Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Η πιο βασική μορφή επικοινωνίας είναι η προσευχή

Ελπίζουμε ότι με την επίσκεψη σας σε αυτή την ιστοσελίδα θα ενημερωθείτε για το πνευματικό ταξίδι σας προς τον Ιησού και ότι θα βοηθηθείτε να πλησιάσετε και να γνωρίσετε την Μητέρα μας Εκκλησία. Η τεχνολογία είναι ένας τεράστιος τρόπος επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών. Έχει κάνει τον κόσμο μας μικρότερο, αλλά έχει κάνει τα μέσα επικοινωνίας τεράστια. Είναι σημαντικό να κρατάμε την προσευχή στη ζωή μας πάντα σταθερή και "ίδια" ακόμα και όταν η τεχνολογική πρόοδος αλλάζει σχεδόν καθημερινά. Να ξέρετε ότι παραμένετε στις προσευχές μας καθημερινά καθώς σας ζητάμε να θυμάστε και μας στη δική σας. 

ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Προτεινόμενα

- Το τρίτο ερώτημα

- Αγέννητο παιδί και εκτρώσεις

- Το παπαδαριό και οι αμβλώσεις

- Η Θεία Ευχαριστία. Το πιο μεγάλο μυστήριο.

- Πως εξομολογείται κάποιος;

- Οι χριστιανοί και η ομοφυλοφιλία

- Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, σκιά. (dust to dust)

- Γράμμα στους Επισκόπους

 - Η αγάπη μετριέται από την υπομονή

- Τα... πιάτα !!

- Τι Εκκλησία θέλουμε;

- Ο εσωτερικός εχθρός

Το ποίημα του μήνα

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΘΕΟ, ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΜΟΥ,

ΜΕΣ  ΣΤΗΝ ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΜΟΥ

JOHN DONNE[1]

 

Καθώς στον δρόμο βρίσκομαι προς τον ιερό εκείνο χώρο

Όπου μαζί με τον χορό Σου των αγίων για πάντα

Θα γίνω μουσική δική σου· καθώς φτάνω

Κουρντίζω το όργανο εδώ στη θύρα

Και συλλογιέμαι εδώ από πριν τι έχω χρέος να κάνω τότε[2].

 

Αφού οι γιατροί μου απ’ την αγάπη τους κατάφεραν να γίνουν

Κοσμογράφοι, κι ο χάρτης τους, εγώ, απλωμένος

Ένα με το κρεβάτι αυτό, έτσι που να μπορέσουνε να δούνε

Πως αυτή είναι η νοτιοδυτική μου ανακάλυψη,

Μέσα απ’ τις στενωπούς του πυρετού και εξαιτίας τους να πεθάνω[3].

 

Χαίρομαι που σ’ αυτές τις στενωπούς βλέπω τη δύση μου.

Γιατί, αφού τα ρεύματά τους κανέναν δεν αφήνουν να γυρίσει πίσω,

Πώς θα μπορέσει να με πληγώσει η δύση μου;  Όπως δύση κι ανατολή

Σ’  όλους τους χάρτες τους επίπεδους (όπως εγώ) συμπίπτουν,   

Έτσι κι ο θάνατος αγγίζει την Ανάσταση.

Είναι ο Ειρηνικός Ωκεανός το σπίτι μου; Ή είναι

Τα πλούτη της Ανατολής; Είναι η Ιερουσαλήμ;

Οι πορθμοί του Anyan[4] του Μαγγελάνου και του Γιβραλτάρ,

Όλο στενωποί, και μόνο στενωποί οδηγούν σ’ αυτά,

Είτε κατοίκησε εκεί ο Ιάφεθ, είτε ο Χαμ είτε ο Σήμ.

 

Συλλογιζόμαστε  πως ο Παράδεισος κι ο Γολγοθάς,

Ο σταυρός του Χριστού και του Αδάμ το δέντρο στον ίδιο τόπο έστεκαν.

Κοίταξε, Κύριε, και βρες και τους δύο Αδάμ ανταμωμένους μέσα μου.

Καθώς ο ιδρώς του πρώτου Αδάμ το πρόσωπό μου περιβάλλει,

Κάνε το αίμα του Αδάμ του έσχατου να γίνει μια αγκαλιά για την ψυχή μου.

 

Έτσι δέξου με, Κύριε, μες στην πορφύρα του τυλιγμένον.

