Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Articles

...ειπειν Κύριον Ιησουν....

Category: /

Πρώτη Ομιλία της  Σαρακοστής 2017  

από τον π. Cantalamessa

 

    Το Άγιο Πνεύμα μας οδηγεί στο Μυστήριο της Κυριότητας του Χριστού

  1. ‘‘Εκείνος μαρτυρήσει περί εμού’’

Κάτι μου έκανε εντύπωση καθώς διάβαζα φέτος την εναρκτήρια προσευχή της Λειτουργίας της Πρώτης Κυριακής της Σαρακοστής. Δεν παρακαλούμε να μας δώσει ο Θεός Πατέρας τη δύναμη να εκπληρώσουμε ένα από τα συνηθισμένα έργα της Σαρακοστής : νηστεία, προσευχή, έργα αγάπης. Ζητούμε περισσότερο να ‘‘αυξηθούμε στη γνώση του μυστηρίου του Χριστού’’. Πιστεύω ότι αυτό είναι πράγματι το πιο σημαντικό και το πιο αποδεκτό έργο στα μάτια του Θεού, και σ’ αυτό τον σκοπό θα ήθελα να συμβάλουν οι σαρακοστιανοί στοχασμοί μου.

Ακολουθώντας τον συλλογισμό που άρχισε στις παραμονές του Αγίου Πνεύματος και που θα διαπερνούσε την όλη ζωή και διδασκαλία της Εκκλησίας (‘‘Θεολογία του Τρίτου Άρθρου’’!), στους στοχασμούς αυτής της Σαρακοστής έχω την πρόθεση να μετακινηθούμε από το τρίτο στο δεύτερο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως. Με άλλα λόγια θα προσπαθήσουμε να υπογραμμίσουμε τον τρόπο με τον οποίον το Άγιο Πνεύμα ‘‘μας οδηγεί εις πάσαν την αλήθειαν’’ σχετικά με τον Χριστό και το πασχάλιο μυστήριό του, δηλαδή σχετικά με την ύπαρξη και το έργο του Σωτήρα. Αναφορικά προς το έργο του Χριστού θα προσπαθήσουμε, παραμένοντας στη λειτουργική περίοδο της Σαρακοστής, να εμβαθύνουμε στο ρόλο που έχει το Άγιο Πνεύμα στον θάνατο και στην ανάσταση του Χριστού και στον δικό μας προσωπικό θάνατο και την ανάσταση.

 

Το δεύτερο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως, στην πλήρη του διατύπωση, έχει ως εξής :

Πιστεύω εις έναν Κύριον Ιησούν Χριστόν,

Τον Υιόν του Θεού τον Μονογενή,

Τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων.

Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού,

Γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί,

Δι’ ού τα πάντα εγένετο.

 

Αυτό το κεντρικό άρθρο του ‘‘Πιστεύω…’’ κατοπτρίζει δύο διαφορετικά στάδια πίστης. Η φράση ‘‘Πιστεύω εις έναν Κύριον Ιησούν Χριστόν’’ εκφράζει την πρώιμη πίστη της Εκκλησίας αμέσως μετά το Πάσχα. ‘Ο,τι ακολουθεί στο άρθρο του ‘‘Πιστεύω’’, ‘‘εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων…’’ κατοπτρίζει ένα κατοπινότερο, ανελιγμένο στάδιο, επακόλουθο της Αριανής διαμάχης και της Συνόδου της Νικαίας το 325. Ας αφιερώσουμε αυτόν εδώ τον στοχασμό στο πρώτο μέρος του άρθρου, ‘‘Πιστεύω εις έναν Κύριον Ιησούν Χριστόν’’, και ας δούμε τι μας λέει η Καινή Διαθήκη για το Πνεύμα ως τον πρωτουργό της αληθινής γνώσης του Χριστού.

Ο απόστολος Παύλος βεβαιώνει ότι ο Ιησούς Χριστός αποδείχτηκε ‘‘Υιός Θεού εν δυνάμει κατά Πνεύμα αγιοσύνης’’ (Ρωμ 1, 4), που σημαίνει, σύμφωνα με το έργο του Αγίου Πνεύματος. Ο Παύλος φτάνει στο σημείο να διακηρύξει ότι ‘‘ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω’’ (1Κορ 12, 3), χάρη στην εσωτερική του αποκάλυψη. Αποδίδει στο Άγιο Πνεύμα ‘‘τη βαθιά γνώση του μυστηρίου του Χριστού’’ που του δόθηκε και που επίσης ‘‘απεκαλύφθη τοις αγίοις αυτού αποστόλοις και προφήταις’’ (Εφ 3, 4-5). Λέει ότι, ‘‘δυνάμει κραταιωθέντες δια του Πνεύματος αυτού’’, οι πιστοί θα είναι ικανοί να καταλάβουν ‘‘ συν πάσι τοις αγίοις τι το πλάτος και μήκος και βάθος και ύψος, γνώναι τε την υπερβάλλουσαν της γνώσεως αγάπην του Χριστού’’ (Εφ 3, 16, 18-19).

Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, ο ίδιος ο Ιησούς προκηρύσσει αυτό το έργο του Παρακλήτου ως προς αυτόν. Το Άγιο Πνεύμα θα πάρει από αυτά που έχει  εκείνος να πει και θα τα αναγγείλει στους μαθητές. Το Πνεύμα θα τους υπενθυμίσει όλα όσα είπε ο Ιησούς. Θα τους οδηγήσει εις πάσαν την αλήθειαν σχετικά με τη σχέση του Ιησού με τον Πατέρα και θα μαρτυρήσει γι’ αυτόν (βλ. Ιω 16, 7-15).Από αυτό το σημείο και πέρα, το ακριβές κριτήριο για την αναγνώριση αν κάτι είναι από το Πνεύμα του Θεού ή από κάποιο άλλο πνεύμα θα είναι αν κάποιος ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα (βλ. 1 Ιω 4, 2-3).

Μερικοί πιστεύουν ότι η έμφαση που δίνεται στο Άγιο Πνεύμα θα μπορούσε να επισκιάσει το έργο του Χριστού, περίπου ως εάν  το έργο του Χριστού ήταν ανολοκλήρωτο ή ατελές. Πρόκειται για σαφή παρεξήγηση. Το Πνεύμα ποτέ δεν λέει ‘‘Εγώ’’. Ποτέ δεν μιλάει στο πρώτο πρόσωπο. Πάντα δείχνει προς τον Χριστό. Δεν απαιτεί να εγκαθιδρύσει ένα έργο δικό του, αλλά πάντα αναφέρεται στον Χριστό και οδηγεί τους πιστούς σ’ Αυτόν. Ο Χριστός είναι η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή. Το Πνεύμα είναι εκείνο που μας βοηθάει να τα καταλάβουμε όλα αυτά.

Η έλευση του Αγίου Πνεύματος την Πεντηκοστή καταλήγει σε μια ξαφνική φωταγώγηση του όλου έργου και του προσώπου του Χριστού. Ο Πέτρος τελειώνει την ομιλία του τη μέρα της Πεντηκοστής με μια επίσημη διακήρυξη, που σήμερα θα μπορούσε να ονομαστεί ‘‘urbi et orbi’’ : ‘‘Ασφαλώς ουν γινωσκέτω πας οίκος Ισραήλ ότι και Κύριον και Χριστόν αυτόν ο Θεός εποίησε, τούτον τον Ιησούν ον υμείς εσταυρώσατε’’ (Πρ 2, 36). Από αυτή τη μέρα κι έπειτα, η πρώτη κοινότητα άρχισε να βλέπει τη ζωή του Ιησού, τον θάνατο και την ανάστασή του με διαφορετικό τρόπο. Καθετί έμοιαζε καθαρό τώρα, κάπως σαν ένα πέπλο να τραβήχτηκε μπρός από τα μάτια τους (βλ. 2 Κορ 3, 16). Μολονότι είχαν ζήσει πλάι του, χωρίς το Πνεύμα δεν ήταν σε θέση να διεισδύσουν στα βάθη του μυστηρίου του.

Σήμερα συμβαίνει μια προσέγγιση μεταξύ ορθόδοξης και καθολικής Θεολογίας σ’ αυτό το θέμα της σχέσης μεταξύ του Χριστού και του Πνεύματος. Σε μια διάλεξη στη Μπολόνια το 1980, ο θεολόγος Ιωάννης Ζηζιούλας εξέφρασε επιφυλάξεις, από τη μια, σχετικά με την εκκλησιολογία της Β΄Βατικανής  επειδή, κατά τη γνώμη του, ‘‘το Άγιο Πνεύμα πέρασε μέσα στην εκκλησιολογία αφού το οικοδόμημα της Εκκλησίας ολοκληρώθηκε πάνω σε μια πλήρως Χριστολογική βάση’’. Από την άλλη, αναγνώρισε  πως η ορθόδοξη Θεολογία χρειαζόταν επίσης να ξανασκεφτεί τη σχέση χριστολογίας και πνευματολογίας, ώστε να αποφευχθεί η οικοδόμηση μιας εκκλησιολογίας βασισμένης μόνο στην πνευματολογία.[1] Με άλλα λόγια εμείς οι Λατίνοι είναι ανάγκη να εμβαθύνουμε στην κατανόηση του ρόλου του Αγίου Πνεύματος στη ζωή της Εκκλησίας (πράγμα που έγινε μετά τη Β΄Βατικανή Σύνοδο) ενώ οι Ορθόδοξοι αδελφοί είναι ανάγκη να εμβαθύνουν στην κατανόηση του ρόλου του Χριστού και, κατά συνέπεια, της παρουσίας της Εκκλησίας στην Ιστορία.

 

 2. Αντικειμενική και Υποκειμενική Γνώση του Χριστού

Ας στραφούμε, λοιπόν, στον ρόλο του Αγίου Πνεύματος σε ότι αφορά τη γνώση του Χριστού. Στην Καινή Διαθήκη, υπογραμμίστηκαν ήδη δύο είδη γνώσης του Χριστού, ή δύο περιοχές στις οποίες εργάζεται το Πνεύμα. Υπάρχει μια αντικειμενική γνώση του Χριστού – της ύπαρξής του, του μυστηρίου του και του προσώπου του – και υπάρχει μια γνώση πιο υποκειμενική, πρακτική και εσωτερική που στοχεύει στη γνώση του τι ‘‘κάνει για μένα’’ ο Ιησούς μάλλον παρά τι ‘‘είναι ο ίδιος καθ’ αυτόν’’.

