Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Τι ψάχνουμε εμείς;

Πάπας Φραγκίσκος

«Πού είναι ο νεογέννητος βασιλιάς των Ιουδαίων; Είδαμε ν’ ανατέλλει το άστρο του και ήρθαμε να τον προσκυνήσουμε» (Ματθ. 2, 2).

Μ’ αυτά τα λόγια οι μάγοι, από τις μακρινές χώρες που ήρθαν, μας μαθαίνουν το κίνητρο της μακράς διαδρομής τους: να προσκυνήσουν τον νεογέννητο βασιλιά. Να δουν και να προσκυνήσουν: δύο πράξεις που προεξάρχουν στην ευαγγελική διήγηση: είδαμε ένα αστέρι και θέλουμε να προσκυνήσουμε.

Αυτοί οι άνθρωποι είδαν ένα αστέρι που τους έκανε να μετακινηθούν. Η ανακάλυψη κάποιου ασυνήθιστου πράγματος που συνέβη στον ουρανό έκανε να ξεσπάσει μια ανυπολόγιστη σειρά γεγονότων. Δεν επρόκειτο για ένα αστέρι που έλαμψε αποκλειστικά γι’ αυτούς, κι εκείνοι πάλι δεν είχαν ένα ειδικό DNA για να το ανακαλύψουν. Όπως ωραία το επισήμανε ένας Πατέρας της Εκκλησίας, οι μάγοι δεν ξεκίνησαν επειδή είδαν το αστέρι, αλλά είδαν το αστέρι επειδή ξεκίνησαν (βλ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος). Είχαν την καρδιά ανοιχτή στον ορίζοντα και μπόρεσαν να δουν αυτό που έδειχνε ο ουρανός επειδή υπήρχε μέσα τους μια επιθυμία που τους ωθούσε. Ήταν ανοιχτοί σε κάτι καινούργιο.

Οι μάγοι, με τον τρόπο αυτόν, εκφράζουν το πορτραίτο του πιστού ανθρώπου, του ανθρώπου που έχει τη νοσταλγία του Θεού. Εκείνου που νιώθει την έλλειψη του πραγματικού σπιτιού του, της ουράνιας πατρίδας. Κατοπτρίζουν την εικόνα όλων των ανθρώπων που, στη ζωή τους, δεν έχουν αφήσει να τους αναισθητοποιήσουν την καρδιά.

Η αγία νοσταλγία του Θεού ξεπηδά μέσα στην πιστή καρδιά επειδή αυτή η καρδιά ξέρει ότι το Ευαγγέλιο είναι ένα γεγονός όχι του παρελθόντος αλλά του παρόντος. Η αγία νοσταλγία του Θεού μάς επιτρέπει να κρατάμε τα μάτια ανοιχτά μπροστά σε κάθε απόπειρα να υποβαθμισθεί και να φτωχύνει η ζωή. Η αγία νοσταλγία του Θεού είναι η πιστή μνήμη, που επαναστατεί μπροστά σε τόσους προφήτες δυστυχίας. Αυτή η νοσταλγία είναι που κρατάει ζωντανή τηνελπίδα της πιστής κοινότητας, η οποία, από εβδομάδα σε εβδομάδα, παρακαλεί λέγοντας: «Ελθέ, Κύριε Ιησού!».