Από τούτα τ’ αγκάθια του δωσ’ μου το άλλο  στέμμα του.

Κι όσο για τις ψυχές των άλλων  που κήρυξα σ’ αυτούς τον λόγο σου, 

Ετούτο ας είναι το κείμενο του λόγου μου, το κήρυγμά μου στους δικούς μου:

«Για να μπορέσει ν’ αναστήσει, ο Κύριος ανατρέπει».

 

 

[1] Τζων Νταν (1572-1631). Εξέχων άγγλος ποιητής, ιερέας και θεολόγος "μυστικός". Παντρεύτηκε την Άννα Μουρ και απέκτησε επτά παιδιά. Μετεστράφη (καταγόμενος από ρωμαιοκαθολική οικογένεια) στον Αγγλικανισμό με την αντιιησουΐτικη διατριβή του «Ψευδομάρτυρας».

Διετέλεσε εφημέριος του Αγίου Παύλου και από το 1615 έως το 1621 εκφωνούσε τα κηρύγματά του μπροστά στον βασιλιά Κάρολο Α΄. Πέθανε στον άμβωνα, όπως τόθελε και ο ίδιος το 1631.

Τα κηρύγματά του είναι από τα καλύτερα στην Αγγλική γλώσσα, ένα ασυνήθιστο κράμα πάθους ευγλωττίας και γνώσης. Είχε ονομαστεί «Μονάρχης του ευφυολογήματος». Μετέφρασε στα ελληνικά 12 «φτερουγίσματα ευφημίας» ο δικός μας Κώστας Καρυωτάκης, που εκδόθηκαν με τίτλο «Τολμώντας τη μετάφραση ξεχωριστής ποίησης» εκδ. ΑΡΜΟΣ.

[2] Εννοεί ότι η προσευχή που κάνει ως ασθενής είναι μια πρόβα για την αιώνια δοξολογία της μέλλουσας ζωής.

[3] Per fretum febris (μέσα από τις στενωπούς του πυρετού). Ενώ νοτιοδυτική ανακάλυψη, εννοεί το αποκορύφωμα των επιτευγμάτων, επειδή στους χάρτες της εποχής νοτιοδυτικά ήταν η terra incognita.

[4] Ο πορθμός του Anyan δεν υπάρχει, τότε θεωρούσαν ότι περνούσε από τις δυτικές ακτές της Β. Αμερικής και έβγαινε στις ανατολικές, εκεί που είναι σήμερα οι πάγοι του Βόρειου πόλου.

Εφέσου 10, 48100, Πρέβεζα, Ελλάδα

info@enoriako.info

Κυριακή Ζ΄ Λουκά - «Αρρώστια και θάνατος»

27 Οκτ 2019

Σήμερα, συνεχίζοντας να διαβάζουμε από το κατά Λουκάν, διαβάσαμε δυο θεραπείες, οι οποίες είναι σ’ ένα συνδυασμό σχέσεως. Ένας αρχισυνάγωγος (δηλαδή ο διοικητικός αρμόδιος της εβραϊκής συναγωγής, που φρόντιζε όλα τα τεχνικά και ρύθμιζε τα τυπικά των προσευχών) είχε ένα παιδάκι δώδεκα χρονών, ένα κοριτσάκι, το οποίο ήταν άρρωστο και βρισκόταν στα πρόθυρα θανάτου. Και μια γυναίκα είχε χρόνια πολλά μια ακατάσχετη αιμορραγία, η οποία την εξαντλούσε και την έκανε να είναι ένα ράκος. Ο Χριστός βρέθηκε στην πόλη τους και αυτοί οι δύο άνθρωποι, ο αρχισυνάγωγος και αυτή η γυναίκα, απευθύνθηκαν σ’ Αυτόν.

Η γυναίκα θεωρούσε ότι, (κατά τα standards της εποχής) δεν θα τολμούσε να παρουσιαστεί μπροστά στον Χριστό και να παρουσιάσει τι θέλει, όμως είχε τέτοια εμπιστοσύνη στο πρόσωπό Του, που έλεγε: Άμα ακουμπήσω έστω τα ρούχα Του, θα θεραπευτώ. Και όπως ο Χριστός πήγαινε προς το σπίτι του αρχισυνάγωγου, και ήταν ένα πλήθος ανθρώπων το οποίο Τον ακολουθούσε και όλοι ήταν «πατείς με πατώ σε», σπρώχνοντας κυριολεκτικά τον Χριστό που προπορευόταν, μέσα σ’ αυτό το πλήθος αυτή η γυναίκα, μέσα σ’ αυτούς όλους τους ανθρώπους που τσαλαπατιόντουσαν κατά κυριολεξία, ήρθε και ακούμπησε τον Χριστό και θεραπεύτηκε!

