Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Articles

Πασχαλινή αγρυπνία -πρώτη Ανάσταση

Category: /

                                    

ΠΑΣΧΑΛΙΝΗ ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΝΥΧΤΑ

                                              ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ

                                           Βασιλική του Βατικανού

                                        Μεγάλο Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

 «Οψέ δε σαββάτων, τη επιφωσκούση εις μίαν σαββάτων, ήλθε Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία θεωρήσαι τον τάφον» (Μτ 28, 1). Μπορούμε να φανταστούμε αυτά τα βήματα…: το τυπικό βήμα εκείνου που πηγαίνει στο κοιμητήριο, βήμα κουρασμένο από αναστάτωση, βήμα εξασθενημένο εκείνου που δεν θέλει να παραδεχτεί πως όλα τέλειωσαν μ’ αυτόν τον τρόπο… Μπορούμε να φανταστούμε τα ωχρά τους πρόσωπα, λουσμένα στα δάκρυα… Και το ερώτημα : πώς είναι δυνατόν να ’χει πεθάνει η Αγάπη ;

Διαφορετικά από τους μαθητές, αυτές είναι εκεί – όπως συνόδεψαν τον τελευταίο στεναγμό του Διδασκάλου πάνω στον σταυρό και στη συνέχεια τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία για να του δώσουν ένα μνήμα – . Δυο γυναίκες ικανές να μην το σκάνε, ικανές να αντιστέκονται, να αντιμετωπίζουν τη ζωή όπως αυτή παρουσιάζεται και να υπομένουν την πικρή γεύση των αδικιών. Και να τες, μπροστά στον τάφο, ανάμεσα στον πόνο και στην ανικανότητα να υποταχτούν, να δεχτούν πως όλα θα έπρεπε να τελειώσουν έτσι για πάντα.

Κι αν κάνουμε μια προσπάθεια να φανταστούμε, στο πρόσωπο αυτών των γυναικών μπορούμε να βρούμε τα πρόσωπα πολλών μητέρων και γιαγιάδων, το πρόσωπο παιδιών και νέων που υπομένουν το βάρος και τον πόνο τόσων αδικιών τόσο απάνθρωπων. Βλέπουμε να κατοπτρίζονται μέσα τους τα πρόσωπα εκείνων που, διαβαίνοντας στην πόλη, νιώθουν την οδύνη της δυστυχίας, την οδύνη της εκμετάλλευσης και της προδοσίας. Στα πρόσωπά τους βλέπουμε επίσης τα πρόσωπα εκείνων που βιώνουν την καταφρόνια, επειδή είναι πρόσφυγες, ορφανεμένοι από πατρίδα, σπίτι, οικογένεια. Τα πρόσωπα εκείνων που το βλέμμα τους φανερώνει μοναξιά και εγκατάλειψη, γιατί τα χέρια τους είναι υπερβολικά τραχιά. Αυτές οι γυναίκες κατοπτρίζουν το πρόσωπο γυναικών, μητέρων που κλαίνε βλέποντας τη ζωή των παιδιών τους να μένει θαμμένη κάτω από το βάρος της διαφθοράς  που τα στερεί από τα δικαιώματά τους και συντρίβει πολλές ανατάσεις της ψυχής τους, κάτω από την παραλύουσα και άγονη γραφειοκρατία που δεν επιτρέπει ν’ αλλάξουν τα πράγματα. Μέσα στην οδύνη τους έχουν το πρόσωπο όλων εκείνων που, διαβαίνοντας στην πόλη, βλέπουν την αξιοπρέπειά τους σταυρωμένη.

Στο πρόσωπο αυτών των γυναικών υπάρχουν πολλά πρόσωπα, ίσως βρίσκουμε το δικό σου πρόσωπο και το δικό μου. Όπως εκείνες, μπορεί να νιώθουμε την ώθηση να βαδίσουμε, να μην υποταχτούμε στο γεγονός πως τα πράγματα πρέπει να τελειώσουν έτσι. Ασφαλώς, φέρουμε μέσα μας μια υπόσχεση και τη βεβαιότητα της πιστότητας του Θεού. Αλλά τα πρόσωπά μας μιλούν και για πληγές, μιλούν για πολλές απιστίες – τις δικές μας και τις απιστίες των άλλων – μιλούν για απόπειρες και για μάχες χαμένες. Η καρδιά μας ξέρει πως τα πράγματα μπορούν να είναι αλλιώτικα, αλλά χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μπορούμε να συνηθίσουμε να ζούμε μαζί με τον τάφο, να συζούμε με την απογοήτευση. Ακόμα περισσότερο, μπορούμε να φτάσουμε στο σημείο να πεισθούμε πως αυτός είναι ο νόμος της ζωής, αναισθητοποιώντας τον εαυτό μας χάρη σε αποδράσεις που άλλο δεν κάνουν παρά να σβήνουν την ελπίδα που έβαλε ο Θεός στα χέρια μας. Έτσι είναι τόσες φορές τα βήματά μας, έτσι είναι η πορεία μας, όπως η πορεία αυτών των γυναικών, μια πορεία ανάμεσα στην επιθυμία του Θεού και σε μια θλιβερή παραίτηση. Δεν είναι μόνο ο Κύριος που πεθαίνει, μαζί του πεθαίνει και η ελπίδα μας.

