Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Στις 4 Ιουλίου 2016 πέθανε ο Ιρανός σκηνοθέτης Αμπάς Κιαροστάμι (1940-2016) στο Παρίσι. Είχε πάει εκεί, από την Τεχεράνη όπου νοσηλευόταν, λίγες μέρες πριν πεθάνει, ελπίζοντας σε αποτελεσματικότερη θεραπεία. Ούτε η Τεχεράνη όμως ούτε το Παρίσι μπόρεσαν να νικήσουν τον καρκίνο. Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε στην πατρίδα του θλίψη και συγκίνηση. Τέσσερις ιρανικές εφημερίδες που είχαν ήδη κυκλοφορήσει έκαναν δεύτερη έκδοση για να αναγγείλουν τον θάνατό του. Μία από αυτές κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο τίτλο «Η γεύση του κερασιού έγινε πικρή», παραπέμποντας στην ταινία που του χάρισε τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Καννών (1997). Στη μνήμη του σπουδαίου σκηνοθέτη θα σύρουμε εδώ λίγες γραμμές για την ταινία αυτή.

Ο ήρωας της «Γεύσης του κερασιού», ο μυστηριώδης κύριος Μπαντιί, έχει λάβει την απόφαση να αυτοκτονήσει. Εχει βρει και τον τρόπο. Θα πάρει χάπια αποβραδίς, θα μπει σε έναν λάκκο, που τον σημαδεύει αποπάνω ένα δέντρο, και θέλει κάποιον να πάει εκεί την αυγή να τον σκεπάσει με χώμα. Πληρώνει πολλά λεφτά για είκοσι φτυαριές χώμα. Εξέρχεται λοιπόν προς αναζήτηση. Γυρνάει με ένα 4Χ4 σε δύσβατους, ορεινούς δρόμους, σε ένα θανατερό τοπίο εκσκαφών, χωμάτων και σκόνης, για να βρει τον άνθρωπο που χρειάζεται. Ποιος είναι αυτός ο κύριος Μπαντιί, ποια είναι η ζωή του, γιατί θέλει να αυτοκτονήσει; Τίποτα δεν μαθαίνουμε στην ταινία γι’ αυτόν, δεν βιογραφείται, ούτε ψυχογραφείται. Βλέπουμε μόνο ένα πρόσωπο στο οποίο είναι χαραγμένες η μόνωση και η απόγνωση. Ενας άνθρωπος για τον οποίο η ζωή δεν παρουσιάζει πια κανένα θέλγητρο. Δεν τον κρατάει. Η λεπτή κλωστή που μας δένει με τη ζωή έχει κοπεί. Τη νιώθει βάρος από το οποίο θέλει να απαλλαγεί για εντελώς άγνωστους λόγους, άγνωστους μάλλον και στον ίδιο. Εκείνος θέλει μόνο να πεθάνει, και ο θάνατός του να είναι αυτό που έχει αποφασίσει ο ίδιος να είναι: αυτοκτονία. Δεν θέλει να παρουσιαστεί η αυτοκτονία του ως φυσικός θάνατος και να τον θάψουν κανονικά σε μουσουλμανικό κοιμητήριο. Διεκδικεί το δικαίωμά του στην αυτοκτονία. Είναι πρόδηλο πως δεν υπάρχει στο Ιράν θέμα πιο αιρετικό και ανατρεπτικό από αυτό. Αυτοκτονία σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι κύριος της ζωής και του θανάτου του, δεν αφήνει τον Θεό να κάνει τη δουλειά του, του παίρνει από τα χέρια την εξουσία. Η «Γεύση του κερασιού» ωστόσο δεν αποτελεί υπεράσπιση της ιδέας της αυτοκτονίας, ούτε είναι φιλοσοφικό δοκίμιο περί του εκουσίου θανάτου. Το θέμα της ταινίας είναι απλούστατα αυτός ο αινιγματικός κύριος Μπαντιί, ο οποίος έχει την αλλόκοτη ιδέα να πείσει κάποιον να τον σκεπάσει με χώμα, αφού πρώτα διαπιστώσει τον θάνατό του. Για ποιον λόγο; Από τον φόβο της νεκροφάνειας μόνο; Τότε γιατί δεν παίρνει έναν νεκροθάφτη –«αν ήθελα νεκροθάφτη, θα τον έβρισκα», λέει ο ίδιος– να τον πληρώσει και να γίνει η δουλειά του; Ο Μπαντιί θέλει να βρει έναν άγνωστό του και να τον πείσει. Τρεις άνθρωποι θα μπουν, τελικά, στο αυτοκίνητο και θα ακούσουν την πρότασή του: ένας στρατιώτης, ένας ιεροσπουδαστής και ένας ταριχευτής πουλιών. Συζητάει και με τους τρεις, τους ρωτάει για τον τόπο όπου γεννήθηκαν, την οικογένειά τους, τη ζωή τους.