Στον Παύλο εκείνο που επικρατεί είναι ένα ενδιαφέρον να κατανοηθεί τι έκανε ο Χριστός για μας, τι επιτεύχθηκε από τον Χριστό, και ιδιαίτερα το πασχάλιο μυστήριό του. Αντίθετα στον Ιωάννη εκείνο που επικρατεί είναι ένα ενδιαφέρον να κατανοηθεί ποιος είναι ο Χριστός καθ’ αυτόν : ο αιώνιος Λόγος που ήταν με τον Θεό και σαρξ εγένετο, εκείνος που είπε, ‘‘εγώ και ο Πατήρ εις εσμέν’’ (Ιω 10, 30). Αλλά αυτές οι δύο τάσεις μόνο από μεταγενέστερες εξελίξεις γίνονται προφανείς. Τις σημειώνω σύντομα επειδή αυτές θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε το δώρο που δίνει σήμερα το Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία πάνω στο θέμα αυτό.

Στην εποχή των Πατέρων, το Άγιο Πνεύμα εμφανίζεται πάνω απ’ όλα ως ο εγγυητής της αποστολικής παράδοσης σχετικά με τον Ιησού για την αντιμετώπιση νέων διδασκαλιών που εισήγαγαν οι Γνωστικοί. Ο άγιος Ειρηναίος βεβαιώνει ότι το Πνεύμα είναι το δώρο που εμπιστεύθηκε ο Θεός στην Εκκλησία. Αυτοί που χώρισαν τον εαυτό τους με τη λανθασμένη τους διδασκαλία από την αλήθεια που κηρύττει η Εκκλησία δεν μετέχουν σ’  αυτήν.[2]Ο Τερτυλλιανός ισχυρίζεται ότι οι αποστολικές εκκλησίες δεν μπορεί να έχουν πλανηθεί στο κήρυγμά τους για την αλήθεια. Μια διαφορετική σκέψη θα σήμαινε ότι το Άγιο Πνεύμα, ‘‘ο Οικονόμος του Θεού, ο εκπρόσωπος του Χριστού’’, που στάλθηκε από τον Χριστό και ο Πατέρας τού ανέθεσε να είναι ο διδάσκαλος της αλήθειας, θα είχε ‘‘παραμελήσει το λειτούργημά του’’. [3]

Στη διάρκεια των μεγάλων δογματικών διαμαχών, το Άγιο Πνεύμα θεωρείται ως ο φύλακας της χριστολογικής ορθοδοξίας. Στις Συνόδους, η Εκκλησία έχει τη σταθερή βεβαιότητα ότι εμπνέεται από το Πνεύμα στη διατύπωση της αλήθειας για τις δύο φύσεις του Χριστού, την ενότητα του προσώπου του και την πληρότητα της ανθρώπινης φύσης του. Η έμφαση δίνεται έτσι εμφανώς στην αντικειμενική, δογματική και εκκλησιολογική γνώση του Χριστού.

Αυτή η τάση παραμένει η επικρατούσα στη θεολογία μέχρι τη Μεταρρύθμιση. Με μια διαφορά, εντούτοις. Τα δόγματα, τον καιρό της διατύπωσής τους, ήταν ζωτικά θέματα και το αποτέλεσμα ζωντανής συμμετοχής από ολόκληρη την Εκκλησία, αλλά  από τη στιγμή που επικυρώνονταν και παραδίδονταν είχαν την τάση να χάνουν την οξύτητά τους και γίνονταν τυπικά θέματα. ‘‘Δύο φύσεις σε ένα πρόσωπο’’ έγινε ένας ετοιμοπαράδοτος τύπος μάλλον παρά η κατάληξη μιας μακράς και δύσκολης διαδικασίας. Σε όλο αυτό το διάστημα υπήρχαν ασφαλώς θαυμαστές εμπειρίες ενδόμυχης, προσωπικής γνώσης του Χριστού, γεμάτες σφοδρή αφοσίωση σ’  αυτόν όπως από τον άγιο Βερνάρδο ή τον άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης. Αυτές όμως οι εμπειρίες δεν είχαν πολλή επιρροή στη θεολογία. Τέτοιες εμπειρίες επισημαίνονται ακόμα σήμερα στην ιστορία της πνευματικότητας αλλά όχι στην ιστορία της θεολογίας.

