Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

ΓΑΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

π. Raniero Cantalamessa

 

Αφιερώνω αυτές τις σκέψεις σε μια πνευματική μελέτη πάνω στο Gaudium et spes (Διάταγμα της Β’ Βατικάνειας Συνόδου ‘’Χαρά και ελπίδα’’), το ποιμαντικό σύνταγμα για την παγκόσμια Εκκλησία. Από τα ποικίλα κοινωνικά προβλήματα με τα οποία ασχολείται αυτό το έγγραφο – πολιτισμός, οικονομία, κοινωνική δικαιοσύνη, ειρήνη, --  το  πιο επίκαιρο  και προβληματικό αφορά τον γάμο και την οικογένεια. Η Εκκλησία αφιέρωσε τις δύο τελευταίες συνόδους των επισκόπων σ’ αυτό.

Το Gaudium and spes ασχολείται με την οικογένεια εκτενέστερα στο Δεύτερο Μέρος (αρ. 46-53), δίνοντας έμφαση στην αμοιβαία αγάπη μεταξύ των συζύγων πράγμα που αναγνωρίζεται πια ανοιχτά ως ένα πρωταρχικό καλό στον γάμο παράλληλα με τη γέννηση παιδιών.

Σχετικά με τον γάμο και την οικογένεια, το Gaudium et spes, επικεντρώνει πρώτα στα θετικά επιτεύγματα στον σύγχρονο κόσμο (‘‘οι χαρές και οι ελπίδες’’) και μόνο δευτερευόντως στα προβλήματα και στους κινδύνους (‘‘οι λύπες και αγωνίες’’).[1]Σκοπεύω ν’ ακολουθήσω αυτή την ίδια μέθοδο, λαμβάνοντας υπόψιν, ωστόσο, τις δραματικές αλλαγές που συνέβησαν τον τελευταίο μισόν αιώνα από τότε. Θα υπενθυμίσω σύντομα το σχέδιο του Θεού για τον γάμο και την οικογένεια αφού, ως πιστοί, οφείλουμε πάντα να ξεκινάμε από αυτό το σημείο, και τότε να δούμε ποια βιβλική αποκάλυψη μπορεί να μας προσφέρει κάτι σαν λύση στα τρέχοντα προβλήματα σ’ αυτόν τον τομέα.

 



Α. Γάμος και οικογένεια στο θείο σχέδιο και στο Ευαγγέλιο του Χριστού

 

Το βιβλίο της Γένεσης έχει δύο ξεχωριστές αφηγήσεις της δημιουργίας του πρώτου ανθρώπινου ζεύγους που προέρχονται από δύο διαφορετικές παραδόσεις : η Γιαχβιστική παράδοση (10ος αιώνας πΧ) και η νεότερη καλούμενη ‘‘Ιερατική’’ (6ος  αιώνας πΧ).  Στην Ιερατική παράδοση (βλ Γεν 1, 26-28),ο άνδρας και η γυναίκα δημιουργούνται ταυτόχρονα και όχι ο ένας από τον άλλον, άρσεν και θήλυ συνδέονται με την εικόνα του Θεού : ‘‘Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς’’ (Γεν 1, 27). Ο πρωταρχικός σκοπός της ένωσης άνδρα και γυναίκας φαίνεται να είναι η  καρποφορία τους και η πληρότητα της γης.

Στη Γιαχβιστική παράδοση, που είναι η αρχαιότερη (βλ Γεν 2, 18-22), η γυναίκα λαμβάνεται από τον άνδρα. Η δημιουργία των δύο φύλων εμφανίζεται ως μέσον αντιμετώπισης της μοναξιάς του ανθρώπου : ‘‘Ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αυτώ βοηθόν κατ’ αυτόν’’ (Γεν 2, 18). Ο ενωτικός παράγων τονίζεται εδώ περισσότερο από τον παραγωγικό παράγοντα. ‘‘Ένας άνδρας… προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν’’ (Γεν 2,24). Είναι ελεύθεροι και ανοιχτοί ο καθένας σχετικά με τη σεξουαλικότητα τη δική του και  του άλλου : ‘‘και ήσαν οι δύο γυμνοί, ό τε Αδάμ και η γυνή αυτού, και ουκ ησχύνοντο’’ (Γεν 2, 25).

Βρήκα την πιο πειστική εξήγηση αυτής της θεϊκής ‘‘επινόησης’’ της διάκρισης μεταξύ των φύλων σε έναν ποιητή, τον Πωλ Κλωντέλ :

Ο άνθρωπος είναι τόσο περήφανος ! Δεν υπήρχε άλλος τρόπος [εκτός από την επινόηση των φύλων] να τον κάνεις να καταλάβει τον διπλανό του, να του το βάλεις μέσα του. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να τον κάνεις να καταλάβει την εξάρτηση, την ανάγκη, και τη χρεία ενός άλλου δίπλα του, παρά μόνον μέσα από την ύπαρξη αυτού του όντος [γυναίκα]που είναι διαφορετική από αυτόν, από το γεγονός δηλαδή ακριβώς της ξεχωριστής ύπαρξής της.[2]

