Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ: Πως η βυζαντινή κληρονομιά βιώνεται ως εικονική πραγματικότητα

Περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ τευχ.139 σελ. 78-84.

Ιωσήφ Ροηλίδης 7 σελ

Τα πάντα στην Εκκλησία της Ελλάδος γίνονται σύμφωνα με την βυζαντινή κληρονομιά. Βυζαντινή αρχιτεκτονική, βυζαντινή μουσική, βυζαντινή αγιογραφία, βυζαντινή αμφίεση των ιερέων, βυζαντινές ακολουθίες, κλπ. Όλα πρέπει να είναι αυστηρά βυζαντινά. Είναι ένας καϋμός που επιβάλλει μια μορφολογία καθολική και άσχετη προς οποιαδήποτε σημερινή κατάσταση του ανθρώπου και του κόσμου. Και γι’ αυτό φυσικά δεν φταίει καμία βυζαντινή κληρονομιά. αυτή έχει την ιστορική και πολιτιστική αξία της στο πλαίσιο της γενικότερης ιστορικής ανάπτυξης του ανθρώπινου γένους. Έχει ωστόσο να κάνει με μια εσωτερικευμένη άρνηση να αντικρίσει η εκκλησία τον σύγχρονο κόσμο και να ανταποκριθεί στις σημερινές ανάγκες του.

Αυτή ωστόσο η αδήριτη ανάγκη της ακολουθίας των «βυζαντινών» προτύπων που έχει επιβάλει στον εαυτό της την οδηγεί σ’ αυτό που ονομάζω εικονική βίωση της πραγματικότητας. [Αρχίζω να χρησιμοποιώ εισαγωγικά στη λέξη βυζαντινός και στα παράγωγα της επειδή ακόμη και η χρήση τους γίνεται με έναν τέτοιο ασαφή και επίπλαστο τρόπο ώστε να αφαιρείται οποιαδήποτε σύνδεση και επαφή με την πραγματικότητα]. Χρησιμοποιούνται όλα τα «βυζαντινά» στοιχεία για να καλύψουν την πλήρη ανυποληψία που αισθάνεται η εκκλησία γι’ αυτά. Έχουν τα πάντα αφεθεί σε μία χυδαιοποίηση που προέρχεται από το γεγονός ότι οι πάντες ή σχεδόν οι πάντες τα μετέρχονται «υποχρεούμενοι» από μια κοινωνική πραγματικότητα όπου η διάχυτη θρησκευτικότητα τα προάγει. Σύμφωνα με την ιεραρχία της Εκκλησίας το 96 ή 97% ή κάτι τέτοιο των Ελλήνων είναι Ορθόδοξοι, πράγμα που της προσδίδει δύναμη και εξουσία. Βέβαια η πραγματικότητα φανερώνει το αντίθετο. Είναι κι αυτό ένα από τα πολλά στοιχεία βίωσης της εικονικής πραγματικότητας ή κατά το λαϊκότερο «στρουθοκαμηλισμού». Άρνηση της πραγματικότητας χάριν της ιδεολογίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αγκιστρώσεως στο παρελθόν (η ιδεαλιστική χρήση της παρθενίας επιβαλλόμενης ως κοινωνικής κατάστασης) είναι η υποχρεωτική αγαμία του Ρωμαιοκαθολικού κλήρου, παρά τα ομολογουμένως τεράστια κοινωνικά προβλήματα που αυτή επιφέρει (παιδεραστία, εξώγαμα, κρυφές σχέσεις κλπ). Και ενώ επιφανειακά όλα κινούνται «κανονικά» στο υπέδαφος, βράζει το ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Όλοι συνομολογούν την τεράστια αποτυχία του μοντέλου της επιβαλλόμενης «παρθενίας» αλλά κανείς δεν βάζει το χέρι του για να αρθεί. Θα θιχθούν τεράστια συμφέροντα που έχουν αναπτυχθεί γύρω από αυτό το ζήτημα. Πλήρης επικράτηση μιας εικονικής πραγματικότητας.

Αλλά ας έρθουμε από το ξένο παράδειγμα στην πραγματικότητα της Ελλαδικής Εκκλησίας. Ας μη τρέξουν ωστόσο κάποιοι να πουν ότι αυτά γίνονται στην «αιρετική» Ρωμαιοκαθολική εκκλησία ενώ η Ορθόδοξη (τουλάχιστον στο Ελλαδικό παράδειγμα) είναι απαλλαγμένη από τέτοιου είδους «εικονικότητα».