Οι Προτεστάντες μεταρρυθμιστές ανέτρεψαν την κατάσταση και είπαν : ‘‘Να γνωρίσεις τον Χριστό σημαίνει να γνωρίσεις τα ευεργετήματά του και όχι… να στοχάζεσαι σχετικά με τις φύσεις του και τους τρόπους της σάρκωσής του.’’ [4] Ο Χριστός ‘‘για μένα’’ έρχεται στην πρώτη θέση. Μια υποκειμενική, ενδόμυχη γνώση παίρνει θέση σε αντίθεση προς την αντικειμενική, δογματική γνώση. Μια ‘‘εσώτερη μαρτυρία’’ από το Άγιο Πνεύμα για τον Ιησού στην καρδιά κάθε πιστού παίρνει θέση αντίθετα προς την εξωτερική μαρτυρία της Εκκλησίας για τον Ιησού. Όταν αυτή η θεολογική καινοτομία έτεινε και στον επίσημο Προτεσταντισμό να μεταμορφωθεί αργότερα σε μια ‘‘νεκρή ορθοδοξία’’, ορισμένα κινήματα όπως ο Πιετισμός στους Λουθηρανικούς και ο Μεθοδισμός στους Αγγλικανικούς κύκλους περιοδικά διαδόθηκαν ώστε να τη φέρουν πίσω στη ζωή. Η κορύφωση της γνώσης του Χριστού συμπίπτει σ’ αυτά τα κινήματα με τη στιγμή κατά την οποία πιστοί, κινούμενοι από το Άγιο Πνεύμα, ενημερώνονται πως ο Χριστός πέθανε ‘‘γι’ αυτούς’’, για καθέναν απ’ αυτούς ειδικά, και τον αναγνωρίζουν ως τον προσωπικό τους Σωτήρα :

Τότε για πρώτη φορά πίστεψα με την καρδιά μου

Πίστεψα με θεϊκή πίστη,

Πήρα με το Άγιο Πνεύμα δύναμη

Ν’ αποκαλέσω τον Σωτήρα δικό μου.

Ένιωσα το αίμα του Κυρίου μου το εξιλεωτικό

Να ακουμπάει πάνω στην ψυχή μου.[5]

 

Ας κλείσουμε αυτό το σύντομο βλέμμα στην ιστορία σημειώνοντας ένα τρίτο στάδιο στον τρόπο κατανόησης της σχέσης ανάμεσα στο Άγιο Πνεύμα και στη γνώση του Χριστού, εκείνο που χαρακτήρισε τους αιώνες του Διαφωτισμού του οποίου είμαστε οι άμεσοι κληρονόμοι. Μια αντικειμενική, αποσπασμένη γνώση είναι πάλι τώρα του συρμού, χωρίς όμως να ανήκει πια στην οντολογική κατηγορία, όπως στην αρχαία εποχή, αλλά στην ιστορική κατηγορία. Με άλλα λόγια, το ενδιαφέρον είναι να γνωρίσουμε όχι ποιος είναι καθ’ αυτόν ο Ιησούς Χριστός (την προ-ύπαρξή του, τις φύσεις του, το πρόσωπό του) αλλά ποιος ήταν στην ιστορία. Είναι η εποχή  έρευνας γύρω από τον λεγόμενο ‘‘ιστορικόν Ιησού’’ !

Σ’ αυτό το στάδιο το Άγιο Πνεύμα δεν παίζει πια κανένα ρόλο στη γνώση του Χριστού. Είναι εντελώς απόν από αυτήν. Η ‘‘εσώτερη μαρτυρία’’ του Αγίου Πνεύματος τώρα ταυτίζεται με τη λογική και το ανθρώπινο πνεύμα.

Η ‘‘εξωτερική μαρτυρία’’ είναι που μετράει, αλλά αυτή δεν σημαίνει πια την αποστολική μαρτυρία της Εκκλησίας αλλά μόνο τη μαρτυρία της ιστορίας, επιβεβαιωμένη μέσω ποικίλων κριτικών μεθόδων. Η κοινή προϋπόθεση αυτής της προσπάθειας ήταν να βρεθεί ο πραγματικός Ιησούς, έστω κι αν έπρεπε κανείς να κοιτάξει έξω από την Εκκλησία, απαλλάσσοντάς τον ‘‘από τα περιτυλίγματα του εκκλησιαστικού δόγματος’’.[6]

Γνωρίζουμε ποιο υπήρξε το αποτέλεσμα όλης αυτής της έρευνας για τον ιστορικό Ιησού : μια αποτυχία, έστω κι αν αυτό δεν σημαίνει ότι δεν απέδωσε πολλούς θετικούς καρπούς. Ωστόσο, σχετικά με αυτό, εξακολουθεί να παραμένει ένα διφορούμενο στη βάση. Ο Ιησούς Χριστός – και μετά από αυτόν άλλοι όπως ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης – όχι απλώς έζησαν στην ιστορία, αλλά δημιούργησαν ιστορία και τώρα ζουν μέσα στην ιστορία που δημιούργησαν. Η θηριώδης προσπάθεια κάποιων λογοκρατούμενων ιστορικών μοιάζει να είναι να χωρίσουν τον Χριστό από την ιστορία που δημιούργησε με σκοπό να τον παλινορθώσουν σε μια κοινή παγκόσμια ιστορία, λες και θα μπορούσε κανείς να συλλάβει καλύτερα έναν ήχο στην αυθεντικότητά του αποχωρίζοντάς τον από το κύμα που είναι ο φορέας του. Η ιστορία που άρχισε ο Ιησούς, ή το κύμα που εξέπεμψε, είναι η πίστη της Εκκλησίας εμψυχωμένη από το Άγιο Πνεύμα, και μόνο μέσα από αυτή την πίστη μπορεί κανείς να γνωρίσει την πηγή της.