Να ανοιχτεί κάποιος στο άλλο φύλο είναι το πρώτο βήμα για ν’ ανοιχτεί στον άλλον που είναι ένας διπλανός ώσπου να φτάσουμε στον Άλλον, με το Α κεφαλαίο, στον Θεό. Ο γάμος αρχίζει μ’ ένα σημείο ταπείνωσης : είναι η αναγνώριση της εξάρτησης κι επομένως της μοίρας του καθενός ως δημιουργήματος. Να ερωτευθεί κάποιος μια γυναίκα ή έναν άνδρα σημαίνει πως κάνει την πιο ριζική πράξη ταπείνωσης. Σημαίνει πως κάνει τον εαυτό του επαίτη και λέει στον άλλον, ‘‘Δεν είμαι αρκετός με τον εαυτό μου· χρειάζομαι κι εσένα.’’ Αν, όπως πίστευε ο Φρειδερίκος Σλαγερμάχερ, η ουσία της θρησκείας  συνίσταται στο αίσθημα της εξάρτησης από τον Θεό (Abhangigkeitsgefuhl),[3]τότε μπορούμε να πούμε ότι η ανθρώπινη σεξουαλικότητα είναι το πρώτο σχολείο της θρησκείας.

Ως το σημείο αυτό περιέγραψα το σχέδιο του Θεού. Το υπόλοιπο της Βίβλου δεν μπορεί, εντούτοις να κατανοηθεί αν, παράλληλα προς την ιστορία της δημιουργίας, δεν λάβουμε υπόψη μας την πτώση, ειδικά αυτό που ειπώθηκε στη γυναίκα : ‘‘Πληθύνων πληθυνώ τας λύπας σου και τον στεναγμόν σου, εν λύπαις τέξη τέκνα, και προς τον άνδρα σου η αποστροφή σου, και αυτός σου κυριεύσει’’ (Γεν 3, 16). Η κυριαρχία του άνδρα πάνω στη γυναίκα είναι μέρος των συνεπειών της αμαρτίας του ανθρώπου , όχι μέρος του σχεδίου του Θεού. Με αυτά τα λόγια προς την Εύα, ο Θεός αναγγέλλει από πριν τη δύσκολη κατάσταση που θ’ αντιμετωπίσει, δεν την προσυπογράφει.

Η Βίβλος είναι ένα θεανθρώπινο βιβλίο όχι μόνο επειδή συγγραφείς της είναι ο Θεός και οι άνθρωποι, αλλά επίσης επειδή περιγράφει το παιχνίδι ανάμεσα στην πιστότητα του Θεού και στην απιστία των ανθρώπων. Αυτό είναι καθαρό ιδίως όταν συγκρίνουμε το σχέδιο του Θεού για τον γάμο και την οικογένεια με την πρακτική του εφαρμογή στην ιστορία του εκλεκτού λαού. Συνεχίζοντας στο βιβλίο της Γένεσης, βλέπουμε πως ο γιος του Κάιν, ο Λάμεχ, παραβιάζει τον νόμο της μονογαμίας παίρνοντας δύο γυναίκες. Ο Νώε και η οικογένειά του φαίνεται να αποτελεί εξαίρεση μέσα στην επικρατούσα διαφθορά του καιρού του. Οι πατριάρχες Αβραάμ και Ιακώβ έχουν παιδιά από πολλές γυναίκες. Ο Μωυσής καθιερώνει την εφαρμογή του διαζυγίου· ο Δαβίδ και ο Σολομών διατηρούν πραγματικά χαρέμια γυναικών.

Πέρα απ’ αυτά τα παραδείγματα ατομικών παραβάσεων, το ξεκίνημα από το αρχικό ιδεώδες είναι ορατό στη βασική αντίληψη που είχε ο Ισραήλ για τον  γάμο. Η εκτροπή από το ιδεώδες συνεπάγεται δύο αξονικά σημεία. Το πρώτο είναι ότι ο γάμος γίνεται ένα μέσο και όχι σκοπός. Η Παλαιά Διαθήκη, γενικά, θεωρεί τον γάμο μία δομή πατριαρχικής αυθεντίας προσανατολισμένη αρχικά προς τη διαιώνιση της φυλής. Μέσα σ’ αυτή τη συνάφεια πρέπει να κατανοηθούν οι θεσμοί του λεβιριτικού γάμου (βλ Δευτ 25, 5-10), της παλλακίας (βλ Γεν 16) και της προσωρινής πολυγαμίας. Το ιδεώδες μιας ζωής, που τη μοιράζονται ένας άνδρας και μια  γυναίκα, βασισμένης σε μια προσωπική και αμοιβαία σχέση δεν έχει ξεχαστεί, αλλά κινείται σε δεύτερη θέση μετά το αγαθό της γέννησης παιδιών. Η δεύτερη σοβαρή εκτροπή από το ιδεώδες αφορά τη θέση της γυναίκας : από τη θέση της ως συντρόφου για τον άνδρα, προικισμένης με την ίδια αξιοπρέπεια, εμφανίζεται όλο και περισσότερο υποταγμένη στον άνδρα και σαν να υπάρχει για χάρη του.

Σημαντικό ρόλο στη διατήρηση ζωντανού του αρχικού σχεδίου του Θεού για τον γάμο παίζουν οι προφήτες – ιδιαίτερα ο Ωσηέ, ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας – και το Άσμα Ασμάτων. Υιοθετώντας την ένωση άνδρα και γυναίκας  ως σύμβολο κατανόησης της διαθήκης μεταξύ του Θεού και του λαού του, ξανάφεραν στην πρώτη θέση την αξία της αμοιβαίας αγάπης, της πιστότητας, και του αδιάλυτου που χαρακτηρίζει τη στάση του Θεού έναντι του Ισραήλ.

