Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Κυριακές Λουκά

Κυριακή ΙΣΤ΄ Λουκά - Προσευχή στο Ναό

Category: /

09-02-2020 - Τελώνου και Φαρισαίου

Αρχίζει σήμερα η περίοδος που καταλήγει στο Πάσχα και ονομάζεται από το εκκλησιαστικό βιβλίο των προσευχών «Τριώδιο». Δεν έχουν σημασία τα τεχνικά, πώς προκύψανε ή ποιά είναι. Σημασία και αξία έχει να συνειδητοποιεί κανείς σταδιακά κάθε χρονιά, βαθύτερα, αυτή τη σχέση, κατά τη διάρκεια της διαδρομής προς το Πάσχα.

Σήμερα λοιπόν αρχίζει αυτή η περίοδος προς το Πάσχα. Την προηγούμενη Κυριακή με αφορμή την Υπαπαντή, που φτάνει μέχρι σήμερα ο εορτασμός της, είχαμε πει μερικά πράγματα για το πάρα πολύ μεγάλο και δύσκολο θέμα της προσευχής, και είχαμε πει να αποφασίσουμε να βάλουμε ένα πεντάλεπτο μέσα στις είκοσι τέσσερις ώρες του εικοσιτετραώρου μας, για μια κατ’ ιδίαν προσευχή μας με τον Χριστό. Η προσευχή στο ναό είναι, θα λέγαμε, μια συνάντηση που έχει μαζί και τη διάσπαση που έχουν οι συναντήσεις, και τη χαρά των συναντήσεων όταν συναντάει κανείς τα αδέρφια του γύρω από το κοινό τραπέζι του Πατέρα, που Εκείνος τους παραθέτει. Χρειάζεται οπωσδήποτε όμως και η προσωπική, η ατομική, η κατ’ ιδίαν προσευχή.

Είχαμε πει μερικά πράγματα τότε, και θα ήταν χρήσιμο να συνεχίσουμε λίγα ακόμη σήμερα, μια και το κομμάτι που διαβάσαμε, του Τελώνη και του Φαρισαίου, το ’χουμε ακούσει πολλές φορές. Έχει η περικοπή, και μάλιστα στην αρχή της, μια ενδεικτική επισήμανση· ότι και ο Φαρισαίος και ο Τελώνης «ἀνέβησαν ἐν τῷ ἱερῷ προσεύξασθαι». Πήγαν στον ναό να προσευχηθούν. Όχι την ώρα της κοινής λατρείας. Κάποια άλλη στιγμή μέσα στο εικοσιτετράωρο των εργασιών τους.

Στη δεκαετία του ’30 με ’40, μια μέρα στο Βερολίνο, μια γυναίκα Εβραία (άνθρωπος με πολλή περίσκεψη και μεγάλη σύνεση) όντας τότε Εβραία και κατά το θρήσκευμα, όχι μονάχα κατά την καταγωγή, (γιατί μπορεί κανείς να είναι Εβραίος και χριστιανός, όπως ήταν ο Χριστός φυσικά, και ένα σωρό άλλοι και σήμερα ακόμα) μπήκε μέσα σ’ ένα χριστιανικό ναό, που της έκανε εντύπωση σαν αρχιτεκτόνημα, και μπαίνοντας μέσα καθόταν στην άκρη, όπως συνήθως κάθονται οι άνθρωποι στην είσοδο του ναού, περιεργαζόμενη το πώς είναι, τα αρχιτεκτονικά του μέλη, η διακόσμηση και η διαρρύθμιση. Αυτή η γυναίκα ονομαζόταν Έντιθ Στάιν.

