Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Θεοτόκου

Κατάθεση Εσθήτας Υπεραγίας Θεοτόκου

 (2/7/2017)

Ευάγγελος Γκανάς

Εφημέριος Αγ. Μελετίου Σεπολίων

«Ήδη και όχι ακόμα»

Εβρ. 9, 1-7

            Στο καλοκαίρι των Ορθοδόξων σίγουρα δεσπόζει το πρόσωπο της Παναγίας. Κέντρο της λατρείας είναι βεβαίως ο Αύγουστος με τις παρακλήσεις και κορύφωση η εορτή της Κοιμήσεως, όμως και σήμερα γιορτάζουμε μια άλλη, λιγότερο γνωστή, γιορτή της Παναγίας: την Κατάθεση της τιμίας Εσθήτος.

            Εσθήτα είναι το πανωφόρι της Παναγίας και το γεγονός που ενθυμούμαστε σήμερα είναι η ανακάλυψη  κατά τον 5ο αιώνα στο σπίτι μιας ευσεβούς Εβραίας γυναίκας στην Ιερουσαλήμ του ιματίου αυτού της Παναγίας. Η γυναίκα αυτή προσευχόταν νύκτα και μέρα, σαν την προφήτιδα Άννα, έχοντας κάνει το σπίτι της ναό.   Οι δυο βυζαντινοί πατρίκιοι που ανακάλυψαν την εσθήτα με ένα τέχνασμα θα την αποσπάσουν και θα την μεταφέρουν στη Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας θα κτίσει έναν ναό, την Παναγία των Βλαχερνών, για να προσκυνούν εκεί πλέον οι χριστιανοί την εσθήτα της Παναγίας και η εκκλησία θα ορίσει την 2α Ιουλίου ως ημέρα ανάμνησης του γεγονότος.

            Λόγω αυτής της εορτής το αποστολικό κείμενο που διαβάσαμε σήμερα προερχόταν από την προς Εβραίους επιστολή, στην οποία γίνεται λόγος για το Ναό του Σολομώντα. Εκεί οι Εβραίοι είχαν αποθέσει τα πιο ιερά τους κειμήλια: τη χρυσή στάμνα με το μάννα που τους έστειλε ο Θεός και τους έθρεψε στην έρημο, τη ράβδο του Ααρών που είχε βλαστήσει θαυμαστά και προπαντός τις δυο πλάκες με τις διατάξεις της διαθήκες, το Δεκάλογο.

            Η σύγχρονη ευαισθησία συχνά δυσφορεί μπροστά σ’ αυτή τη λατρεία αντικειμένων που φαντάζουν στα μάτια της απλώς υλικά. Βλέπει σ’ αυτή την πρακτική μια επιβίωση πανάρχαιων παγανιστικών δοξασιών. Σκεπτόμενη κατ’ αυτό τον τρόπο αποτυγχάνει να δει την κρίσιμη διαφορά. Στην περίπτωσή μας δεν πρόκειται για κάτι το υλικό το οποίο έχει μια μόνιμη θαυμαστή ιδιότητα, αλλά για μια υλική αφορμή να φανερωθεί η ευλογία του Θεού, η χάρις του προς τους ανθρώπους και μάλιστα προς τους ανθρώπους εκείνους που στρέφουν την επιθυμία τους προς τον Θεό. Σημασία δεν έχει ποιος κατέχει τα υλικά κειμήλια, αλλά ποιος μεταμορφώνει τη ζωή του σύμφωνα με τη χάρη που αυτά ακτινοβολούν.

            Η Εβραία γυναίκα παρέμεινε ευλαβής και δίκαιη ενώπιον του Θεού και όταν δεν είχε πια στην κατοχή της την Εσθήτα της Παναγίας. Οι Βυζαντινοί κράτησαν με τη σειρά τους την Εσθήτα μόνο μέχρι το 1204, όταν οι Σταυροφόροι λεηλάτησαν την Κωνσταντινούπολη και άρπαξαν την Εσθήτα όπως και πλήθος άλλων λειψάνων,  κειμηλίων και έργων τέχνης και τα έσυραν στην Βενετία. Κι ο ναός των Βλαχερνών κάηκε και δεν σώζεται πια. Όλη αυτή η ιστορία μάς αποκαλύπτει πως σημασία δεν έχει ποιος κατέχει κάτι το ιερό ή πού το έχει τοποθετήσει. Σημασία έχει να λαμβάνεις τη χάρη την οποία τα κειμήλια μαρτυρούν και ακτινοβολούν. Η Χάρις διαπορθμεύεται (αυτή τη λέξη χρησιμοποιεί η παράδοση) από την ύλη στην ανθρώπινη ψυχή όταν αυτή παραμένει ανοιχτή στο θαύμα της χάριτος. Είτε η Εσθήτα βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ, είτε στην Κωνσταντινούπολη, είτε στη Βενετία, η χάρις της Παναγίας θα παρέχεται σ’ αυτούς που στρέφονται προς αυτήν ως πηγή της θεϊκής ζωής και χάριτος. Αυτά τα υλικά κειμήλια συνιστούν σημείο για την ύπαρξη μιας ευλογίας που υπερβαίνει τη «φυσική» τάξη του κόσμου. Το Πνεύμα του Θεού ακτινοβολεί μέσω αυτών για όσους έχουν μάτια και βλέπουν και καρδιά φλεγόμενη από επιθυμία για να το βιώσουν.