Ο Ιησούς, που ήρθε να συνοψίσει την ανθρώπινη ιστορία στο πρόσωπό του, συμπληρώνει αυτή την ανακεφαλαίωση και σε ό,τι αφορά τον γάμο.

Και οι Φαρισαίοι του ρίχτηκαν και τον δοκίμασαν ρωτώντας, ‘‘Είναι νόμιμο να δίνει κανείς διαζύγιο στη γυναίκα του για οποιονδήποτε λόγο ;’’ Εκείνος απάντησε, ‘‘Δεν διαβάσατε ότι εκείνος που τους έκανε από την αρχή τους έκανε άνδρα και γυναίκα [Γεν 1, 27]και είπε ‘ένεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν’ ;  Λοιπόν δεν είναι πια δύο αλλά ένας. Ους ουν ο Θεός συνέζευξε άνθρωπος μη χωριζέτω.’’(Μτ 19, 3-6)

Οι αντίπαλοί του λειτουργούσαν στη στενή σφαίρα της υποθετικής σοφιστείας (ρωτώντας αν ήταν νόμιμο να διώχνει κάποιος τη γυναίκα του για οποιοδήποτε λόγο ή αν χρειαζόταν να υπάρχει ένας ειδικός και σοβαρός λόγος). Ο Ιησούς τους απάντησε πηγαίνοντας στην καρδιά  του θέματος και ξαναγυρνώντας στην αρχή. Στα παραθέματά του, ο Ιησούς αναφέρεται και στις δύο διηγήσεις της εγκαθίδρυσης του γάμου, παίρνοντας στοιχεία από το καθένα από αυτά, αλλά όπως βλέπουμε, δίνει έμφαση πάνω απ’ όλα στην κοινωνία των προσώπων.

Ό,τι  έπεται στο κείμενο του Ματθαίου, το θέμα του διαζυγίου, ακολουθεί κι αυτό την ίδια γραμμή : επαναβεβαιώνει την πιστότητα και το αδιάλυτο του δεσμού του γάμου ακόμα και πάνω από το αγαθό της γέννησης παιδιών, πράγμα που ο λαός στο παρελθόν είχε χρησιμοποιήσει για να δικαιολογήσει την πολυγαμία, τον λεβιριτικό γάμο και το διαζύγιο.

Του είπαν, ‘‘Γιατί τότε ο Μωυσής πρόσταξε να της δίνει γραπτό διαζύγιο και να τη χωρίζει ;’’ Τους λέει : ‘‘Ο Μωυσής επέτρεψε να χωρίζετε τις γυναίκες σας γιατί είστε σκληρόκαρδοι, αρχικά όμως δεν ήταν έτσι. Και σας βεβαιώνω : όποιος χωρίσει τη γυναίκα του, για άλλο λόγο εκτός από πορνεία, και παντρευτεί άλλη, διαπράττει μοιχεία, και όποιος παντρευτεί διαζευγμένη γυναίκα διαπράττει μοιχεία’’ (Μτ 19, 7-9).

Το παράλληλο κείμενο στο κατά Μάρκον δείχνει ότι ακόμα και σε περίπτωση διαζυγίου άνδρες και γυναίκες, σύμφωνα με τον Ιησού, τοποθετούνται σε επίπεδο απόλυτης ισότητας : ‘‘ Όποιος χωρίσει τη γυναίκα του και παντρευτεί άλλη, διαπράττει μοιχεία έναντι της πρώτης, και αν μια γυναίκα χωρίσει τον άνδρα της και παντρευτεί άλλον, διαπράττει μοιχεία’’ (Μκ 10, 11-12).

Με τις λέξεις ‘‘Ους ο Θεός συνέζευξε άνθρωπος μη χωριζέτω,’’ ο Ιησούς βεβαιώνει ότι υπάρχει θεία επέμβαση από τον Θεό σε κάθε ένωση με τον γάμο. Η ανύψωση του γάμου στη θέση του ‘‘μυστηρίου’’, δηλαδή  ένα σημάδι πράξης του Θεού, δεν έχει ανάγκη να θεμελιωθεί στο αδύναμο επιχείρημα της παρουσίας του Ιησού στον γάμο στην Κανά και στο κείμενο της προς Εφεσίους Επιστολής όπου γίνεται λόγος για τον γάμο ως αντικατοπτρισμό της ένωσης του Χριστού και της Εκκλησίας (βλ Εφ 5,32). Ξεκινάει ρητώς με τη διδασκαλία του Ιησού στη διάρκεια του επίγειου λειτουργήματός του και αποτελεί μέρος της αναφοράς του στο πως ήταν τα πράγματα από την αρχή. Ο Ιωάννης Παύλος 2ος είχε δίκιο όταν προσδιόριζε τον γάμο ως ‘‘το πρωταρχικό μυστήριο’’.[4]                  

 

Β. Τι μας λέει σήμερα η βιβλική διδασκαλία

 

Αυτή, συνοπτικά, είναι η διδασκαλία της Βίβλου, αλλά δεν μπορούμε να σταματήσουμε σ’ αυτήν.  ‘‘Η Γραφή,’’ έλεγε ο Γρηγόριος ο Μέγας, ‘‘αυξάνει μαζί μ’ αυτούς που τη διαβάζουν’’ (cum legentibus crescit).[5]  Αποκαλύπτει καινούργια συμπεράσματα λίγο –λίγο που έρχονται στο φως εξαιτίας νέων ερωτημάτων. Και σήμερα αφθονούν νέα ερωτήματα, ή προκλήσεις, για τον γάμο και την οικογένεια.