Ξαφνικά, ενώ βρισκόταν αυτή εκεί, μπήκε στον ναό μια άλλη γυναίκα, η οποία επέστρεφε από το μανάβη. Είχε λοιπόν στα χέρια μια τσάντα με λαχανικά. Μπήκε μέσα στο ναό, πήγε πιο μπροστά, τα άφησε κάτω, γονάτισε και άρχισε να προσεύχεται. Γράφει εκ των υστέρων η Έντιθ Στάιν: «Μου ήταν τόσο αποκαλυπτική αυτή η κίνηση στο να συνειδητοποιήσω μία σχέση, η οποία είναι εικοσιτετράωρη και όχι στιγμιαία. Μια σχέση αναφοράς σ’ ένα αγαπημένο πρόσωπο, που η ρουτίνα, το να πάει να ψωνίσει και να ετοιμάσει το φαγητό της οικογένειας για το μεσημέρι, δεν την έσπαζε αυτή τη σχέση, μάλλον την δυνάμωνε ακόμη περισσότερο. Δεν είχα μάθει ποτέ να σκέφτομαι, ή πολύ περισσότερο να προσεύχομαι μ’ αυτή την αμεσότητα».

Αυτό το γεγονός, αυτή η εικόνα, έκανε αυτή τη γυναίκα (την Έντιθ Στάιν) να προβληματιστεί, να μελετήσει και τελικώς να γίνει χριστιανή. Και όχι απλώς χριστιανή, αλλά και καλογριά· πήγε σ’ ένα μοναστήρι. Και όχι απλώς χριστιανή καλογριά, αλλά και μάρτυρας, γιατί οι τραγικοί άνθρωποι εκείνοι οι ναζιστές, όταν ήρθε ο Χίτλερ, μεταξύ των άλλων έκαψαν και αυτή τη γυναίκα, την Έντιθ Στάιν. Αυτήν η οποία οδηγήθηκε στο χριστιανισμό και «περπάτησε» σε μια τέτοια θυσιαστική πορεία, βλέποντας μια γυναίκα που ήταν άγνωστο ποια ήταν, και κανείς δεν την είδε φυσικά ξανά, και δεν την ξέρει κανένας, και η οποία μπήκε αυτονόητα μέσα στο ναό και έκανε την προσευχή της.

Πολλές φορές μπαίνουμε κι εμείς μέσα σ’ ένα ναό. Πάμε να ανάψουμε ένα κερί, λέμε. Διατρέχουμε πάντοτε τον κίνδυνο: Να φανταζόμαστε ότι το κερί είναι μια υποχρέωση στον Θεό και μια απαλλαγή μας, από την αίσθηση και την διαδικασία επικοινωνίας. Ανάβοντας ένα κερί, πρέπει αυτό το κερί να είναι επίταση και έκφραση της προσευχής μας, όχι οικονομική βοήθεια στο ναό, ή διαδικασία θρησκευτικής συνήθειας.

Αυτή λοιπόν η γυναίκα έφθασε στο μαρτύριο μέσω κάποιας άλλης, την οποία είδε να έχει εντάξει μέσα στην καθημερινότητά της την προσευχή.

Ένας άγιος παπάς διηγόταν ότι στο χωριό του είχε έναν ηλικιωμένο, ο οποίος μάλιστα ήταν αναλφάβητος, και ο οποίος πήγαινε τα απογευματάκια και καθότανε στο στασίδι χωρίς να μιλάει και χωρίς να αντιδρά σε τίποτα. Γινόταν αυτό μια μέρα, δυο μέρες, ένα μήνα, πέντε μήνες, κάποια στιγμή τον ρώτησε ο παπάς: Παππού, τί κάνεις όταν έρχεσαι στην Εκκλησία; Και λέει τότε εκείνος: Τίποτα. Τον κοιτάζω και με κοιτάζει. Δεν έχω να Του πω, δεν μπορώ, δεν ξέρω να Του πω προσευχές, απλώς Τον κοιτάζω και με κοιτάζει, κάνω προσευχή με τα χέρια! Κάνω τον σταυρό μου. (Λ. Τολστόι: Αλιόσα, το τσουκάλι)

Στην προσευχή είναι προτιμότερη μια καρδιά χωρίς λόγια, παρά λόγια χωρίς καρδιά. Δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζονται τα λόγια, αλλά πρέπει απλώς να προσέχουμε τον κίνδυνο, τα λόγια μας να μην είναι δικά μας, αλλά παπαγαλισμός. Να μην μας εκφράζουν. Αυτός ο παππούς, που έλεγε για τον Χριστό «με κοιτάζει και Τον κοιτάζω», προσευχόταν ίσως πολύ πιο δυναμικά από τον παπά που τελούσε την Λειτουργία ή από άλλους ανθρώπους, οι οποίοι είχαν ένα σωρό προσευχητάρια. Γιατί όπως είπαμε, στην προσευχή είναι προτιμότερη η καρδιά χωρίς λόγια, παρά τα λόγια χωρίς καρδιά.