Υπάρχει μία ειδική τάξη τιτλούχων στην Ελλαδική Εκκλησία, το μέγεθος της οποία σε ποσοστό ως προς τον συνολικό αριθμό ιερέων είναι ανύπαρκτο σε άλλες Ορθόδοξες εκκλησίες. Αυτοί οι άνθρωποι αυτοαποκαλούνται «άγαμοι», προσδίδοντας στον εαυτό τους έναν τίτλο ανύπαρκτο στην αρχαία εκκλησία και σίγουρα στο Βυζάντιο. Η αρχαία εκκλησία γνώριζε τον θεσμό του γάμου και της παρθενίας. Και μάλιστα αυτός ο τελευταίος εκπροσωπούσε έναν σχετικά μικρό αριθμό Χριστιανών, επειδή «ου πάντες χωρούσιν». Οι αρχιμανδρίτες αποτελούν μια ιδιαίτερη τάξη ιερέων. Πλείστοι έχουν «αναγκαστικά» υποστεί τη μοναχική κουρά σε κάποιο «μοναστήρι». Λέγω «αναγκαστική», επειδή φοβάμαι ότι ελάχιστοι από αυτούς διαθέτουν κάποια κλίση ή κλήση προς τη μοναχική ζωή, πράγμα που αποδεικνύεται από τη μετέπειτα βιωτή τους.

Η μοναχική κουρά χρησιμοποιεί ευχές που δείχνουν έναν αρκετά αυστηρό χαρακτήρα και απαιτούν μία απόλυτη προσήλωση στο μοναχικό ιδεώδες. Ακολουθεί απόσπασμα από την Κουρά:

«Ἐρώτησις: Τί προσῆλθες, Ἀδελφέ, προσπίπτων τῷ ἁγίῳ Θυσιαστηρίῳ, καί τῇ ἁγίᾳ Συνοδίᾳ ταύτῃ;

Ἀπόκρισις: Ποθῶν τόν βίον τῆς ἀσκήσεως, τίμιε Πάτερ.

Ἐρώτησις: Ποθεῖς ἀξιωθῆναι τοῦ Ἀγγελικοῦ Σχήματος, καί καταταγῆναι ἐν τῷ χορῷ τῶν Μοναζόντων;

Ἀπόκρισις: Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, τίμιε Πάτερ […]

Ἐρώτησις: κουσίᾳ σου τῇ γνώμῃ προσέρχῃ τῷ Κυρίῳ;

Ἀπόκρισις: Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, τίμιε Πάτερ […]

Ἐρώτησις: Παραμενεῖς τῷ Μοναστηρίῳ καί τῇ ἀσκήσει, ἓως ἐσχάτης σου ἀναπνοῆς;

Ἀπόκρισις: Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, τίμιε Πάτερ […]

Ἐρώτησις: Σώζεις μέχρι θανάτου τήν ὑπακοήν τῷ Προεστῶτι, καί πάσῃ τῇ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητι;

Ἀπόκρισις: Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, τίμιε Πάτερ.

Ἐρώτησις: Ὑπομένεις πᾶσαν θλίψιν καί στενοχωρίαν τοῦ μονήρους βίου, διά τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν;

Ἀπόκρισις: Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, τίμιε Πάτερ.

 