Βρισκόμαστε ν’ αντιμετωπίζουμε έναν καταιγισμό πυρός που προφανώς είναι παγκόσμιος σχετικά με το βιβλικό σχέδιο για τη σεξουαλικότητα, τον γάμο και την οικογένεια. Πώς σκοπεύουμε να δράσουμε σε σχέση με αυτό το ανησυχητικό φαινόμενο ; Η Σύνοδος πρότεινε μια νέα προσέγγιση που συνεπάγεται διάλογο μάλλον παρά αντιπαράθεση με τον κόσμο και εμπεριέχει ακόμα και αυτοκριτική. Πιστεύω  πως είναι ανάγκη να εφαρμόσουμε αυτήν ακριβώς την προσέγγιση στη συζήτηση για τον γάμο και την οικογένεια. Να εφαρμόσουμε αυτή τη μέθοδο διαλόγου σημαίνει να δοκιμάσουμε να δούμε αν, πίσω ακόμα κι απ’ τις πιο ριζικές προκλήσεις, υπάρχει κάτι που μπορούμε να το δεχτούμε.

Η κριτική του παραδοσιακού προτύπου του γάμου και της οικογένειας που μας έφερε στις σημερινές απαράδεκτες προτάσεις για την αποδόμησή τους ξεκίνησαν με τον Διαφωτισμό και τον Ρομαντισμό. Για διαφορετικούς λόγους, αυτά τα δύο κινήματα εξέφραζαν την αντίθεσή τους στην παραδοσιακή άποψη του γάμου, που τον κατανοούσαν αποκλειστικά μέσα από τους αντικειμενικούς του ‘‘σκοπούς’’ – γέννηση παιδιών, κοινωνία, και η Εκκλησία – και τον έβλεπαν πολύ λίγο στην υποκειμενική του και διαπροσωπική αξία. Τα πάντα απαιτούνταν από τις μέλλουσες συζύγους εκτός από το να αγαπά ο ένας τον άλλον και να διαλέγει ελεύθερα ο ένας τον άλλον. Ακόμα και σήμερα, σε πολλά μέρη του κόσμου, υπάρχουν σύζυγοι που συναντούν και βλέπουν ο ένας τον άλλον για πρώτη φορά τη μέρα του γάμου τους. Σε αντίθεση προς αυτό το είδος προτύπου, ο Διαφωτισμός είδε τον γάμο σαν ένα σύμφωνο μεταξύ έγγαμων ανθρώπων και ο Ρομαντισμός τον είδε σαν κοινωνία αγάπης μεταξύ συζύγων.

Αλλά αυτή η κριτική είναι σε συμφωνία με το αρχικό νόημα του γάμου στη Βίβλο, όχι σε αντίθεση ! Η Δεύτερη Βατικανή Σύνοδος ήδη δέχτηκε αυτή την προοπτική όταν, όπως είπα, αναγνώρισε την αμοιβαία αγάπη και βοήθεια μεταξύ των συζύγων ως ένα εξίσου πρωταρχικό αγαθό του γάμου. Στην ίδια γραμμή με το Gaudium et spes, ο Ιωάννης Παύλος ο 2ος είπε σε μια από τις διδασκαλίες του της Τετάρτης,

«Το ανθρώπινο σώμα, με το φύλο του, με την αρρενωπότητα και τη θηλυκότητά του… δεν είναι  μόνο πηγή καρποφορίας και αναπαραγωγής, όπως σε όλη τη φυσική τάξη. Εμπεριέχει ήδη από την αρχή τη γαμήλια ιδιότητα, δηλαδή την ικανότητα να εκφράζει αγάπη, εκείνη την αγάπη μέσα στην οποία το πρόσωπο γίνεται δώρο και – μέσω αυτού του δώρου –εκπληρώνει το νόημα του είναι του και της ύπαρξής του».[6]

Στην εγκύκλιό του με τον τίτλο Deus caritas est, ο Πάπας Βενέδικτος ο 16ος έφτασε ακόμα πιο πέρα, γράφοντας βαθιά νέα πράγματα σχετικά με τον έρωτα στον γάμο και στη σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Έγραψε, ‘‘Αυτός ο στενός σύνδεσμος μεταξύ έρωτος και γάμου στη Βίβλο δεν έχει πράγματι κάτι αντίστοιχο στην εξω-βιβλική γραμματεία.’’[7] Ένα από τα πιο σοβαρά αδικήματα που κάνουμε στον Θεό είναι να καταλήγουμε να κάνουμε καθετί που αφορά αγάπη και φύλο να είναι μια περιοχή κορεσμένη από κακοήθεια στην οποία ο Θεός δεν πρέπει να μπαίνει και είναι ανεπιθύμητος. Είναι σαν ο Σατανάς, και όχι ο Θεός, να ήταν ο δημιουργός των φύλων και ο ειδικός στην αγάπη.  

