Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Γιατί οι Χριστιανοί τιμούν τους νεκρούς ;

Ο ηγούμενος Odilo του φημισμένου γαλλικού Αββαείου του Cluny εισήγαγε τη γιορτή «Όλων των Ψυχών» το 998 για τα μέλη του δικού του θρησκευτικού τάγματος. Αργότερα, η γιορτή Όλων των Ψυχών (Ψυχοσάββατο) υιοθετήθηκε από τη Ρώμη για ολόκληρη την Εκκλησία. Είναι αφιερωμένη στη μνήμη όλων των πιστών που αναχώρησαν από αυτόν τον κόσμο. Όλες οι Ψυχές είναι η οικογένειά μας και οι συγγενείς μας, οι γείτονες και οι φίλοι μας, οι πρόγονοί μας, εκείνο το «σύννεφο των μαρτύρων» που αποδέχτηκαν το Θεό και την αγάπη Του στις ζωές τους, και αυτό το μοιράστηκαν με άλλους όσο ήσαν εν ζωή, και συνεχίζουν να το κάνουν και τώρα, μπροστά στο θρόνο του Αρνίου στον ουρανό.

Για αυτό το λόγο, αυτοί είναι πραγματικά ευλογημένοι, και μας δίνουν μία αφορμή να ελπίζουμε, να πιστεύουμε, να αγωνιζόμαστε και να ζούμε. Η γιορτή Όλων των Ψυχών είναι μια πηγή παρηγοριάς για τον καθένα μας. Η παρήγορη διδασκαλία της Κοινωνίας με τους Αγίους μάς επιτρέπει να αισθανόμαστε ακόμη πιο κοντά σε εκείνους που έχουν πεθάνει και οι οποίοι μας δίνουν περισσότερη ελπίδα στις στιγμές της απελπισίας και της θλίψης. Οι άγιες ψυχές βλέπουν πιο καθαρά ό,τι εμείς διαισθανόμαστε από μακριά. Βρίσκονται ήδη στον προθάλαμο της αιώνιας ζωής, στα χέρια της αγάπης του Ιησού, αλλά δεν είναι ακόμα μέσα στην αγκαλιά Του. Το κεντρί του θανάτου έχει καταργηθεί, αλλά ψυχές των τεθνεώτων εξακολουθούν να ανιχνεύουν τον πόνο της αγάπης που μπορεί να θεραπεύσει μόνο η πλήρης ένωση με τον Ιησού. Η διαδικασία της επούλωσης επιτυγχάνεται με την ίδια αγάπη που κάνει τον χωρισμό, στιγμιαία, πολύ επώδυνο. Οι προσευχές μας, για τους πιστούς που αναχώρησαν, αυξάνουν την πίστη και την αγάπη μέσα μας και μας έλκουν να κοιτάξουμε προς τον Υιό με όλο και μεγαλύτερη λαχτάρα.

Σε ένα πολύ συγκινητικό, προσωπικό προβληματισμό σχετικά με επικείμενο θάνατό του πριν από 20 χρόνια αυτό το μήνα, το 1996, ο αείμνηστος Καρδινάλιος Joseph Bernardin του Σικάγου έγραψε το βιβλίο «Το δώρο της Ειρήνης» αρκετές εβδομάδες πριν αναχωρήσει προς το Θεό. Στο τέλος της προσωπικής διαθήκης του έγραψε:

«Πολλοί άνθρωποι μου ζήτησαν να τους μιλήσω για τον ουρανό και τη μετά θάνατον ζωή. Μερικές φορές χαμογελώ στο αίτημα αυτό, γιατί δεν ξέρω κάτι περισσότερο απ’ ό, τι ξέρουν οι ίδιοι. Ωστόσο, όταν ένας νεαρός άνδρας ρώτησε αν προσμένω με χαρά για να ενωθώ με τον Θεό και όλους εκείνους που έχουν φύγει πριν από μένα, έκανα μια σύνδεση με κάτι που είπα νωρίτερα σε αυτό το βιβλίο.

Την πρώτη φορά που ταξίδεψα με τη μητέρα και την αδελφή μου στην πατρίδα των γονιών μου στο Tonadico di Primiero, στη βόρεια Ιταλία, ένιωσα σαν να είχα πάει εκεί πριν. Μετά από χρόνια που είχα κοιτάξει το άλμπουμ φωτογραφιών της μητέρας μου, αναγνώρισα τότε στο ταξίδι τα βουνά, τη γη, τα σπίτια, τους ανθρώπους. Από τη στιγμή που μπήκαμε στην κοιλάδα, είπα, «Θεέ μου, το ξέρω αυτό το μέρος. Είμαι στο σπίτι μου. Νομίζω ότι όταν θα περάσουμε από αυτή τη ζωή στην αιώνια θα είναι κάπως έτσι παρόμοια. Θα είμαι στο σπίτι μου».

Ας διανύσουμε το επίγειο προσκύνημά μας γεμίζοντας τα μυαλά μας με τις σκέψεις του ουρανού, έτσι ώστε όταν στο τέλος θα περάσουμε στην αιώνια ζωή, οι εικόνες που θα δούμε να μην είναι ξένες, τρομακτικές ή παράξενες. Ας προσευχηθούμε ώστε, επίσης, να είμαστε σε θέση να πούμε: «Θεέ μου, ξέρω αυτό το μέρος. Είμαι στο σπίτι μου».