Παρά τον αυστηρό χαρακτήρα των ερωταποκρίσεων και τις απόλυτες απαιτήσεις του «μονήρους βίου», η πρακτική είναι να αναχωρεί ο «κεκαρμένος» μοναχός από το μοναστήρι και να εγκαθίσταται στο σπίτι του – ή συνήθως στο διαμέρισμα του. Αυτό το παιχνίδι της εικονικής – ή ψεύτικης – πραγματικότητας παίζεται χρόνια τώρα στον τόπο μας παράγοντας πλήθη ανυπόφορων υψηλόμισθων αξιωματούχων της εκκλησιαστικής γραφειοκρατίας. [Βέβαια υπάρχουν οι εξαιρέσεις εκείνων που παίρνουν στα σοβαρά τις υποσχέσεις που δίνουν κατά τη μοναχική τους κουρά. είναι εκείνοι οι γέροντες που παρηγορούν πλήθος κόσμου στις ανήλιαγες πολιτείες μας]. Προηγούνται παντός άλλου κληρικού, και βλέπουν συνήθως εξ υψηλού τους έγγαμους και σωστούς οικογενειάρχες πρεσβυτέρους που αγωνίζονται με γλίσχρους μισθούς να αναστήσουν τις – συνήθως – πολυμελείς οικογένειες τους και να υπηρετήσουν τις ενορίες τους. Συνήθως αυτοί υποτάσσονται στον αρχιμανδρίτη προϊστάμενο της ενορίας τους, που είναι συνήθως άγευστος των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ένας οικογενιάρχης. Οι άνθρωποι αυτοί, οι αρχιμανδρίτες, μακρυά από τη μάνδρα που θα τους προστάτευε, δίχως σχεδόν καμμία υποχρέωση απολαμβάνουν τον (μεγαλο)αστικό βίο: ακριβά αυτοκίνητα, πολυτελή διαμερίσματα, ταξίδια, ακριβά γούστα κλπ. Είναι μια «κανονική» ζωή μη «κανονικών» ανθρώπων.

Είναι όλοι τους υποψήφιοι επίσκοποι. Τόσοι οικογενειάρχες πρεσβύτεροι, με πολλαπλάσια προσόντα, πνευματικά και ακαδημαϊκά απ’ αυτούς, δεν έχουν καμία πιθανότητα να επισκοποποιηθούν από τότε που στην εκκλησία επικράτησε η επισκοποποίηση των μοναχών. Έτσι σήμερα οι «μοναχοί» αρχιμανδρίτες προσδοκούν την επισκοποποίησή τους. Παίζουν κρυφά ή φανερά όλο το παιγνίδι των διαπλεκόμενων σχέσεων που μπορεί να οδηγήσει σ’ αυτό το γεγονός. Και επειδή η ιεραρχία έχει μια πυραμιδοειδή δομή, αντικειμενικά δεν μπορούν όλοι να γίνουν επίσκοποι. Και τότε μετά τις αποτυχημένες πιέσεις σε πρόσωπα με επιρροή, έρχεται σε πολλές περιπτώσεις η ψυχολογική κατάρρευση, η συντριβή του ονείρου. Απλούστατα κάποιοι είχαν καλύτερες διασυνδέσεις. Ελάχιστοι τότε θυμούνται τη «μοναχική» τους ιδιότητα.

Είναι μια εικονική πραγματικότητα τόσο γελοία που μόνο ντροπή θα έπρεπε να γεμίζει την τοπική εκκλησία. Αν στο κάτω κάτω η εκκλησία χρειάζεται ανθρώπους απαλλαγμένους από οικογενειακές υποχρεώσεις, «αγάμους», ας σταματήσει την κοροϊδία της μοναχικής κουράς ανθρώπων που δεν έχουν καμμία επιθυμία να ζήσουν ως μοναχοί. Ας καθιερώσει την τάξη των «αγάμων», ανθρώπων δηλ. που δεν επιθυμούν να παντρευτούν για διάφορους λόγους. Χωρίς φυσικά τον τίτλο του αρχιμανδρίτη (που συνδέεται άμεσα με τη μοναχική ζωή). Όλη αυτή η εικονική πραγματικότητα επηρεάζει βαθύτατα και αρνητικά τη ζωή της εκκλησίας. Τη γεμίζει μ’ ένα αίσθημα υποκρισίας, ψευτιάς, ψεύτικων προσδοκιών, επίδειξης δύναμης, προσκόλλησης στις δομές εξουσίας κλπ. Συνάδει μάλιστα με αυτή τη διάχυτη – ψευτο-θρησκευτικότητα που είναι απλωμένη στην πατρίδα μας και για την οποία υπεύθυνη είναι κυρίως η διοικούσα εκκλησία. Η πίστη της εκκλησίας στο πάθος και στην ανάσταση του Χριστού δεν έχει τίποτε να κάνει με μια συναισθηματική θρησκευ­τικότητα που αναφέρεται σ’ ένα υπέρτατο Ον και σε μυστήρια που είναι φορτισμένα με κοινωνικά κριτήρια και εικόνες σύναξης της καλής κοινωνίας. Ακούς συνέχεια φράσεις ότι η εκκλησία ανήκει στα θέσφατα του έθνους, αποτελεί πολιτιστική κληρονομιά, ταυτότητα του έλληνα. Ακούς ότι, «ναι μεν δεν εκκλησιάζομαι αλλά πιστεύω». Μια τέτοια όμως εκκλησία δεν σώζει. Μπορεί μόνο να βοηθά την πολιτεία να επιβιώνει σ’ έναν κόσμο που μεταβάλλεται γοργά, ανταλάσσοντας την ήσυχη και ευδαίμονα παρουσία της με μια ηγεμονική θέση στην κοινωνία.