Εμείς οι πιστοί, και πολλοί μη πιστοί επίσης, απέχουμε πολύ από την αποδοχή των συμπερασμάτων που βγάζουν μερικοί σήμερα από αυτές τις προτάσεις, για παράδειγμα ότι κάθε μορφή έρωτα είναι αρκετή για να συσταθεί ένας γάμος, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου μεταξύ ομοφύλων. Ωστόσο, η απόρριψη από μέρους μας αυτού του συμπεράσματος αποκτά μεγαλύτερη δύναμη και πειθώ αν συνδυάζεται με μια αναγνώριση του θεμελιακού καλού της σεξουαλικότητας μαζί με μια υγιή αυτοκριτική.

Δεν μπορούμε να παραλείψουμε να επισημάνουμε τα σημεία εκείνα με τα οποία οι χριστιανοί συνέβαλαν στον σχηματισμό της αρνητικής θεώρησης του γάμου που ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός απέρριψε με τόση σφοδρότητα. Η αυθεντία του Αυγουστίνου, ενισχυμένη στο σημείο αυτό από τον Θωμά τον Ακινάτη, κατέληξε να ρίξει ένα αρνητικό φως στη φυσική ένωση των συζύγων, η οποία θεωρήθηκε ως το μέσον δια του οποίου το προπατορικό αμάρτημα μεταδόθηκε και η οποία ούτε καν απηλλάγη ως ‘‘τουλάχιστον συγγνωστό’’ αμάρτημα. Σύμφωνα με τον Αυγουστίνο, οι σύζυγοι πρέπει να κάνουν χρήση της σεξουαλικής πράξης για τη γέννηση παιδιών, αλλά οφείλουν να το κάνουν ‘‘με λύπη’’ (cum dolore) και μόνο επειδή δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να παραχθούν πολίτες για το κράτος και μέλη για την Εκκλησία.[8]

Μια άλλη σύγχρονη θέση που μπορούμε επίσης να δεχτούμε αφορά την ίση αξία της γυναίκας μέσα στο γάμο. Όπως είδαμε, βρίσκεται ακριβώς στην καρδιά του αρχικού σχεδίου του Θεού και στη σκέψη του Χριστού, αλλά συχνά με το πέρασμα των αιώνων παραθεωρήθηκε. Ο λόγος του Θεού στην Εύα, ‘‘Η επιθυμία σου θα στρέφεται προς τον άνδρα σου, αλλά αυτός θα σε εξουσιάζει,’’ είχε μια τραγική εκπλήρωση στην ιστορία.

Μεταξύ των αντιπροσώπων της καλουμένης ‘‘Επανάστασης των Φύλων’’, η έκκλησή τους για ισότητα των φύλων οδήγησε σε ξέφρενες προτάσεις όπως την κατάργηση της διάκρισης μεταξύ των φύλων και την αντικατάστασή της με την πιο εύκαμπτη και υποκειμενική διάκριση ‘‘γενών’’(αρσενικό, θηλυκό, μεταβλητό) ή όπως την απελευθέρωση της γυναίκας από ‘‘τη δουλεία της μητρότητας’’ διευθετώντας πρόσφατα επινοημένους τρόπους γέννησης παιδιών. Τους τελευταίους μήνες υπήρξαν  διαδοχικά νέα για άνδρες που πολύ σύντομα θα μπορέσουν να εγκυμονήσουν και να γεννήσουν παιδί. ‘‘Ο Αδάμ γεννά την Εύα,’’ γράφουν χαμογελώντας, αλλά αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να μας κάνει να κλαίμε. Οι αρχαίοι θα  χαρακτήριζαν όλα αυτά με τη λέξη  ‘Υβρις, που σημαίνει την αλαζονεία του ανθρώπου μπροστά στον Θεό.

Η επιλογή μας του διαλόγου και της αυτοκριτικής μας δίνει το δικαίωμα να καταγγείλουμε αυτά τα σχέδια ως ‘‘απάνθρωπα’’ : αντιστρατεύονται όχι μόνο το θέλημα του Θεού αλλά και το καλό της ανθρωπότητας. Να τεθούν αυτά σε εφαρμογή σε ευρεία κλίμακα θα οδηγούσε σε απρόβλεπτες ανθρώπινες και κοινωνικές καταστροφές. Η μόνη μας ελπίδα είναι ότι ο κοινός νους του λαού, συνδυασμένος με τη φυσική ‘‘επιθυμία’’ του άλλου φύλου και με το ένστικτο της μητρότητας και της πατρότητας, που ο Θεός έχει εγγράψει στην ανθρώπινη φύση, θα αντισταθεί σ’ αυτές τις απόπειρες να υποκαταστήσουμε εμείς τον Θεό. Υπαγορεύονται περισσότερο από μια καθυστερημένη αίσθηση ενοχής από μέρους των ανδρών παρά από γνήσιο σεβασμό και αγάπη για την ίδια τη γυναίκα.



Γ. Προς την εκ νέου ανακάλυψη ενός ιδεώδους

 

Όχι λιγότερο ενδιαφέρον από το καθήκον να υπερασπιστούμε το βιβλικό ιδεώδες για τον γάμο και την οικογένεια είναι το καθήκον για τους χριστιανούς να ανακαλύψουν εκ νέου και να ζήσουν πλήρως αυτό το ιδεώδες έτσι ώστε να ξαναεισαχθεί αυτό στον κόσμο με έργα μάλλον παρά με λόγια. Οι πρώτοι χριστιανοί άλλαξαν τους νόμους του κράτους για την οικογένεια με τις συνήθειές τους. Εμείς δεν μπορούμε να σκεφτούμε να κάνουμε το αντίθετο και ν’ αλλάξουμε τις συνήθειες του κόσμου μέσω των νόμων του κράτους, παρ’ όλο που ως πολίτες έχουμε το καθήκον να συμβάλλουμε στη θέσπιση δίκαιων νόμων για το κράτος.