            Η σημερινή γιορτή μάς λέει όμως και κάτι ακόμα σχετικά με τη χάρη του Θεού και το πώς αυτή προσλαμβάνεται από τους ανθρώπους. Το αποστολικό ανάγνωσμα αναφέρονταν στο Ναό του Σολομώντα, ένα Ναό που δεν υπάρχει πια. Το ανάγνωσμα διαβάστηκε ως αναφορά στην Παναγία που είναι για τους χριστιανούς Ναός του Θεού καθώς γέννησε τον Υιό του. Και στην Αγία Γραφή υπάρχει ένα ακόμη βήμα. «Δεν ξέρετε ότι το σώμα σας είναι Ναός του Aγίου Πνεύματος;», γράφει ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους.

            Όμως δικαιολογημένα θα ρωτήσει κάποιος: γιατί αυτή η χάρις μοιάζει κάποτε να αργεί τόσο πολύ να έρθει; Η επιστολή προς τους Εβραίους διατρέχεται από αυτό το θέμα. Οι δίκαιοι δεν απεκόμισαν την επαγγελία του Θεού γιατί κάτι άλλο μεγαλύτερο είχε προβλεφθεί για τους ανθρώπους. Ο Μωυσής είδε τη γη της επαγγελίας αλλά δεν έζησε για να εισέλθει σ’ αυτή. Ο ίδιος ο Ιησούς παρακάλεσε να απέλθει απ’ αυτόν το πικρό ποτήρι του μαρτυρικού θανάτου αλλά ανέβηκε τελικά στο σταυρό.

             Όλα αυτά τα περιστατικά φανερώνουν το ίδιο μοτίβο. Πολύ συχνά στη ζωή μας η πίστη μας πρέπει να δοκιμαστεί κι αυτό γίνεται κάθε φορά που αποδεχόμαστε μια καθυστέρηση στην εκπλήρωση της επιθυμίας μας, όσο θεμιτή κι αν είναι αυτή.  Με άλλα λόγια: κάθε φορά που εμπιστευόμαστε τον Θεό κι όχι τη δική μας κρίση για τα πράγματα. Η κατάπαυση του Σαββάτου την οποία γιόρταζαν οι Εβραίοι και η βίωση της κυριακάτικης Ανάστασης την οποία γιορτάζουν οι χριστιανοί έχουν τόσο μια παροντική διάσταση, κάτι δηλαδή που ζούμε εδώ και τώρα, όσο όμως και μια μελλοντική, κάτι που θα έρθει από το μέλλον. Αυτή η διάσταση του ήδη και του όχι ακόμα διαπερνά ολόκληρη τη βιβλική ιστορία.

            Ο Ναός του Θεού βρίσκονταν κάποτε στην Ιερουσαλήμ και μετά καταστράφηκε. Η Παρθένος Μαρία γέννησε τον Ιησού που ως Υιός του Θεού ήταν ο νέος Ναός, ο Ιησούς όμως αναλήφθηκε στους ουρανούς. Κι εμείς γινόμαστε ναοί του Αγίου Πνεύματος, στο βαθμό που επιτελούμε το θέλημα του Θεού, αλλά αντιμετωπίζουμε το μελλοντικό θάνατο. Όλα, εντέλει, δείχνουν προς το μέλλον. Η Παναγία ένιωσε τα πικρό κεντρί του θανάτου όταν έβλεπε κάτω από τα σταυρό τον υιό της να πεθαίνει. Ο Χριστός βίωσε τη αγωνία του δικού του θανάτου στη Γεθσημανή. Όμως αυτά δεν ήταν η τελευταία λέξη του Θεού. Εμείς οφείλουμε να αντέξουμε, έχοντας εμπιστοσύνη στον Θεό και το θέλημά του.  Έχοντας πίστη πως τελευταία έρχεται πάντα η Ανάσταση. [1]

 

[1] Διάβασα:

Anthony Thiselton,  The Hermeneutics of Doctrine, 553.

Χρήστος Μποκόρος, eμερολόγιο, 121 αλλά και passim