Ένας άλλος χώρος όπου γίνεται εμφανής η βίωση της εικονικής πραγματικότητας είναι ο χώρος της τέχνης. Η εκκλησία εκφράζει το μυστήριο της Σωτηρίας που προσφέρει ο Χριστός μέσα από την τέχνη – αρχιτεκτονική, εικονογραφία, μικρογλυπτική, μουσική, κλπ. Αν αυτές οι τέχνες είναι γνήσιες τότε η μετάδοση του μυστηρίου γίνεται με όρους αλήθειας και πιστότητας. Η άκριτη μίμηση που αφήνει αναπάντητα τα προβλήματα μορφής και ουσίας, επικαιρότητας και έγχρονης παρουσίας, δίνει μια ψεύτικη εικόνα της Εκκλησίας.

Σκέφτομαι τι σημαίνει η φράση «κτίζουμε βυζαντινές εκκλησίες σήμερα»; Γιατί αυτή η εμμονή να είναι κάτι «βυζαντινό» όταν ζούμε σήμερα σ’ έναν κόσμο με διαφορετική τεχνολογία, υλικά, πολιτιστικές αξίες και κοινωνικές σχέσεις. Και είναι όλοι αυτοί οι κακοχυμένοι τρούλοι και τρουλάκια, αψίδες και τόξα που εμφανίζονται γνήσια βυζαντινή αρχιτεκτονική;

Πριν αρκετά χρόνια, ένας πολύ καλός φίλος, μέλος του εκκλησιαστικού συμβουλίου κάποιας ενορίας στην περιφέρεια της Αθήνας, με πίεζε να επισκεφτώ τη μισοτελειωμένη εκκλησία της ενορίας του, για να προτείνω κάποιες τεχνικές λύσεις για την αποπεράτωση της, επειδή ο αρχιτέκτων που την είχε σχεδιάσει τους είχε «παρατήσει». Από τις περιγραφές του είχα καταλάβει περί τίνος επρόκειτο και αρνιόμουν σθεναρώς. Κάποια στιγμή κατάφερε να με πείσει, και την επισκεφτήκαμε. Αποδείχθηκε ότι η πραγματικότητα είχε ξεπεράσει όσα θα μπορούσα να φανταστώ. Ένα τεράστιο ολόχυτο κτήριο «βυζαντινής» μορφολογίας, καθισμένο σε μια τεράστια επίσης βάση – όπου θα γίνονταν οι αίθουσες του ενοριακού κέντρου – σε ένα πολύ κατωφερικό οικόπεδο. Πέρα από το θηριώδες μέγεθός της, η ίδια η κατασκευή ήταν πολύ κακή: κακοχυμένο σκυρόδεμα, με τα σίδερα να εμφανίζονται εδώ κι εκεί, και με προσπάθεια ν’ αντιγραφούν με χυτό τσιμέντο όλες οι μορφολογικές λεπτομέρειες που εμφανίζονται σε παλαιότερους ναούς. ακόμη και τα παλαιοχριστιανικά σύμβολα του Καλού Ποιμένα και του Σταυρού με το μονόγραμμα του Χριστού, ήσαν ενσωματωμένα στα τσιμεντένια (κακο)χυμένα κιονόκρανα. (Όλες αυτές βέβαια οι κακοτεχνίες θα σκεπάζονταν εξωτερικά με παχύ σοβά και, ίσως, με επένδυση από τούβλα και πέτρες, για να φανεί πως στην Ελλάδα σεβόμαστε απόλυτα την παράδοση και κτίζουμε «βυζαντινές» εκκλησίες.) Περιττό να πω ότι μετά από παραμονή μιας ώρας στον μισοτελειωμένο ναό, αρνήθηκα και πάλι και «έφυγα δρομαίως». Ωστόσο, η κατασκευή και η μορφή του ναού, που μόλις προανέφερα ως παράδειγμα, έχει επαναληφθεί εκατοντάδες φορές στον τόπο μας, κάνοντας πραγματικότητα τις υποδείξεις του γραφείου Ναοδομίας της Εκκλησίας της Ελλάδος περί «ανεγέρσεως Βυζαντινών ναών».