Από την εποχή του Χριστού διαβάζουμε σωστά τη διήγηση της δημιουργίας του άνδρα και της γυναίκας στο φως της αποκάλυψης της Τριάδος. Μέσα σ’ αυτό το φως, η βεβαίωση ότι ‘‘ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα του· κατ’ εικόνα Θεού τον δημιούργησε : άρσεν και θήλυ τους δημιούργησε’’ τελικά αποκαλύπτει ένα νόημα  που ήταν αινιγματικό και ασαφές πριν από τον Χριστό. Τι σχέση μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στο να είσαι ‘‘κατ’ εικόνα Θεού’’ και να είσαι ‘‘άρσεν και θήλυ’’ ; Ο βιβλικός Θεός δεν έχει ιδιότητες του  φύλου· δεν είναι ούτε άρσεν  ούτε θήλυ.

Η ομοιότητα συνίσταται σε τούτο. Ο Θεός είναι αγάπη, και η αγάπη απαιτεί κοινωνία και διαπροσωπική επικοινωνία. Απαιτεί ένα  ‘‘εγώ’’ και ένα ‘‘εσύ’’. Δεν υπάρχει αγάπη που να  μην είναι αγάπη για κάποιον· αν υπάρχει ένα μόνο υποκείμενο δεν μπορεί να υπάρχει αγάπη, μόνο εγωτισμός και ναρκισσισμός. Όποτε ο Θεός εννοείται μόνο ως Νόμος ή ως Απόλυτη Εξουσία, δεν υπάρχει ανάγκη για περισσότερα πρόσωπα. (Η εξουσία μπορεί να ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο !) Ο Θεός, που μας τον αποκάλυψε ο Ιησούς Χριστός, όντας αγάπη, είναι μοναδικός και ένας, αλλά δεν είναι μοναχικός : είναι ένας και τριαδικός. Ενότητα και διάκριση συνυπάρχουν σ’ αυτόν : ενότητα ως προς τη φύση, τη θέληση και τις προθέσεις, και διάκριση χαρακτηριστικών και προσώπων.

Κάτω από αυτό το φως ανακαλύπτουμε το βαθύ νόημα του μηνύματος των προφητών σχετικά με τον ανθρώπινο γάμο : αυτός αποτελεί σύμβολο και στοχασμό μιας άλλης αγάπης, της αγάπης του Θεού για τον λαό του. Αυτός ο συμβολισμός δεν σήμαινε  την υπερφόρτωση μιας καθαρά γήινης πραγματικότητας με μια μυστική σημασία. Από την άλλη, αυτό δεν είναι απλώς συμβολικό αλλά αντίθετα αποκαλύπτει το αληθινό πρόσωπο και τον έσχατο σκοπό της δημιουργίας του ανθρώπου ως άρσεν και θήλυ.

Ποιος είναι ο λόγος της αίσθησης  μιας μη πληρότητας και έλλειψης εκπλήρωσης την οποία αφήνει η σεξουαλική ένωση και μέσα και έξω από τον γάμο ; Γιατί αυτή η ορμή ξαναγυρίζει πάντα στον εαυτό της, και γιατί αυτή η υπόσχεση για το άπειρο και το αιώνιο μένει ανεκπλήρωτη; Οι άνθρωποι προσπαθούν να βρουν θεραπεία γι’ αυτή την απογοήτευση, αλλά μόνο την αυξάνουν. Αντί να αλλάξουν την ποιότητα της πράξης, αυξάνουν την ποσότητά της, πηγαίνοντας από τον ένα σύντροφο στον επόμενο. Αυτό οδηγεί στην καταστροφή του δώρου του Θεού που είναι η σεξουαλικότητα πράγμα που συχνά συμβαίνει στη σύγχρονη κοινωνία και στον πολιτισμό.

Εμείς οι χριστιανοί θέλουμε να βρούμε μια εξήγηση γι’ αυτή την εξοντωτική δυσλειτουργία μια για πάντα ;  Η εξήγηση είναι ότι η σεξουαλική ένωση δεν γίνεται με τον τρόπο και για τον σκοπό που θέλησε ο Θεός. Πρόθεσή του ήταν, μέσω αυτής της έκστασης και της ένωσης μέσα στην αγάπη, ο άνδρας και η γυναίκα να  υψωθούν στην επιθυμία και στην απόκτηση μιας κάποιας πρόγευσης της άπειρης αγάπης· θα τους υπενθυμιζόταν από πού προήλθαν και προς τα πού πορεύονται.