Με όλα αυτά δεν αποκλείεται η νομιμότητα μιας κανονικής ιστορικής έρευνας για τον Χριστό, αλλά αυτή η έρευνα πρέπει να είναι περισσότερο ενήμερη των ορίων της και να αναγνωρίζει ότι αυτό που κάνει δεν εξαντλεί όλα όσα μπορούν να γίνουν γνωστά γι’ αυτόν. Ακριβώς όπως η ευγενέστερη πράξη της λογικής είναι να αναγνωρίσει ότι ‘‘υπάρχει μια απειρία πραγμάτων που βρίσκονται πέραν αυτής’’,[7] το ίδιο η εντιμότερη πράξη  του ιστορικού είναι να αναγνωρίσει ότι υπάρχει κάτι που η ιστορία μόνη της δεν μπορεί να το φτάσει.

3. Η Ύψιστη Γνώση του Χριστού

Ο Henri de Lubac, στο τέλος του κλασσικού του έργου πάνω στην ιστορία της χριστιανικής εξηγητικής, έφτασε σε ένα μάλλον απαισιόδοξο συμπέρασμα. Είπε ότι από εμάς τους σύγχρονους έλειπαν ορισμένες συνθήκες που θα μας έδιναν τη δυνατότητα να αναζωογονήσουμε μια πνευματική ανάγνωση όπως εκείνη των Πατέρων. Αυτό που μας λείπει είναι εκείνη η ενθουσιώδης πίστη, εκείνη η αίσθηση της πληρότητας και ενότητας των Γραφών που είχαν εκείνοι. Η επιθυμία να μιμηθούμε την τόλμη τους διαβάζοντας τη Βίβλο σήμερα θα ήταν σχεδόν σαν να διακινδυνεύαμε μια βεβήλωση επειδή μας λείπει το πνεύμα από το οποίο προέρχονται τέτοιες αναγνώσεις. [8] Παρ’ όλα αυτά, δεν έκλεισε εντελώς την πόρτα στην ελπίδα. Σε ένα άλλο έργο του λέει ότι ‘‘Αν ποθούμε να βρούμε κάτι από εκείνο που ήταν η πνευματική ερμηνεία της Γραφής τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας… είναι ένα πνευματικό κίνημα που πρέπει να αναπαραγάγουμε πάνω από όλα.’’[9]

Εκείνο που σημείωσε ο de Lubac σχετικά με την πνευματική κατανόηση της Γραφής μπορεί να εφαρμοστεί ακόμα περισσότερο στην πνευματική κατανόηση του Χριστού. Δεν φτάνει να γράφουμε καινούργιες και πιο σύγχρονες πνευματολογικές διατριβές. Αν δεν έχουμε τις υποστυλώσεις μιας ζωντανής εμπειρίας του Πνεύματος, ανάλογης προς εκείνη που συνόδευε την πρώτη επεξεργασία της θεολογίας του Πνεύματος τον τέταρτο αιώνα, ότι και να λέγεται θα παραμένει πάντα εξωτερικό ως προς την πραγματική έκβαση. Θα μας λείπουν οι απαραίτητες συνθήκες για να μας ανεβάσουν στο επίπεδο όπου ενεργεί ο Παράκλητος : ο ενθουσιασμός, η τόλμη, και εκείνη η ‘‘νηφάλια μέθη του πνεύματος’’ για την οποία μιλούν όλοι σχεδόν οι μεγάλοι συγγραφείς εκείνου του αιώνα. Δεν μπορούμε να παρουσιάζουμε έναν Χριστό  κεχρισμένον από το Πνεύμα αν εμείς δεν ζούμε, κατά κάποιο τρόπο, σ’ εκείνο το ίδιο χρίσμα(;)

Η μεγάλη καινοτομία την οποία ήλπιζε ο Πατήρ de Lubac τώρα πραγματοποιείται. Τον περασμένο αιώνα εμφανίστηκε ένα ‘‘πνευματικό κίνημα’’, που αυξάνει συνεχώς, και που δημιούργησε τη βάση για μια ανανέωση της πνευματολογίας που ξεκινάει από μια εμπειρία του Πνεύματος και των χαρισμάτων του. Μιλώ για το Πεντηκοστιανό και το Χαρισματικό φαινόμενο. Στα πρώτα πενήντα του χρόνια, αυτό το κίνημα – που γεννήθηκε αντιδρώντας στις φιλελεύθερες  και λογοκρατικές τάσεις στη θεολογία, όπως ο Ευσεβισμός και ο Μεθοδισμός που αναφέρθηκαν πιο πάνω – αγνόησε εσκεμμένα τη θεολογία και με τη σειρά του αγνοήθηκε (ακόμα και γελοιοποιήθηκε!) από την ακαδημαϊκή θεολογία.