Αυτή ακριβώς η νοσταλγία ήταν εκείνη που έσπρωχνε τον γέροντα Συμεών να πηγαίνει καθημερινά στον ναό, γνωρίζοντας με βεβαιότητα ότι η ζωή του δεν θα τελείωνε χωρίς να μπορέσει να κρατήσει στην αγκαλιά του τον Σωτήρα. Αυτή η νοσταλγία ήταν που έσπρωξε τον άσωτο υιό να βγει από μια καταστροφική στάση ζωής και να γυρέψει την αγκαλιά του πατέρα του. Αυτή τη νοσταλγία αισθάνθηκε στην καρδιά του ο ποιμένας όταν άφησε τα 99 για ν’ αναζητήσει το χαμένο πρόβατο. Κι αυτό είναι που βίωσε η Μαρία η Μαγδαληνή το πρωί της Κυριακής για να πάει τρέχοντας στο μνημείο και να συναντήσει τον αναστημένο Κύριό της. Η νοσταλγία του Θεού μας τραβά έξω από τις λανθασμένες παραιτήσεις μας, εκείνες που μας οδηγούν να σκεφτόμαστε ότι τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει. Η νοσταλγία του Θεού είναι η στάση ζωής που συντρίβει τους ανιαρούς κονφορμισμούς μας και μας ωθεί να στρατευθούμε γι’ αυτή την αλλαγή την οποία λαχταρούμε και που την έχουμε ανάγκη. Η νοσταλγία του Θεού έχει τις ρίζες στο παρελθόν, αλλά δεν σταματά εκεί. Προχωρεί στην αναζήτηση του μέλλοντος. Ο "νοσταλγικός" πιστός, σπρωγμένος από την πίστη του, πηγαίνει σε αναζήτηση του Θεού, όπως οι μάγοι, στους τόπους τους πιο κρυμμένους της ιστορίας, επειδή γνωρίζει στο βάθος της καρδιάς του ότι ο Κύριος τον περιμένει εκεί. Πηγαίνει στην περιφέρεια, στα σύνορα, στους μη ευαγγελισμένους τόπους, για να μπορέσει να συναντήσει τον Κύριό του. Και αυτό δεν το κάνει καθόλου με στάση ανωτερότητας, το κάνει σαν ένας ζητιάνος που δεν μπορεί να αγνοήσει τα μάτια εκείνου για τον οποίον η Καλή Αγγελία είναι ακόμα ένα πεδίο προς εξερεύνηση.

Ως αντίθετη στάση ζωής, στο ανάκτορο του Ηρώδη (που βρισκόταν πολύ λίγα χιλιόμετρα μακριά από τη Βηθλεέμ), δεν πήραν είδηση τι συνέβαινε. Ενώ οι μάγοι βάδιζαν, η Ιερουσαλήμ κοιμόταν. Κοιμόταν σε συνενοχή με έναν Ηρώδη που, αντί να βρίσκεται σε αναζήτηση, κοιμόταν του καλού καιρού. Κοιμόταν αναισθητοποιημένος από μια καυτηριασμένη συνείδηση. Και συγχρόνως παρέμεινε ταραγμένος. Φοβήθηκε.

Πρόκειται για την ταραχή εκείνου που, μπροστά στην καινοτομία που αναστατώνει την ιστορία, κλείνεται στον εαυτό του, στα δικά του συμπεράσματα, στις δικές του γνώσεις, στις δικές του επιτυχίες. Πρόκειται για την ταραχή εκείνου που καλοκάθεται πάνω στα πλούτη του χωρίς να κατορθώνει να δει πιο πέρα. Μια ταραχή που γεννιέται στην καρδιά εκείνου που θέλει να ελέγχει τα πάντα και όλο τον κόσμο. Είναι η ταραχή εκείνου που είναι βυθισμένος στην επιδίωξη της νίκης με κάθε τίμημα. Σ’ εκείνη την αντίληψη όπου δεν υπάρχει θέση παρά μόνο για τους "νικητές" πάση θυσία. Μια ταραχή που γεννιέται από τον φόβο κι από τον τρόμο μπροστά σε ό,τι μας θέτει ερωτήματα και θέτει σε κίνδυνο τις βεβαιότητές μας και τις αλήθειες μας, τους τρόπους μας να είμαστε προσκολλημένοι στον κόσμο και στη ζωή. Έτσι λοιπόν ο Ηρώδης φοβήθηκε, κι αυτός ο φόβος τον οδήγησε να γυρέψει ασφάλεια στο έγκλημα: «Σκοτώνεις αυτά τα αδύνατα σώματα επειδή ο φόβος σκοτώνει την καρδιά σου» (άγιος Θεοβάλδος, Ομιλία 2 πάνω στο Σύμβολο: PL 40, 655). Σκοτώνεις τα σώματα των παιδιών, επειδή ο φόβος σκοτώνει την καρδιά σου.