Και ο Χριστός τότε λέει στους γύρω Του: Μ’ ακούμπησε κάποιος. Και ο Πέτρος και οι άλλοι του είπαν το αυτονόητο: Μα τι λες τώρα; Σ’ ακούμπησε κάποιος; Ποιος κάποιος; Εδώ γίνεται χαμός. Ο Χριστός όμως απαντά: Μ’ ακούμπησε κάποιος με «άλλον» τρόπο, από ένα εξωτερικό άγγιγμα! Το εξωτερικό άγγιγμα συμβαίνει για όλους. Αυτό το ακούμπημα είχε άλλη ποιότητα και περιεχόμενο. Και τότε η γυναίκα αναγκάστηκε να βγει μπροστά και να πει ενώπιον όλων ότι όντως αυτή τον ακούμπησε γυρεύοντάς Του θεραπεία, την οποία και έλαβε!!

Ένα σωρό άνθρωποι, κι αυτοί θα είχαν αρρώστιες ή θέματα ή προβλήματα, τον ακουμπούσαν κι εκείνοι, αλλά δεν θεραπεύτηκαν εκείνοι. Θεραπεύτηκε αυτή η γυναίκα. Κι ο Χριστός ξεχώρισε το δικό της ακούμπημα από των υπολοίπων. Αυτό σημαίνει ότι όλοι μας έχουμε την ίδια σχέση με τον Χριστό, αλλά δεν είναι όλες αυτές οι σχέσεις της ίδιας ποιότητας. Είναι προσωπικό το θέμα της πίστης, και είναι προσωπικό το θέμα της ποιότητας της πίστης του καθενός μας. Και μένα που είμαι παπάς και σας που είστε χριστιανοί, για όλους μας, ισχύει αυτό το περιστατικό. Η πίστη είναι ένα μυστήριο εσωτερικό, προσωπικό, η ποιότητα και το μέγεθος της οποίας είναι κατά περίπτωσιν προσώπου. Όλοι αυτοί τον τσαλαπατούσαν και τον έσπρωχναν, αλλά μια γυναίκα, που ίσα ακούμπησε το ρούχο του, θεραπεύτηκε.

Και ενώ περπατάνε, έρχεται κάποιος και λέει στον αρχισυνάγωγο: Η κόρη σου πέθανε! Μη ταλαιπωρείς τον δάσκαλο. Μη σκύλλε τον διδάσκαλον. Ο Χριστός βλέπει τη σύγχυση που κυρίευσε στην καρδιά του ανθρώπου και του λέει: Μη φοβού, μόνον πίστευε. Εμπιστεύσου μονάχα, μην φοβάσαι.

Και πηγαίνουν στο σπίτι, παρ’ ότι άκουσαν ότι το παιδί πέθανε, κι εκεί είχε αρχίσει ήδη ο κλαυθμός του θανάτου από τους ανθρώπους που ήταν εκεί. Και ο Χριστός τότε τους είπε: Μη κλαίτε, κοιμάται. Και περιγράφει το Ευαγγέλιο ότι άρχισαν να Τον εμπαίζουν και να γελάνε μερικοί, λέγοντας: Τι λέει αυτός τώρα, αφού το παιδάκι πέθανε!

Εμείς όμως είμαστε (υποτίθεται) χριστιανοί και λέμε το χώρο που αποθέτουμε τους νεκρούς μας «κοιμητήριο». Δηλαδή, χώρο στον οποίον οι άνθρωποι κοιμούνται μέχρι που να έρθει Αυτός, που, όπως ανέστησε την κόρη του Ιαείρου, θα αναστήσει και τον καθέναν από μας, που θα ήμαστε όχι απλώς πεθαμένοι, αλλά ιχνοστοιχεία μέσα στο χώμα μέχρι να ’ρθεί η ώρα της Ανάστασης. Κοιμητήριο λέμε κι εμείς τον χώρο που αποθέτουμε τους νεκρούς μας, παρ’ ότι ήμαστε στην ίδια εποχή, που κάποιοι όμως πλέον καταγελούν του πράγματος και λένε: Άμα πεθάνει κανείς, άστα τα υπόλοιπα…