Εντούτοις, όταν περί τα μέσα του περασμένου αιώνα αυτό το κίνημα εισχώρησε σε παραδοσιακές εκκλησίες που κατείχαν τεράστιες θεολογικές αποσκευές και δέχτηκε ένα βασικό καλωσόρισμα από τις αντίστοιχες ιεραρχίες, η θεολογία δεν θα μπορούσε πια να το αγνοεί. Σ’ ένα βιβλίο με τον τίτλο Erfahrung und Theologie des Heiligen Geistes [Η εμπειρία και θεολογία του Αγίου Πνεύματος], οι σημαντικότεροι σημερινοί θεολόγοι, Καθολικοί και Προτεστάντες, εξέτασαν τη σημασία του Πεντηκοστιανού και χαρισματικού φαινομένου για την ανανέωση της διδασκαλίας του Αγίου Πνεύματος.[10]

Σε όλα αυτά εκείνο που μας ενδιαφέρει στο σημείο αυτό αφορά τη γνώση του Χριστού. Ποια κατανόηση του Χριστού προβάλλει σ’ αυτή την καινούργια πνευματική και θεολογική ατμόσφαιρα ; Το πιο σημαντικό γεγονός δεν είναι η ανακάλυψη νέων προοπτικών και νέων μεθοδολογιών σύμφωνα με τις τελευταίες τάσεις στη φιλοσοφία (στρουκτουραλισμός, γλωσσολογική ανάλυση, κτλ) αλλά η εκ νέου ανακάλυψη ενός βασικού βιβλικού γεγονότος : Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριος! Η κυριότητα του  Χριστού είναι ένας καινούργιος κόσμος μέσα στον οποίο μπορεί κανείς να μπει μόνο ‘‘με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος’’.

Ο απόστολος Παύλος μιλάει για το ‘‘υπερέχον’’ της γνώσεως του Χριστού που συνίσταται στη γνώση του και στη διακήρυξή του ακριβώς ως ‘‘Κυρίου’’ (βλ. Φιλ 3, 8). Αυτή είναι η διακήρυξη που, συνοδευμένη από την πίστη στην ανάσταση του Χριστού, μπορεί να κάνει ένα πρόσωπο να ‘‘σωθεί’’ :  ‘‘εάν ομολογήσης εν τω στόματί σου Κύριον Ιησούν, και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών, σωθήση’’ (Ρωμ 10, 9). Αυτή η γνώση γίνεται δυνατή μόνο διά του Αγίου Πνεύματος : ‘‘ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω’’ (1Κορ 12, 3). Καθένας φυσικά μπορεί να σχηματίσει με το στόμα του αυτές τις λέξεις χωρίς το Άγιο Πνεύμα, αλλά αυτό δεν θα οδηγήσει στο θαυμάσιο γεγονός στο οποίο αναφερθήκαμε. Αυτό δεν θα μπορούσε να σώσει ένα πρόσωπο.

Τι είναι το τόσο ειδικό σ’ αυτή τη βεβαίωση που την κάνει τόσο αποφασιστική ; Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από διάφορες απόψεις, αντικειμενικές και υποκειμενικές. Η αντικειμενική δύναμη της φράσης ‘‘ο Ιησούς είναι ο Κύριος’’, έγκειται στο γεγονός ότι δημιουργεί ιστορία, και ιδιαίτερα ότι κάνει το πασχάλιο μυστήριο παρόν. Είναι το συμπέρασμα που προκύπτει από δύο γεγονότα : ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες μας, αναστήθηκε για τη δικαίωσή μας, γι’ αυτό, είναι ο Κύριος. ‘‘Εις τούτο γαρ Χριστός και απέθανε και ανέστη και έζησεν ίνα και νεκρών και ζώντων κυριεύση’’ (Ρωμ 14, 9). Τα γεγονότα που οδηγούν σ’ αυτό περιέχονται σ’ αυτό το συμπέρασμα και γίνονται παρόντα και ενεργά μέσα σ’ αυτό. Στην περίπτωση αυτή οι λέξεις είναι αληθινά ‘‘ο οίκος του Υπάρχειν’’. [11] Η διακήρυξη ‘‘ ο Ιησούς είναι ο Κύριος’’ είναι ο σπόρος από τον οποίον αναπτύχθηκε το όλον κήρυγμα και συνακόλουθα το Χριστιανικό κήρυγμα.

  Από την υποκειμενική άποψη, ή ότι μας αφορά, η δύναμη αυτής της διακήρυξης είναι το γεγονός ότι και αυτή επίσης συνεπάγεται μια απόφαση. Οποιοσδήποτε το διακηρύττει, αποφασίζει την κατεύθυνση της ζωής του. Είναι σαν να λέει, ‘‘Εσύ είσαι ο Κύριός μου. Υποτάσσομαι σ’ εσένα και ελεύθερα σε αναγνωρίζω ως τον σωτήρα μου, τον εξουσιαστή μου, τον δάσκαλό μου, εκείνον που έχει κάθε δικαίωμα πάνω μου. Ανήκω σ’ εσένα περισσότερο απ’ όσο ανήκω στον εαυτό μου επειδή με αγόρασες και πλήρωσες το τίμημα’’ (βλ. 1 Κορ 6, 19-20).