Η αμαρτία, ξεκινώντας μ’ εκείνην των βιβλικών Αδάμ και Εύας, χάλασε αυτό το σχέδιο. ‘‘Βεβήλωσε’’ τη σεξουαλική πράξη, δηλαδή τη γύμνωσε από τη θρησκευτική της αξία. Η αμαρτία την έκανε μια πράξη αυτοσκοπό, κλειστή στον εαυτό της, και ως εκ τούτου να προκαλεί το ‘‘ανικανοποίητο’’. Το σύμβολο αποσυνδέθηκε από την πραγματικότητα που συμβόλιζε, στερήθηκε τον ενδόμυχο δυναμισμό του, κι έτσι έγινε ανάπηρο. Ποτέ τόσο πολύ όσο σ’ αυτή την περίπτωση δεν γευόμαστε την αλήθεια αυτού που λέει ο Αυγουστίνος : ‘‘Μας έκανες για τον εαυτό σου, και η καρδιά μας δεν βρίσκει ανάπαυση ώσπου ν’ αναπαυθεί μέσα σου’’.[10] Δημιουργηθήκαμε όχι για να ζήσουμε σε μια αιώνια σχέση ως ζεύγος αλλά για να ζήσουμε σε μια αιώνια σχέση με τον Θεό, με το Απόλυτο. Ακόμα και ο Φάουστ του Γκαίτε τελικά το ανακαλύπτει αυτό στο τέλος της μακράς περιόδου της περιπλάνησής του. Αναπολώντας την αγάπη του για τη Μαργαρίτα, φωνάζει στο τέλος του ποιητικού δράματος, ‘‘Όλα αυτά είναι εφήμερα / είναι μόνο ένα σύμβολο· / ό,τι μοιάζει απρόσιτο /εδώ παρουσιάζεται πραγματοποιημένο [στον ουρανό].’’[11]

Σύμφωνα με τη μαρτυρία ορισμένων ζευγών που είχαν μια εμπειρία ανανέωσης μέσω του  Αγίου Πνεύματος και ζουν μια χαρισματική χριστιανική ζωή, βρίσκουμε κάτι από την αρχική σημασία της συζυγικής πράξης. Αυτό δύσκολα αποτελεί έκπληξη για εμάς. Ο  γάμος είναι το μυστήριο ενός αμοιβαίου δώρου που οι σύζυγοι κάνουν ο ένας στον άλλον, και το Άγιο Πνεύμα είναι το ‘‘δώρο’’ εντός της Τριάδος, ή καλύτερα, η αμοιβαία ‘‘αυτοπροσφορά’’ του Πατέρα και του Υιού, όχι ως παροδική πράξη αλλά ως μόνιμη κατάσταση. Όποτε έρχεται το Άγιο Πνεύμα, η ικανότητα να προσφέρει κανείς τον εαυτό του ως δώρο γεννιέται ή αναζωπυρώνεται. Με αυτόν τον τρόπο ενεργεί η ‘‘χάρις του έγγαμου βίου’’.

Δ. Έγγαμοι και χειροτονημένοι μέσα στην Εκκλησία

Αν και εμείς οι χειροτονημένοι κληρικοί δεν ζούμε τον έγγαμο βίο, είπα στην αρχή ότι χρειαζόμαστε να κατανοούμε τον γάμο ώστε να βοηθούμε εκείνους που τον ζουν. Θα προσθέσω τώρα ακόμα έναν λόγο : χρειαζόμαστε να κατανοούμε τον γάμο  ώστε εμείς οι ίδιοι να βοηθιόμαστε από αυτόν !  Μιλώντας για γάμο και παρθενία ο απόστολος λέει, ‘‘Ο καθένας έχει το δικό του χάρισμα από τον Θεό, ο ένας έτσι, ο άλλος αλλιώς’’(1 Κορ 7, 7). Οι έγγαμοι έχουν το δικό τους χάρισμα κι εκείνοι που είναι ‘‘μόνοι δια τον Κύριον’’ έχουν το δικό τους χάρισμα.

Κάθε χάρισμα, λέει ο ίδιος απόστολος, είναι ‘‘μια ιδιαίτερη εκδήλωση του Πνεύματος για το κοινό καλό’’(βλ.1 Κορ 12, 7). Εφαρμοσμένο στη σχέση μεταξύ έγγαμων και κληρικών μέσα στην Εκκλησία, αυτό σημαίνει ότι το χάρισμα του μοναχισμού και της παρθενίας είναι επίσης προς όφελος και των έγγαμων και ότι το χάρισμα του γάμου είναι επίσης προς όφελος και των κληρικών. Αυτό είναι η εσωτερική φύση ενός χαρίσματος, ότι είναι φαινομενικά αντιφατικό : κάτι που είναι ατομικό (‘‘μια ιδιαίτερη φανέρωση του Πνεύματος’’)παρ’ όλα αυτά νοείται για όλους (‘‘για το κοινό καλό’’).

Στη χριστιανική κοινότητα, κληρικοί και έγγαμοι μπορούν  ‘‘να οικοδομούν ο ένας τον άλλον’’. Οι κληρικοί υπενθυμίζουν στους έγγαμους το πρωτείο του Θεού και της αιώνιας πραγματικότητας, εκείνοι που μπορούν να βαθύνουν καλύτερα και να καταλάβουν τους εισάγουν στην αγάπη για τον λόγο του Θεού και τον ερμηνεύουν για τους λαϊκούς. Αλλά και οι κληρικοί μπορούν επίσης να μάθουν κάτι από τους έγγαμους. Μπορούν να μάθουν τη γενναιοψυχία, το ξέχασμα του εαυτού τους, την υπηρεσία της ζωής, και συχνά μια κάποια ‘‘ανθρωπιά’’ που η έλλειψή της προέρχεται από τη δυσκολία που έχουν να δεσμευτούν στις πραγματικότητες της ζωής.