Μοιράζεται κι αυτός μαζί τους την απόφασή του και την αγωνία του. Η αυτοκτονία, η πιο μοναχική πράξη του ανθρώπου, μια πράξη που δεν προαναγγέλλεται αλλά μαθεύεται εκ των υστέρων, γίνεται εδώ αντικείμενο συζήτησης και διαπραγμάτευσης. Η απόλυτη μόνωση είναι αδύνατη, ο άλλος είναι αναπόφευκτος. Μήπως άραγε ο εντός ολίγου αυτόχειρας συζητάει μαζί τους, αναζητώντας έναν λόγο, μία κουβέντα που να τον μεταπείσει; Η απόφασή του φαίνεται αμετακίνητη, αλλά ο δεσμός με τη ζωή είναι ισχυρότερος από όσο νομίζουμε ή φοβόμαστε. Οταν ο ιεροσπουδαστής λέει στον άνθρωπο αυτόν που έχει αποφασίσει να αυτοκτονήσει σε λίγες ώρες να φάνε μαζί μία ομελέτα, εκείνος αρνείται γιατί βλάπτει την υγεία του. Τελικά κανείς από τους τρεις δεν αποδέχεται την πράξη του, όλοι θέλουν να τον αποτρέψουν. Θέλουν να τον πείσουν να ζήσει. Ο πρώτος, ο ντροπαλός στρατιώτης, δεν δέχεται να ακούσει καλά καλά την πρόταση και το βάζει στα πόδια. Ο δεύτερος, ο ιεροσπουδαστής, του αναφέρει την κορανική διδασκαλία για την αυτοκτονία ως αμαρτία, –«η δυστυχία είναι αμαρτία», θα απαντήσει ο Μπαντιί– και ο τρίτος, ο ταριχευτής, που θα δεχθεί να ρίξει το χώμα, προσπαθεί να τον μεταπείσει διηγούμενος τη δική του ιστορία. Είχε αποφασίσει και εκείνος κάποτε να κρεμαστεί, αλλά, όταν ανέβηκε στη μουριά για να το κάνει, η γεύση των γλυκών καρπών της τού άλλαξε την απόφαση. Ας το κρατήσουμε. Μαζί με τη σκοτεινή έφεση ενός ανθρώπου να κόψει το νήμα της ζωής του, υπάρχει στην ταινία και η στάση των συνανθρώπων που αρνούνται να γίνουν συνεργοί στον θάνατό του, αλλά θέλουν να τον βοηθήσουν να ζήσει (βλέπε και τη σκηνή με το ντεραπάρισμα του αυτοκινήτου του).

Ο Μπαντιί τελικά θα αυτοκτονήσει. Ενα απόλυτο μαύρο θα καλύψει την οθόνη. Η ταινία ωστόσο δεν τελειώνει εκεί. Ακολουθεί ένα πρόχειρο και «τρυφερό» βίντεο, με σκηνές από ένα διάλειμμα στα γυρίσματα της ταινίας. Βλέπουμε τον ηθοποιό που υποδύεται τον Μπαντιί, βλέπουμε χαρούμενους φαντάρους –η στρατιωτική θητεία ήταν η ευτυχέστερη περίοδος της ζωής του, μας είπε κάποια στιγμή ο ήρωας–, το τοπίο δεν είναι άδενδρο αλλά καταπράσινο. Προς τι αυτός ο μικρός επίλογος; Ο Κιαροστάμι σε συνέντευξή του στα «Cahiers du cinéma» (βλ. «Νέα Εστία», τχ. 1792, Σεπτέμβριος 2006, αφιέρωμα στο Ιράν) λέει ότι σημαίνει ένα είδος ανάστασης, ότι η ζωή συνεχίζεται. Η φράση αυτήν τη φορά δεν έχει τίποτε ανάλγητο. Τουναντίον. Ο θάνατος δεν έχει στην ταινία τον τελευταίο λόγο. Το μαύρο του λάκκου διαδέχεται το ζωηρό φως.

Έντυπη