Η απόφαση που ενυπάρχει στη διακήρυξη του Ιησού ως  ‘‘Κυρίου’’ συνεπάγεται τη δέσμευση σε μια ιδιαίτερη σχέση σήμερα. Κάποιοι πιστεύουν ότι είναι δυνατόν, ακόμα και απαραίτητο, να αφήσουν κατά μέρος τη διαβεβαίωση της μοναδικότητας του Χριστού προκειμένου να προαγάγουν τον διαθρησκειακό διάλογο.  Ωστόσο, να διακηρύττει κανείς τον Ιησού ως ‘‘Κύριο’’ σημαίνει ακριβώς να διακηρύττει τη μοναδικότητά του. Δεν είναι χωρίς λόγο που λέγοντας το άρθρο διακηρύσσουμε, ‘‘Πιστεύω εις έναν Κύριον Ιησούν Χριστόν’’. Ο απόστολος Παύλος γράφει :

Είπερ εισί λεγόμενοι θεοί είτε εν ουρανώ είτε επί της γης, ώσπερ εισί θεοί πολλοί και κύριοι πολλοί, αλλ’ ημίν εις Θεός ο Πατήρ, εξ ου τα πάντα και ημείς εις αυτόν, και εις Κύριος Ιησούς Χριστός, δι’ ου τα πάντα και ημείς δι’ αυτού. (1 Κορ 8, 5-6)

Ο απόστολος τα γράφει αυτά τον καιρό που η χριστιανική πίστη, λιγοστή και καινοφανής, αντιμετώπιζε έναν κόσμο κυριαρχούμενο από ισχυρές και με κύρος λατρείες και θρησκείες. Το θάρρος που χρειάζεται σήμερα για να πιστεύει κανείς ότι ο Ιησούς είναι ‘‘ο μόνος Κύριος’’ είναι τίποτα σε σύγκριση με το θάρρος που χρειαζόταν τότε. Αλλά ‘‘η δύναμη του Πνεύματος’’ δεν δίνεται παρά σ’ εκείνον που διακηρύσσει τον Ιησού ως Κύριο με όλη την αρχική δυνατή σημασία του λόγου. Είναι γεγονός εμπειρίας. Μόνο αφού ένας θεολόγος  ή ένας κήρυκας έχει αποφασίσει να τα παίξει όλα στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, του ‘‘μόνου Κυρίου’’ – ακόμα και με το τίμημα να γίνει ‘‘αποσυνάγωγος’’ – μόνο τότε αυτός αποκτά την εμπειρία μιας νέας βεβαιότητας και δύναμης στη ζωή του.

4. Από την ‘‘Προσωπικότητα’’ του Ιησού στο ‘‘Πρόσωπο’’ του Ιησού

Αυτή η λαμπρή αποκάλυψη του Ιησού ως Κυρίου είναι, όπως είπα, η καινοτομία και η χάρη που έδωσε ο Θεός στην Εκκλησία του στην εποχή μας. Συνειδητοποίησα πως όταν αναζητούσα στην Παράδοση τα σχετικά με όλα τα άλλα θέματα και τις λέξεις της Γραφής, η μαρτυρία των Πατέρων ερχόταν πληθωρική στη σκέψη μου. Αλλά όταν δοκίμασα να την ρωτήσω πάνω σ’ αυτό το σημείο, η Παράδοση έμεινε κατ’ ουσίαν σιωπηλή. Ήδη στον τρίτο αιώνα, ο τίτλος ‘‘Κύριος’’ δεν ήταν πια κατανοητός στην κηρυγματική του σημασία. Έξω από τους ιουδαϊκούς θρησκευτικούς κύκλους, η σημασία αυτής της λέξης δεν ήταν αρκετή για να εκφράσει τη μοναδικότητα του Χριστού. Ο Ωριγένης, για παράδειγμα, θεωρεί τη λέξη ‘‘Κύριος’’ ότι είναι ένας τίτλος που χρησιμοποιείται από κάποιον που βρίσκεται ακόμα στο στάδιο του φόβου. Η σχέση Κυρίου – δούλου είναι κατώτερη από τη σχέση Δασκάλου – μαθητή.[12]

Οι άνθρωποι βέβαια συνέχισαν να μιλούν για ‘‘τον Κύριον’’ Ιησούν, αλλά αυτό έγινε ένα όνομα για τον Χριστό όπως άλλα ονόματα, και πολύ συχνά ήταν ένα από τα συνθετικά του πλήρους ονόματος του Χριστού : ‘‘Κύριος ημών Ιησούς Χριστός’’. Αλλά είναι άλλο πράγμα να λέει κανείς, ‘‘Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός’’, και άλλο να λέει, ‘‘Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριός μας!’’ Μια ένδειξη αυτής της αλλαγής είναι ο τρόπος που μεταφράστηκε στη Βουλγάτα το κείμενο του στίχου προς Φιλιππησίους 2, 11 : ‘‘Omnis lingua confiteatur quia Dominus noster Jesus Christus in gloria est Dei Patris,’’ ‘‘κάθε γλώσσα θα ομολογήσει ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι για τη δόξα του Θεού Πατέρα.’’ Είναι άλλο να λέει κανείς, ‘‘Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι για τη δόξα του Θεού Πατέρα’’ και εντελώς άλλο να λέει, ‘‘Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριός μας για τη δόξα του Θεού Πατέρα’’. Σ’ αυτή τη δεύτερη απόδοση, που την υιοθετούν οι τρέχουσες μεταφράσεις, δεν πρόκειται απλώς για ένα όνομα που  προφέρεται, αλλά για μια ομολογία πίστεως που προκηρύσσεται.