Σκέφτομαι: έχουν αυτές οι κατασκευές, που ονομάζουμε «Βυζαντινούς ναούς» καμιά σχέση με την αυθεντική ναοδομία όλων των περιόδων της λεγόμενης βυζαντινής εποχής; Και γιατί τάχα δεν μιλάμε και για την Πρωτοχριστιανική, Πρωτοβυζαντινή, ή και Μεταβυζαντινή ναοδομία, όπου επικρατεί ο τύπος της Βασιλικής; Θεωρούμε άραγε πως η Βασιλική δεν είναι αρκούντως ορθόδοξη, επειδή ο τύπος της επικράτησε κυρίως στους ναούς της Δύσεως μετά το σχίσμα; Και σε ποια χρονική περίοδο της Βυζαντινής ναοδομίας αναφερόμαστε όταν φτιάχνουμε «βυζαντινούς» ναούς; Είναι τόσο μεγάλη η μορφολογική και τυπολογική ποικιλία της ναοδομίας στην περίοδο που τυπικά αποκαλούμε «Βυζαντινή» (από τον 6ο έως τον 15ο αιώνα), ώστε να αναρωτιέται κανείς ποια είναι τα πρότυπα των σημερινών «βυζαντινών» ναών στην Ελλάδα. Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να ονομάσει την σημερινή ναοδομία στην Ελλάδα «φαντασιακή ή εικονική πραγματικότητα»: απεικονίζει μια φανταστική κατάσταση, βαπτίζοντας την Βυζαντινή. Η σημερινή «βυζαντινή» ναοδομία στην Ελλάδα δεν έχει την παραμικρή σχέση ως μορφή και ουσία, με την αυθεντική βυζαντινή ναοδομία, όπου και αν πραγματώθηκε εκείνη.

Ζούμε σέ μια εποχή έντονης μορφοκρατίας, κυρίως στον εκκλησιαστικό χώρο. Η μορφή γίνεται το κυρίαρχο στοιχείο που καταδυναστεύει όλη μας την ζωή. Επαναλαμβάνουμε αδιάκοπα μορφές, που έχουν στήν διάρκεια του χρόνου αδειάσει από την ουσία τους, πράγμα που τίς καθιστά κενούς τύπους. Η μορφοκρατία τονίζει τη μορφή, τη συντήρηση της στον χρόνο, όταν όλες οι συνθήκες που την παρήγαγαν έχουν αλλάξει. Πρόκειται για αρρώστια χειρότερη και από τον μανιερισμό. Ο μανιερισμός τουλάχιστον ζητά να αντιγράψει μορφές του παρελθόντος, προσπαθώντας να χρησιμοποιήσει τις τεχνικές και τα υλικά που τους αρμόζουν.

Κάθε πράγμα ή γεγονός έκφράζεται με μία μορφή: αυτή είναι το πρόσωπο του. Η μορφή του όμως πηγάζει από την ουσία του και φανερώνει το βαθύτερο είναι του. Το πώς δηλαδή θα εκφράζεται κάτι – αντικείμενο ή κτίσμα – εξαρτάται από εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν την ουσία του, την αθέατη πίσω από την μορφή που προβάλλεται: από τις ιδέες, την κοινωνία, την τεχνική, τα υλικά και τη θεολογία (όταν πρόκειται για τη ναοδομία). Αν κάποια δεδομένα αλλάξουν στον ρου της ιστορίας, αναγκαία οι μορφές που θα παραχθούν πρέπει να είναι διαφορετικές από τις προηγούμενες. Αν επαναλάβουμε τις μορφές που δημιουργήθηκαν – και μάλιστα όσες είναι καταστάλαγμα μεγάλων πολιτισμικών επιτευγμάτων – μέσα σε εντελώς διαφορετικές πολιτιστικές συνθήκες, δηλαδή με διαφορετικής υφής ουσιώδη στοιχεία, το αποτέλεσμα θα είναι πομπώδες και αστραφτερό, αλλά ψεύτικο, κενό περιεχομένου, κέλυφος δίχως καμιά ουσία.