Αδελφοί μου, η αρρώστια και ο θάνατος είναι δύο οδοστρωτήρες που ισοπεδώνουν τους ανθρώπους. Τους ισοπεδώνουν βιολογικά, τους ισοπεδώνουν πριν απ’ αυτό κοινωνικά, διαλύουν κάθε είδους διάκριση. Μπροστά στην αρρώστια και στον θάνατο ο πλουσιώτερος και ο φτωχότερος, ο απλούστερος και ο διασημότερος, είναι το ίδιο. Μπροστά στην αρρώστια και στον θάνατο είμαστε όλοι το ίδιο. Δεν περνάει εκεί ούτε η κοινωνική υπόληψη και το όνομα, ούτε τα χρήματα, ούτε τα οποιαδήποτε άλλα έχουμε, που μας ξεχωρίζουν απ’ τους άλλους ανθρώπους. Η αρρώστια και ο θάνατος είναι οδοστρωτήρες.

Και μπαίνει εδώ το μυστήριο που προηγήθηκε και το οποίο είπαμε, το μυστήριο τού πόσο εμπιστεύομαι τον Θεό. Το πόσο τον εμπιστεύομαι τον Θεό.

Ξέρετε, λέει κάποιος μια πάρα πολύ ωραία παρατήρηση. Βλέπουμε τον Θεό, όπως ένας αεροπόρος βλέπει το αλεξίπτωτό του. Ξέρει ότι υπάρχει εκεί κάπου δίπλα του, αλλά ελπίζει (ο αεροπόρος) ότι ποτέ δεν θα χρειαστεί να το χρησιμοποιήσει! Πολλές φορές η σχέση μας με το Θεό είναι ίδια! Τον έχουμε σαν ένα αλεξίπτωτο για ώρα ανάγκης, αλλά ελπίζουμε ποτέ να μη χρειαστεί να το χρησιμοποιήσουμε. Να μη χρειαστεί ποτέ να έρθει σε μας, ούτε αρρώστια, ούτε θάνατος.

Και επειδή δεν τοποθετούμαστε με ειλικρίνεια, αλλά τοποθετούμαστε μ’ αυτή την υστεροβουλία «ας έχουμε μια καβάτζα στην άκρη, μήπως και μας χρειαστεί», όταν έρχεται κάτι τέτοιο, μια αρρώστια, ένας θάνατος, το καίμε το αλεξίπτωτο. Λέμε: Εσύ είσαι; Άντε από δω. Δεν θέλω ούτε να σε ξέρω, ούτε να σε βλέπω. Καμμία σχέση δεν έχω μαζί σου! Ο Θεός περιμένει, και βέβαια ευτυχώς, το αλεξίπτωτο του Θεού δεν καίγεται. Τα μυαλά μας είναι καμμένα πολλές φορές.

Εκείνο που ξεκινάει τέτοιου είδους υποθέσεις και ιστορίες, είναι το μυστήριο της προσωπικής πίστεως του καθενός μας. Το πόσο αντέχει η πίστη μας στον οδοστρωτήρα μιας αρρώστιας, ή στον οδοστρωτήρα ενός θανάτου.

Δεν θα σας ταλαιπωρήσω άλλο. Θα σας διαβάσω απλώς μια μικρή γραμμή ακόμα, από τον ψαλμό 22, με τον οποίον λέει ο Δαυίδ ότι: Οδηγός μου, ποιμένας μου, φροντιστής μου, (κάλυμμά μου, αλεξίπτωτό μου, όπως θέλετε κι αν το πούμε) είσαι Συ Κύριε. Και λέει στον τέταρτο στίχο: «Συ, Κύριε, με συνοδεύεις ακόμα κι όταν μέσα από ολοσκότεινα διέρχομαι περάσματα. Και τότε ακόμα δεν θα φοβηθώ. Αφού μαζί μου είσαι Συ Κύριε. Το ραβδί Σου θα είναι στήριγμα παρηγοριάς για μένα και εμψύχωση».

Αυτό είναι πίστη. Όταν περνάω μέσα από ένα ολοσκότεινο πέρασμα, το πόσο εμπιστεύομαι το μπαστούνι του Θεού. Πόσο μπορώ να το πάρω κι εγώ για να περπατήσω.

Ο Θεός να το δώσει για όλους.