Εδώ μιλώ εκ πείρας. Ανήκω σε ένα μοναστικό τάγμα στο οποίο , εδώ και μερικές δεκάδες χρόνια, σηκωνόμαστε τη νύχτα για να πούμε την ακολουθία του Όρθρου που πρέπει να διαρκεί περίπου μία ώρα. Μετά τη Σύνοδο, επήλθε μια μεγάλη στροφή στη μοναστική ζωή. Ήταν φανερό ότι ο ρυθμός της σύγχρονης ζωής –σπουδές για νεότερους μοναχούς και αποστολικό λειτούργημα για τους ιερείς – δεν  επέτρεπαν πια αυτή τη νυκτερινή έγερση που διέκοπτε τον ύπνο, και λίγο – λίγο  η άσκηση αυτή εγκαταλείφθηκε εκτός από ορισμένες εκπαιδευτικές κοινότητες.

Όταν αργότερα ο Κύριος με έφερε να γνωρίσω καλά διάφορες νέες οικογένειες μέσα από το λειτούργημά μου, ανακάλυψα κάτι που με κατέπληξε αλλά με την καλή σημασία. Αυτοί οι γονείς έπρεπε να σηκώνονται όχι μία αλλά δύο και τρεις φορές τη νύχτα για να δώσουν σ’ ένα παιδί να φάει, ή το φάρμακό του, ή να το κουνήσουν αν έκλαιγε, ή να του βάλουν θερμόμετρο. Και το πρωί ο ένας ή και οι δύο γονείς έπρεπε να τρέξουν στη δουλειά την ίδια ώρα αφού πρώτα πήγαιναν το παιδί στους παππούδες ή στον παιδικό σταθμό. Εκεί έπρεπε να χτυπήσουν την κάρτα αδιάφορο αν ο καιρός ήταν καλός ή κακός ή αν ήταν στην υγεία τους καλά ή όχι.

Τότε είπα στον εαυτό μου, αν δεν πάρουμε θεραπευτικά μέτρα διατρέχουμε σοβαρό κίνδυνο. Ο θρησκευτικός τρόπος ζωής μας, αν δεν υποστηρίζεται από μια γνήσια τήρηση του Κανόνα και κάποια αυστηρότητα στο πρόγραμμα και στις συνήθειές μας, κινδυνεύει να καταλήξει σε μια άνετη ζωή και να μας οδηγήσει σε σκλήρυνση της καρδιάς. Εκείνο που οι καλοί γονείς είναι ικανοί να κάνουν για τα βιολογικά παιδιά τους – το επίπεδο της αυταπάρνησης στο οποίο είναι ικανοί να φτάσουν προκειμένου να προνοήσουν για το καλό των παιδιών τους, τις σπουδές τους, την ευτυχία τους – πρέπει να είναι το μέτρο εκείνου που πρέπει να κάνουμε για τα πνευματικά μας παιδιά ή για τους πνευματικούς μας αδελφούς. Το παράδειγμα που έχουμε γι’ αυτό έχει δοθεί από τον ίδιο τον απόστολο Παύλο που λέει, ‘‘Εγώ δε ήδιστα δαπανήσω και εκδαπανηθήσομαι υπέρ των ψυχών υμών’’ (2 Κορ 12 15).

Είθε το Άγιο Πνεύμα, ο χορηγός των χαρισμάτων, να μας βοηθήσει όλους, κληρικούς και έγγαμους να θέσουμε σε εφαρμογή την παραίνεση του αποστόλου Πέτρου : ‘‘Έκαστος καθώς έλαβε χάρισμα εις εαυτούς αυτό διακονούντες ως καλοί οικονόμοι ποικίλης χάριτος Θεού… ίνα εν πάσι δοξάζηται ο Θεός διά Ιησού Χριστού, ω εστίν η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων· αμήν’’ (1 Πε 4, 10-11).           

-------------------------------------------

[1]Gaudium et spes, αρ.1. Παραθέματα από εκκλησιαστικά και παπικά έγγραφα από την ιστοσελίδα του Βατικανού

[2]Πωλ Κλωντέλ, Το Μεταξωτό Γοβάκι, Πρ.3, σκ. 8.

[3]Friedrich Schleiermacher,  The Christian Faith, τομ.1,σ.12 κ.εξ.

[4]Βλ. Ιωάννη Παύλου 2ου , Άρσεν και Θήλυ εποίησεν αυτούς : Μία Θεολογία του Σώματος σσ. 503-507.

[5] Βλ. Γρηγορίου του Μεγάλου,Moralia in Job, 20, 1, 1.

[6] Ιωάννου Παύλου 2ου , ‘‘ Το Ανθρώπινο Πρόσωπο Προσφέρεται μέσα στην Ελευθερία της Αγάπης, Γενική Ακρόαση, Ιανουάριος 16, 1980.

[7]Βενέδικτος 16ος , Deus caritas est, n.11

[8] Αυγουστίνου, ‘‘Κήρυγμα 51,’’ στα Κηρύγματα (51-59) στην Καινή Διαθήκη.

[9] Heribert Muhlen [Το Άγιο Πνεύμα ως Πρόσωπο : Εγώ-Εσύ-Εμείς] 1963

[10]Αυγουστίνου, Εξομολογήσεις, 1, 1.

[11] Βόλφγκανγκ Γκαίτε, Φάουστ, μέρος 2, Πρ.5.