Πού βρίσκεται σε όλα αυτά το ποιοτικό άλμα που το Άγιο Πνεύμα μας οδηγεί να κάνουμε στον τρόπο που κατανοούμε τον Χριστό ; Βρίσκεται στο γεγονός ότι η προκήρυξη του Ιησού ως Κυρίου είναι η είσοδος που μας οδηγεί στη γνώση του αναστάντος και ζώντος Χριστού! Ο Χριστός δεν είναι πια μια προσωπικότητα αλλά ένα πρόσωπο. Δεν είναι πια μια σειρά θέσεων, δογμάτων (και των αντίστοιχων αιρέσεων). Δεν είναι πια μόνο μια εικόνα για να τη λατρεύουμε και να τη θυμόμαστε, αλλά ένα ζωντανό πρόσωπο που είναι πάντοτε παρόν εν τω Πνεύματι.

Αυτή η πνευματική και υπαρξιακή γνώση του Ιησού ως Κυρίου δεν οδηγεί στην παραμέληση της αντικειμενικής, δογματικής και εκκλησιαστικής γνώσης του Χριστού, αντίθετα την αναζωογονεί. ‘‘Με το Πνεύμα του Θεού,’’ λέει ο άγιος Ειρηναίος, η αποκαλυμμένη αλήθεια, ‘‘ανανεώνοντας την νεότητά της, σαν να επρόκειτο για κάποιο πολύτιμο καταστάλαγμα μέσα σ’ ένα θαυμάσιο δοχείο, προκαλεί στο ίδιο το δοχείο που το περιέχει την ανανέωση και της δικής του νεότητας.’’[13] Θα αφιερώσουμε την επόμενη ομιλία μας, Θεού θέλοντος, σε μία από αυτές τις αλήθειες, το δόγμα που αποτελεί το δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου του Συμβόλου της Πίστεως : ‘‘γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί.’’

Δεν ξέρω καλύτερη πρακτική απόφαση που μπορούμε να πάρουμε στο τέλος αυτών των σκέψεων από εκείνη που διαβάσαμε στην αρχή από την Αποστολική Προτροπή Evangelii gaudium του Πάπα Φραγκίσκου :

Καλώ όλους τους χριστιανούς, παντού, αυτήν ακριβώς τη στιγμή, σε μια ανανεωμένη προσωπική συνάντηση με τον Ιησού Χριστό, ή τουλάχιστον σε ένα άνοιγμα που να αφήνει εκείνον να τους συναντήσει. Ζητώ από όλους σας να το κάνετε αυτό οπωσδήποτε κάθε μέρα. Κανείς δεν πρέπει να νομίζει ότι αυτή η πρόσκληση δεν απευθύνεται σ’ αυτόν. (αρ.3)

Translated from Italian by Marsha Daigle-Williamson

[1] See John D. Zizioulas, “Cristologia, pneumatologia e istituzioni ecclesiastiche: un punto di vista ortodosso,” in Cristianesimo nella storia, 2 (1981): pp. 111-127.

[2] St. Irenaeus of Lyons, Against Heresies, 3, 24, 1-2, eds. Alexander Roberts et Meador, 1944), p. 69; see also Corpus Reformatorum, ed. Henricus Ernestus Bindseil (Brunsvigae: C. A. Schwetschke, 1854), p. 85.

[5] Charles Wesley, hymn, “Glory to God and Praise and Love,” in The United Methodist Hymnal, #58.

[6] See Albert Schweizer, The Quest of the Historical Jesus, trans. William Montgomery (Mineola, NY: Dover, 2005), p. 397.

[7] Blaise Pascal, Pensées, trans. A. J. Krailsheimer (New York: Penguin Classics, 1995), p. 54; #267, Brunschvicg edition.

[8] Henri de Lubac, Medieval Exegesis: The Four Senses of Scripture, vol. 2, trans. E. M. Macierowski (Grand Rapids: Eerdmans, 2000), p. 63.

[9] Henri de Lubac, History and the Spirit: The Understanding of Scripture According to Origen (San Francisco: Ignatius Press, 2007), p. 450.

[10] See Claus Heitmann and Heribert Mühlen, eds., Erfahrung und Theologie des Heiligen Geistes (Munich: Kösel, 1974); see also Yves Congar, I Believe in the Holy Spirit, Part 2, trans. Geoffrey Chapman (New York: Crossroad Publishing, 1983), pp. 151ff; Jürgen Moltmann, The Spirit of Life, trans. Margaret Kohl (Minneapolis: Augsburg Fortress, 1992); Michael Welker, God the Spirit, trans. John F. Hoffmeyer (Eugene, OR: Wipf and Stock, 2013), p. 7ff.

[11] A famous formulation by the philosopher Martin Heidegger in his “Letter on Humanism,” in Martin Heidegger: Basic Writings, ed. David Farrell Krell (New York: HarperCollins, 2008), p. 217.

[12] See Origen, Commentary on the Gospel According to John 1, 201-203, trans. Ronald Heine, vol. 80, The Fathers of the Church (Washington, DC: Catholic University of America Press, 1989), p. 74; SCh 120, p. 158.

[13] St. Irenaeus of Lyons, Against Heresies, 3, 24, 1, p. 355.