Σήμερα επικρατεί μια απολύτως διαφορετική αντίληψη στον χώρο της ναοδομίας. Η σημερινή ενορία, η Εκκλησία, ο μηχανικός, ο λαός (που εκφράζει την επιθυμία του, όπως φυσικά την έχει καλλιεργήσει η εκκλησία) ξεκινά ανάποδα: από την μορφή. Θέλουμε οπωσδήποτε μια «βυζαντινή» εκκλησία, ό,τι και αν σημαίνει αυτό, με τεχνολογία, υλικά, αρχές και εν πολλοίς θεολογική σκέψη τελείως διαφορετικά από αυτά της Βυζαντινής περιόδου. Προηγείται η μορφή ως θεμελιώδης κανόνας (και αυτή βέβαια αντλημένη από κάποιο φανταστικό επίπεδο) και ακολουθεί η «ουσία» (υλικά, τεχνολογία). Αν σε όλα αυτά προστεθεί και η γνωστή ελληνική κατάσταση στο χώρο των κατασκευών (κακοτεχνίες, ανυπαρξία τεχνολογίας, ανυπαρξία ειδικευμένων τεχνιτών, κλπ), τότε αρχίζει κανείς ν’ αναρωτιέται πόσο «Βυζαντινές» είναι οι εκκλησίες που κτίζουμε σ’ αυτόν τον τόπο. Τα ίδια βέβαια συμβαίνουν και στις άλλες τέχνες που συνδέονται με την ναοδομία (εικονογραφία, κατασκευή λειτουργικών σκευών, εκκλησιαστικών επίπλων, κλπ), για τις οποίες υπάρχουν άλλοι αρμοδιότεροι εμού1 .

Το δυστύχημα είναι ότι ελάχιστοι αντιλαμβάνονται ότι ζούμε μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα «εικονικής πραγματικότητας». Η ζωή της εκκλησίας συνεχίζεται «κανονικά». τα μυστήρια της εκκλησίας τελούνται σε ανθρώπους ακατήχητους, προσφέρονται σε ανθρώπους «για το καλό» - «τι να μείνει το παιδί αβάπτιστο;», σε ανθρώπους που προσέρχονται Μεγάλη Πέμπτη πρωί πατείς-με-πατώ-σε για να κοινωνήσουν, επειδή έτσι συνηθίζεται. Και η εκκλησία επιχαίρει επειδή χιλιάδες άνθρωποι κατακλύζουν τους ναούς Χριστούγεννα και Πάσχα για να ακούσουν τις όμορφες μελωδίες και να φύγουν αλειτούργητοι.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας (στη θε­ολογία της) έχει αναπτυχθεί ένας ισχυρός λειτουργικός συμβολισμός που ισοδυναμεί με εικονική πραγματικότητα. τα πάντα συμβολίζουν κάτι. Είναι ένας συμβολισμός που γεννήθηκε και εξακολουθεί να επικρατεί σε κάποια ρεύματα της προτεσταντικής θεολογίας. Εκεί το μυστήριο της Ευχαριστίας δεν αποτελεί πραγματική μεταβολή των δώρων σε σώμα και αίμα αλλά απλά συμβολίζει την θυσία του Χριστού. Τα πάντα ανάγονται σε συμβολισμό, όλα συμβολίζουν κάτι υπό την έννοια πως δεν αποτελούν μια πραγματική κατάσταση. Αποτελούν ουσιαστικά μια εικονική πραγματικότητα. Σύμφωνα με αυτή την συμβολιστική πρακτική, τα λόγια του Χριστού προς τον πλούσιο νεανία «ὓπα­γε πώλησον τά ὑπάρχοντά σου καί δός πτωχοῖς» διαθέτουν μια συμβολική αξία, δεν απαιτούν μια άμε­ση ρήξη, ούτε είναι αίτημα συγκεκριμένης πράξης. Το ίδιο συμβαίνει και με τόσες άλλες πράξεις του Χριστού στο Ευαγγέλιο. Αυτή είναι και η στάση πολλών ιερο«μονάχων» στον κόσμο: όταν ερωτη­θούν γιατί βρίσκονται «εκτός μάνδρας», αφού μά­λιστα είναι και οι πρώτοι της μάνδρας (αρχιμανδρίται), και έδωσαν τόσο φρικτούς όρκους, σου α­παντούν ότι όλα αυτά είναι συμβολικά, και «ου ο τό­πος αλλά ο τρόπος». Όμως ο σχολιαστής του βι­βλίου της Κλίμακας είναι σαφέστατος όταν λέει, «Πρός τούς ἀβασανίστως λέγοντας τό "οὒχ ὁ τόπος, ἀλλ’ ὁ τρόπος", λέγει ὁ Πατήρ, πώς καί ὁ τόπος δίδωσι τῷ τρόπῳ τό κάλλος. Ὣστε οὒχ ὁ τρόπος μό­νον, ὡς τινές ἁπλῶς λέγουσιν, ἀλλά καί ὁ τόπος ὡς ἐπί τό πλεῖστον τά μέγιστα εἰς ἀρετῆς ἐργασίαν συμβάλλεται»2.