Και στην Παλαιά Διαθήκη, στο βιβλίο του Σειράχ υπάρχει μια ωραία παρατήρηση: Προσευχή ταπεινοῦ, νεφέλας διῆλθεν. Δηλαδή, η προσευχή ενός ανθρώπου γεμάτου ταπείνωση περνάει τα σύννεφα, πάει πάρα πάνω. Πολλές φορές όταν κάνουμε προσευχή, μένουμε με την αίσθηση ότι λέμε λόγια στον αέρα. Δεν έχουμε μπροστά μας τον αποδέκτη τους, και έχουμε τον κίνδυνο να κουραζόμαστε ψυχικά. «Πνιγόμαστε» με την σκέψη: Τί είναι αυτό που κάνουμε; Ποιόν έχει αποδέκτη; Πόσο το ακούει; Όταν λέει εδώ, λοιπόν, «Προσευχή ταπεινοῦ, νεφέλας διῆλθεν» δεν σημαίνει ότι ο Θεός είναι πάνω από τα σύννεφα και γι’ αυτό πάει εκεί, αλλά θέλει να πει ότι έχει έναν τέτοιο δυναμισμό, που φτάνει στον ουρανό.

Τον δυναμισμό τον δίνει η ταπείνωση, που ο άνθρωπος έχει. Είναι δύσκολα τα πράγματα όταν δεν έχεις απάντηση στο αίτημα (η προσευχή του Χριστού στην Γεθσημανή) και χρειάζεται κανείς να έχει το φρόνημα της Χαναναίας για να αποδεχτεί την… «απόρριψη»! Η προσευχή μας ατυχώς δεν είναι αίτημα, συνήθως είναι απαίτηση. Μας είναι αδιανόητη άλλη αντιμετώπισή μας, από την ικανοποίηση του αιτήματος! Αντιδρούμε σαν κακομαθημένα παιδιά, που πεισμώνουν όταν δεν πάρουν αυτό που ζήτησαν. Ταπεινός είναι αυτό που συνειδητοποιεί την απόσταση ανάμεσα στον άκτιστο Θεό και στην δική του… «βαρεία ύλη», αποδέχεται την πραγματικότητα και επαφίεται στα χέρια του Θεού. Τότε «Προσευχή ταπεινοῦ, νεφέλας διέρχεται».

Η προσευχή, αδελφοί μου, έχει και είναι τρία στάδια: Θηλασμός, εμβατήριο και Ρέκβιεμ. Δηλαδή; Θηλασμός είναι για τον νεογέννητο χριστιανό. Όταν κανείς αρχίσει να γίνεται χριστιανός θα πρέπει να τραφεί με την προσευχή. Δεν μπορεί να τραφεί με τίποτε άλλο. Χρειάζεται, όπως το παιδάκι που γεννιέται, το γάλα απ’ τον θηλασμό, εν προκειμένω τον θηλασμό της προσευχής, για ν’ αρχίσει να περπατάει.

Όταν περπατήσει, η προσευχή του χρειάζεται να γίνει εμβατήριο, δηλαδή κάτι που θα τον τονώνει στη μάχη κάθε μέρας. Μια κατάσταση η οποία θα τον στηρίζει στο να μπορεί να πολεμάει, και αυτό θα είναι πολλά χρόνια, όλη η ζωή.

