ξέρουμε ότι πολύ καλά και άριστα μεταγράφονται στο πεντάγραμμο οι καθαρές βυζαντινές μελωδίες, εκείνες που αντιπροσωπεύουν τη γνήσια μουσική της εκκλησιαστικής μελωδίας, και όχι τα θεωρητικά μεν ορθά, αλλά ακουστικά αμφίβολα μουσικά διαστήματα.

Ο περισσότερος λόγος επάνω στο θέμα αυτό δεν αφορά σε εμάς, αλλά στους μουσικολόγους. Εμείς ακολουθώντας το παράδειγμα της ρουμανικής ορθόδοξης Εκκλησίας, ό, τι τολμήσαμε να γράψουμε το γράψαμε σε διπλή γραφή. Όχι στην αριστερή σελίδα το βυζαντινό και στη δεξιά το ευρωπαϊκό, αλλά σε δύο οριζόντιες παράλληλες γραμμές, επάνω το βυζαντινό και κάτω αντίστοιχα το ευρωπαϊκό. Αυτός είναι ένας άριστος τρόπος έκδοσης των μουσικών κειμένων, που μαζί με τα άλλα βοηθάει στη συγκριτική μελέτη των δύο μουσικών γραφών. Έτσι εκδίδουν τα μουσικά βιβλία της Εκκλησίας οι Ρουμάνοι, που εξακολουθούν να ψάλλουν βυζαντινά και να μεταχειρίζονται τη βυζαντινή μουσική γραφή. Με αυτό τον τρόπο από χρόνια τώρα μεταγράψαμε διακόσιους ύμνους της Εκκλησίας μας, απολυτίκια, κοντάκια, προσόμοια, καταβασίες, δοξαστικά κ.α., τα οποία όμως μένουν ανέκδοτα, όχι μόνο για την έλλειψη χρημάτων, αλλά και για τεχνικούς τυπογραφικούς λόγους· για τη βυζαντινή γραφή υπάρχουν τυπογραφικά στοιχεία, αλλά δεν υπάρχουν τυπογράφοι· για την ευρωπαϊκή γραφή χρειάζονται σχεδιαστές και κλισσέ.

Οι ψάλτες έκαναν πολλή ζημιά στην Εκκλησία και πρέπει εδώ για πάντα να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Πρώτα-πρώτα ότι δεν κατάλαβαν πως είναι κατώτεροι κληρικοί, αλλά μάλλον βλέπουν τον εαυτό τους ο καθένας τάχα πως είναι καλλιτέχνες. Από εδώ και πέρα όλα καταστρέφονται στη θεία λατρεία. Και στην ψαλμωδία. Οι άνθρωποι μπορεί να είναι μουσικοί, μπορεί να έχουν σπουδές, μπορεί να είναι πράγματι καλλίφωνοι και πολλοί από αυτούς και ευσεβείς άνθρωποι. Ένα όμως λείπει σχεδόν από όλους, η μουσική αντίληψη. Δεν ξέρουν ποια είναι η θέση τους στη λατρεία και γενικά γιατί ψάλλουμε στην Εκκλησία. Σχεδόν όλοι χρησιμοποιούν το στασίδι τους, για να προβάλουν τον εαυτό τους, επειδή νομίζουν ότι η μουσική στην Εκκλησία είναι σκοπός και ότι ψάλλουμε επειδή μας αρέσει η μουσική ή για να προκαλέσουμε το ενδιαφέρον των ανθρώπων και να τους φέρουμε στην Εκκλησία. Όλα αυτά είναι παρεξηγήσεις και πλάνες που μας απομακρύνουν από το πνεύμα της ορθόδοξης λατρείας.

Ο Μέγας Βασίλειος, ερμηνεύοντας τον πρώτο ψαλμό, μας λέγει γιατί ψάλλουμε στην εκκλησία και ο άγιος Χρυσόστομος και οι ιεροί Κανόνες μας λένε πως πρέπει να ψάλλουμε. Αλλά οι ψάλτες μετατοπίζουν το κέντρο της θείας λατρείας και μεταβάλλουν τις ιερές ακολουθίες και τη Θεία Λειτουργία σε μουσικές επιδείξεις ή, να το πούμε έτσι, σε ρεσιτάλ. Και μακάρι να ήταν πραγματικά μουσικές επιδείξεις και να άκουγε κανείς κάθε φορά κάτι σπουδαίο και εκλεκτό. Αλλά ό,τι ξενότροπο και αντεκκλησιαστικό αποθησαυρίστηκε στις μουσικές συλλογές, ως τάχα παραδοσιακή και βυζαντινή μουσική, με την αξίωση να ακούεται στην Εκκλησία, ως ιερή μουσική της λατρείας. Τι οφείλει η εκκλησία, τι χρεωστούν οι χριστιανοί να ταλαιπωρούνται δύο ώρες όρθιοι, όσο διαρκεί το συντομότερο ο Όρθρος και η Θεία Λειτουργία κάθε Κυριακή, ακούοντας κακόγουστες μελωδίες εκτελούμενες κατά το χειρότερο τρόπο; Γιατί να μην τολμήσουμε εδώ μια επιβαλλόμενη μεταρρύθμιση ή μάλλον ανακαίνιση της θείας λατρείας; Να επανέλθουμε σε ένα παλαιότερο και γνησιώτερο τρόπο ψαλμωδίας, να απλουστεύσουμε το ιερό άσμα και προ παντός να το παραδώσουμε στο λαό; Πως έχουμε την αξίωση ο λαός να παρακολουθεί αμέτοχος τη θεία λατρεία, να μην καταλαβαίνει τίποτε από τα λόγια και τη μουσική των ιερών ύμνων και να εξακολουθεί να έρχεται στην Εκκλησία και καρτερικά να μας ακούει;