Νομίζω πως αυτή η αίσθηση εικονικής πραγματικότητας αναπτύχθηκε από την ψευδαίσθηση που ανέπτυξε η εκκλησία ότι ταυτίζεται με όλον τον ελληνικό λαό, λόγω του γεγονότος ότι μέσα από την κρατική ή κοινωνική πίεση υπερισχύει ο νηπιοβαπτισμός, δίνοντας έτσι τεράστια ποσοστά συμμετοχής στην εκκλησία. Όταν η Εκκλησία διακηρύσσει ότι δύναμη της είναι ο λαός του Θεού, ταυτίζοντας αυτόν τον λαό κατά σοφιστικό τρόπο με όλο τον ελληνικό λαό, γνωρίζοντας ότι αυτό αποτελεί ψεύδος, το κάνει για να διατηρήσει την προνομιακή σχέση της με την πολιτεία. Το τι γινόταν στο παρελθόν, εκατό ή διακόσια χρόνια πριν, δεν έχει καμιά σχέση με το τι γίνεται σήμερα. Δεν μπορεί η εκκλησία να επικαλείται συνεχώς αυτό το παρελθόν. ζει πλέον σε μία μετα-Κωνσταντίνεια εποχή, έχοντας ουσιαστικά χάσει την υποστήριξη της εγκόσμιας εξουσίας. Αν η Ελλαδική Εκκλησία δεν αντιληφθεί ότι ουσιαστικά αποτελεί ένα πολύ μικρό ποσοστό του ελληνικού λαού, δεν θα παύσει να απαιτεί την αυθεντία επί όλου του λαού. Ο καιρός του μαρτυρίου «ήγγικεν». και μαρτύριο δεν είναι μόνο αυτό του αίματος αλλά και της συνειδήσεως. Χάνοντας τις ψευδαισθήσεις πρέπει να επικεντρωθεί στο ουσιώδες: τη λειτουργική ζωή και την κατήχηση του λαού του Θεού. Να στραφεί προς τα έσω ενισχύοντας το σώμα της. «Πᾶσαν τὴν μέ­ριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ' αὐτόν, ὅτι αὐτῷ μέλει περὶ ὑμῶν… ἀντίστητε στερεοὶ τῇ πίστει, εἰδότες τὰ αὐτὰ τῶν παθημάτων τῇ ἐν κόσμῳ ὑμῶν ἀδελφότητι ἐπιτελεῖσθαι. Ὁ δὲ Θεὸς πάσης χάριτος, ὁ καλέσας ὑμᾶς εἰς τὴν αἰώνιον αὐτοῦ δόξαν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ὀλίγον παθόντας, αὐτὸς καταρτίσει ὑμᾶς, στηρίξει, σθενώσει, θεμελιώ­σει·» (Α΄ Πέτρ. 5, 6-7).

 

1 Βλ. το θαυμάσιο κείμενο του Σταύρου Ζουμπουλάκη, «Για την εκκλησιαστική ζωγραφική και τον Χρήστο Παπανικολάου», Νέα Εστία 1754 (2003), σελ. 486-491.

2 Περιοδικό Επίγνωση 81 (2002), σελ.8.