Και, φυσικά, θα ’ρθεί κάποια στιγμή που θα χρειαστεί να γίνει επιθανάτια παράκληση, ένα ρέκβιεμ, όπως λένε οι δυτικοί αδελφοί μας χριστιανοί! Χρειάζεται την προσευχή προ του θανάτου, εν όψει του γεγονότος ότι κάποια στιγμή όλοι μας θα επιστρέψουμε στο σπίτι του Πατέρα μας. Το σπίτι του Πατέρα μας είναι η Βασιλεία του Θεού. Όλοι θα ξαναεπιστρέψουμε εκεί. Και πηγαίνοντας εκεί, θα χρειαστούμε την προσευχή.

Εμείς, όντας χρόνια χριστιανοί, έστω ότι καταλαβαίνουμε λίγα πράγματα και ότι είμαστε χριστιανοί εν συνειδήσει. Γεννιέται αμέσως ένα πελώριο πρόβλημα, ειδικά στον σημερινό κόσμο: Τι έχουμε να πούμε στα παιδιά μας γι’ αυτό το θέμα; Πώς μπορούμε να το μεταφέρουμε; Έλεγε μια μάννα σ’ ένα παπά: «Ο γιός μου δεν δίνει καμιά σημασία σε ό,τι του λέω και του διδάσκω για τον Θεό». Και της λέει κι ο παπάς: «Τότε κυρία μου αρχίστε να μιλάτε στον Θεό για τον γιό σας».

Είναι πολύ εύκολο να μιλάμε στον γιό μας, στην κόρη μας, στον άνδρα μας, στην γυναίκα μας, για τον Θεό. Είναι δύσκολο να μιλάμε στον Θεό για τον γιο μας, την κόρη μας, τον άνδρα μας, την γυναίκα μας. Θα πρέπει όμως οπωσδήποτε να το ξεκινήσουμε αυτό, γιατί, αν διαβάζαμε το Ευαγγέλιο ουσιαστικά, θα βλέπαμε ότι ο Χριστός δεν δίδαξε τους μαθητές Του πώς να κηρύττουν, αλλά τους δίδαξε και μάλιστα πολλές φορές, πώς να προσεύχονται. Συνεπώς, είναι δυσκολότερο μάθημα η προσευχή απ’ το κήρυγμα που κάνω εγώ τώρα, και πολλές φορές κάνουμε ο ένας στον άλλο και του λέμε λόγια. Είναι δυσκολότερο το μάθημα να του δείξουμε με τον τρόπο μας τα πράγματα, και όχι μόνο με τα δικά μας λόγια.

Όλοι μας έχουμε πολλούς κινδύνους ξεκινώντας την προσευχή. Και ο σπουδαιότερος είναι αυτός που επισημαίνει κάποιος: «Καλό είναι να κρατάμε ένα σημειωματάριο των προσευχών μας, για να μη ξελέμε στην πράξη, εκείνα που λέμε στην προσευχή». Δηλαδή, να προσευχόμαστε και να γυρεύουμε ταπείνωση, να έρχεται η πράξη των συνθηκών από την οποία θα την αποκτήσουμε, και ’μεις να λέμε εκεί: Ά, όχι έτσι.

Να μη ξελέμε στην πράξη, αυτά που λέμε στην προσευχή. Είναι το πιο δύσκολο μάθημα. Έλεγε ο μεγάλος Γάλλος ποιητής, ο Πωλ Κλωντέλ, απευθυνόμενος στον Χριστό, σε μια προσευχή: «Κύριε, μας μιλάς με τα λόγια που Σου λέμε». Θυμηθείτε την κουβέντα που λέει ο Χριστός: «Με όποιο μέτρο μετράτε, μ’ εκείνο θα σας μετρήσω». Μας μιλάς, λοιπόν, με τα λόγια που σου λέμε. Αν είναι τα λόγια μας ειλικρινή, θα μας μιλάει ειλικρινά. Αν είναι άδεια, δεν θα μας μιλάει καθόλου. Εμείς λοιπόν χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε αυτή τη διαδρομή ως προσωπική πορεία και να μη ξεχνάμε ποτέ, εγώ πρώτος που είμαι παπάς και έχω μεγαλύτερο κίνδυνο, ότι ο Χριστός μάς δίδαξε πώς να προσευχόμαστε, όχι πώς να κηρύττουμε.