«Και ιδού σεισμός εγένετο μέγας» (Μτ 28, 2). Ξάφνου, αυτές οι γυναίκες δέχτηκαν ένα δυνατό τράνταγμα, κάτι και κάποιος έκανε τη γη να τρέμει κάτω από τα πόδια τους. Κάποιος, ακόμα μια φορά, ήρθε να τις συναντήσει και να τους πει : ‘‘Μη φοβείσθε υμείς’’, αλλά αυτή τη φορά προσθέτοντας : ‘‘ηγέρθη καθώς είπε’’. Να λοιπόν το άγγελμα που, από γενιά σε γενιά, η Νύχτα αυτή μας χαρίζει : Ας μη φοβόμαστε, αδέρφια, αναστήθηκε όπως το είχε πει !  Η ζωή ξεριζωμένη, αφανισμένη, εκμηδενισμένη πάνω στον σταυρό ξύπνησε και κατορθώνει να πάλλεται πάλι (βλ  R. Guardini, Il Signore, Milano, 1984, σελ. 501). Το γεγονός ότι ο Αναστημένος δονείται από ζωή είναι αυτό που μας δόθηκε και που μας ζητείται να το δώσουμε με τη σειρά μας ως μεταμορφωτική δύναμη, ως ζύμη μιας καινούργιας ανθρωπότητας. Με την Ανάσταση, ο Χριστός δεν σήκωσε μόνο τον λίθο του τάφου, αλλά θέλει ν’ ανατινάξει και όλους τους φραγμούς που μας εγκλείουν μέσα στις στείρες απαισιοδοξίες μας, μέσα στους κόσμους μας των εννοιολογικών υπολογισμών που μας απομακρύνουν από τη ζωή, μέσα στις εφιαλτικές μας έρευνες για ασφάλεια και μέσα στις άμετρες φιλοδοξίες μας που είναι ικανές να παίζουν με την αξιοπρέπεια των άλλων.

Όταν ο Αρχιερέας, οι θρησκευτικοί άρχοντες σε συνενοχή με τους ρωμαίους είχαν πιστέψει πως θα μπορούσαν όλα να τα υπολογίσουν, όταν είχαν πιστέψει πως η τελευταία λέξη είχε λεχθεί και ότι αυτοί είχαν το προνόμιο να την προσδιορίσουν, ο Θεός επεμβαίνει για να ανατρέψει όλα τα κριτήρια και να προσφέρει έτσι μια καινούργια δυνατότητα. Ο Θεός, ακόμα μια φορά, έρχεται να μας συναντήσει για να ιδρύσει και να στερεώσει μια καινούργια εποχή, την εποχή της ευσπλαχνίας. Είναι η υπόσχεση που είχε δοθεί από πάντα, είναι η έκπληξη του Θεού για τον πιστό  λαό του : να χαίρεσαι, επειδή η ζωή σου κρύβει ένα σπέρμα ανάστασης, ένα δώρο ζωής που περιμένει να το ξυπνήσουν.

Να λοιπόν τι μας καλεί αυτή η νύχτα να αναγγείλουμε : τον παλμό του Αναστημένου, ο Χριστός είναι ζωντανός ! Αυτό είναι που άλλαξε το βήμα της Μαρίας της Μαγδαληνής και της άλλης Μαρίας : αυτό είναι που τις κάνει να φύγουν βιαστικά και τις κάνει να τρέχουν για να φέρουν το νέο (βλ Μτ 28, 8), αυτό είναι που τις κάνει  να γυρίσουν πίσω πάνω στα βήματά τους και στα βλέμματά τους. Γυρνούν στην πόλη για να συναντήσουν τους άλλους.

Όπως μαζί τους, μπήκαμε στο μνημείο, έτσι μαζί τους, σας καλώ να πάμε, να επιστρέψουμε στην πόλη, να επιστρέψουμε πάνω στα βήματά μας, πάνω στα βλέμματά μας. Ας πάμε μαζί τους ν’ αναγγείλουμε το νέο, ας πάμε… Παντού όπου μοιάζει ότι ο τάφος είχε τον τελευταίο λόγο και όπου μοιάζει ότι ο θάνατος ήταν η μόνη λύση. Ας πάμε ν’ αναγγείλουμε, να μετάσχουμε, ν’ αποκαλύψουμε ότι αυτό είναι αλήθεια : ο Κύριος είναι ζωντανός. Είναι ζωντανός και θέλει σε πολλά πρόσωπα που έχουν θάψει την ελπίδα να την αναστήσει, που έχουν θάψει τα όνειρα να τα αναστήσει, που έχουν θάψει την αξιοπρέπεια να την αναστήσει. Και αν δεν είμαστε ικανοί ν’ αφήσουμε το Πνεύμα να μας οδηγήσει σ’ αυτό τον δρόμο, τότε δεν είμαστε χριστιανοί.

Ας πάμε και ας αφεθούμε να εκπλαγούμε από αυτή τη διαφορετική αυγή, ας αφεθούμε να εκπλαγούμε από την ανακαίνωση που μόνο ο Χριστός μπορεί να προσφέρει. Ας αφήσουμε την τρυφερότητά του και την αγάπη του να οδηγούν τα βήματά μας, ας αφήσουμε τον χτύπο της καρδιάς του να μεταμορφώσει τον αδύνατο παλμό μας.