Θέλουμε να προσκυνήσουμε. Αυτοί οι άνθρωποι ήρθαν από την Ανατολή για να προσκυνήσουν, και ήρθαν να το κάνουν στον τόπο που αρμόζει σ’ ένα βασιλιά: στο Ανάκτορο. Κι αυτό είναι σημαντικό: έφτασαν εκεί χάρη στην αναζήτησή τους, και ήταν ο αρμόζων τόπος, αφού σ’ ένα βασιλιά ταιριάζει να γεννηθεί σ’ ένα ανάκτορο και να έχει την αυλή του και τους υπηκόους του. Είναι το σημείο της εξουσίας, της επιτυχίας, μιας ζωής επιτυχημένης. Και μπορεί κανείς να περιμένει ο βασιλιάς να περιβάλλεται από τιμές, φόβο και κολακείες, ναι,... αλλά όχι απαραίτητα από αγάπη. Αυτοί είναι οι κοσμικοί κανόνες, τα μικρά είδωλα στα οποία προσφέρουμε λατρεία: τη λατρεία της εξουσίας, της εμφάνισης και της ανωτερότητας. Είδωλα που υπόσχονται μόνο θλίψη, δουλεία, φόβο.

Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο άρχισε ο πιο μακρύς δρόμος που έπρεπε να κάνουν αυτοί οι άνθρωποι που είχαν έρθει από μακριά. Εκεί, άρχισε η πιο δύσκολη τόλμη και η πιο περίπλοκη. Ν’ ανακαλύψουν πως αυτό που ζητούσαν δεν βρισκόταν μέσα στο ανάκτορο, αλλά βρισκόταν σ’ έναν άλλο τόπο, όχι μόνο γεωγραφικά αλλά υπαρξιακά άλλον. Εκεί (στην Ιερουσαλήμ και στα ανάκτορα), δεν έβλεπαν το άστρο που τους οδηγούσε ν’ ανακαλύψουν τον Θεό που θέλει να τον αγαπούν, γιατί αυτό είναι δυνατόν μόνο κάτω από το σημείο της ελευθερίας και όχι της τυραννίας. Ν’ ανακαλύψουν ότι το βλέμμα αυτού του άγνωστου -αλλά επιθυμητού- Βασιλιά δεν ταπεινώνει, δεν υποδουλώνει, δεν φυλακίζει. Ν’ ανακαλύψουν ότι το βλέμμα του Θεού ανορθώνει, συγχωρεί, θεραπεύει. Ν’ ανακαλύψουν ότι ο Θεός θέλησε να γεννηθεί εκεί όπου δεν το περιμέναμε, εκεί όπου ίσως δεν το θέλαμε. Ή ακόμα εκεί όπου τόσες φορές τον αρνιόμαστε. Ν’ ανακαλύψουν ότι στο βλέμμα του Θεού υπάρχει θέση για τους πληγωμένους, τους κουρασμένους, τους αδικημένους, τους εγκαταλειμμένους: ότι η δύναμή του και η εξουσία του ονομάζονται ευσπλαχνία. Πόσο είναι μακριά, για μερικούς, η Ιερουσαλήμ από τη Βηθλεέμ!

Ο Ηρώδης δεν μπορεί να προσκυνήσει επειδή δεν θέλησε ν’ αλλάξει το βλέμμα του. Δεν θέλησε να πάψει να λατρεύει τον εαυτό του, πιστεύοντας ότι τα πάντα άρχιζαν και τέλειωναν μαζί του. Δεν μπόρεσε να προσκυνήσει επειδή ο σκοπός του ήταν να τον λατρεύουν αυτόν. Ούτε οι ιερείς μπόρεσαν να προσκυνήσουν παρ’ ότι γνώριζαν πολλά πράγματα και βεβαίως γνώριζαν τους προφήτες, όμως δεν ήταν διατεθημένοι, ούτε ν’ αρχίσουν την πορεία, ούτε ν’ αλλάξουν.

Οι μάγοι ένιωσαν τη νοσταλγία, δεν ήθελαν πια τα συνηθισμένα πράγματα. Ήταν συνηθισμένοι, εξοικειωμένοι με τους Ηρώδες της εποχής τους και ήταν κουρασμένοι από αυτούς. Αλλά εκεί, στη Βηθλεέμ, υπήρχε μια υπόσχεση καινοτομίας, μια υπόσχεση χάριτος. Εκεί συνέβαινε κάτι καινούργιο: οι μάγοι μπόρεσαν να προσκυνήσουν επειδή είχαν το θάρρος να βαδίσουν και, προσκυνώντας μπροστά στο μικρό, προσκυνώντας μπροστά στο φτωχό, προσκυνώντας μπροστά στο ανοχύρωτο, προσκυνώντας μπροστά στο Παιδίον της Βηθλεέμ το παράδοξο και άγνωστο, ΤΟΤΕ ανακάλυψαν τη Δόξα του Θεού.