Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Σιμόν Βέϊλ - Η αγάπη, η πίστη και τα θαύματα…

Category: /

«Ο Μεσαίωνας αναζήτησε με επίμονο τρόπο ένα υλικό κριτήριο για την αγιότητα. Αυτή είναι η σημασία της αναζήτησης της φιλοσοφικής λίθου. Η πραγματική φιλοσοφική λίθος, το πραγματικό Γκράαλ είναι η Ευχαριστία. Ο Χριστός μάς υπέδειξε τι πρέπει να σκεφτόμαστε για τα θαύματα θέτοντας στο ίδιο το επίκεντρο της Εκκλησίας ένα θαύμα αόρατο και κατά κάποιον τρόπο συμβατικό (απλώς η σύμβαση είναι επικυρωμένη από το Θεό).

Ο Θεός θέλει να παραμείνει κρυμμένος. «Ο Πατέρας σας που κατοικεί εν τω κρυπτώ».

Ο Χίτλερ θα μπορούσε να πεθάνει και να αναστηθεί πενήντα φορές, αλλά αυτό δεν θα με έκανε να τον θεωρήσω υιό του Θεού. Και αν το Ευαγγέλιο αποσιωπούσε οποιαδήποτε αναφορά στην Ανάσταση του Χριστού, ο Σταυρός από μόνος του μου αρκεί.

Για μένα η απόδειξη, το πραγματικά θαυμαστό, εμπεριέχεται στην απόλυτη ομορφιά των διηγήσεων του Πάθους, σε κάποιες εκθαμβωτικές φράσεις του Ησαΐα: «Ταπεινωμένος, βασανισμένος, δεν άνοιξε το στόμα του», και του αγίου Παύλου: «Δεν θεώρησε την ισότητά του με το Θεό αποτέλεσμα αρπαγής… Κενώθηκε… Έγινε υπάκουος μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού», «Έγινε κατάρα». Και αυτό είναι που με υποχρεώνει να πιστεύω.

Από την άλλη πλευρά, όσο η Εκκλησία δεν διαμορφώνει μία ικανοποιητική διδασκαλία γύρω από τα γεγονότα που θεωρούνται θαυμαστά, θα προκαλέσει την απώλεια πολλών ψυχών εξαιτίας της φαινομενικής ασυμβατότητας ανάμεσα στη θρησκεία και την επιστήμη. Και πολλές άλλες ψυχές θα χαθούν γιατί, πιστεύοντας ότι ο Θεός επεμβαίνει συχνά «στο ύφασμα των αιτιατών» προκαλώντας ιδιαίτερα γεγονότα με έναν ιδιαίτερο σκοπό, θα αποδώσουν στο Θεό την ευθύνη όλων των θηριωδιών στις οποίες Αυτός δεν επεμβαίνει.

Η τρέχουσα αντίληψη περί θαυμάτων, είτε μας εμποδίζει να αποδεχθούμε την απόλυτη βούληση του Θεού, είτε μας υποχρεώνει να γίνουμε τυφλοί μπροστά στο μέγεθος και τη φύση του κακού, που υπάρχει στον κόσμο. Πράγμα εύκολο προφανώς, στο χώρο ενός μοναστηριού, αλλά και στον κόσμο, αν ζει κανείς στα πλαίσια ενός στενόμυαλου περιβάλλοντος.

Έτσι σε πολλές ευσεβείς ψυχές, ακόμη και άγιες, παρατηρείται μια θλιβερή αφέλεια. Η ανθρώπινη κατάσταση αγνοείται σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο Ιώβ θα μπορούσε να μην έχει ποτέ γραφτεί. Για τέτοιου είδους ψυχές δεν υπάρχουν παρά μόνο αμαρτωλοί από τη μια πλευρά και μάρτυρες που πεθαίνουν τραγουδώντας από την άλλη. Γι’ αυτό η χριστιανική πίστη δεν έχει απήχηση, γι’ αυτό δεν εξαπλώνεται σαν πυρκαγιά από τη μια ψυχή στην άλλη.

Εξάλλου, αν τα θαύματα είχαν τη φύση, τη σημασία και την αξία που τους αποδίδονται, η σημερινή τους σπανιότητα (παρά την ύπαρξη της Λούρδης και κάποιων άλλων μεμονωμένων περιπτώσεων) θα μπορούσε να οδηγήσει στην πεποίθηση ότι η Εκκλησία δεν έχει πλέον καμία σχέση με τον Θεό. Επειδή ο αναστημένος Χριστός είπε: «Όποιος πιστέψει και βαφτιστεί θα σωθεί, όποιος δεν πιστέψει θα καταδικαστεί. Να και τα θαύματα που θα κάνουν όσοι πιστέψουν: Στο όνομά μου θα διώχνουν δαιμόνια, θα μιλούν νέες γλώσσες, αν παίρνουν φίδια στα χέρια τους ή πίνουν κάτι δηλητηριώδες δεν θα παθαίνουν τίποτα με την επίθεση των χεριών τους πάνω σε αρρώστους θα τους θεραπεύουν».

Με βάση το παραπάνω κριτήριο, πόσοι πιστοί υπάρχουν σήμερα;

Τα μυστήρια της πίστης δεν αποτελούν αντικείμενο της νόησης, ως δυνατότητας που μας επιτρέπει να επιβεβαιώσουμε ή να αρνηθούμε κάτι. Δεν ανήκουν στην τάξη της αλήθειας αλλά σε μία ανώτερη. Το μοναδικό τμήμα της ανθρωπινής ψυχής που μπορεί να έχει μία πραγματική επαφή μ’ αυτά είναι η δύναμη της υπερφυσικής αγάπης. Γι’ αυτό μόνον ετούτη είναι ικανή να τα αποδεχτεί.

Ο ρόλος των άλλων δυνάμεων της ψυχής, με αφετηρία τη νόηση, είναι μόνο να αναγνωρίζουν ότι αυτό με το οποίο η υπερφυσική αγάπη έρχεται σε επαφή είναι πραγματικό˙ και ότι αυτή η πραγματικότητα είναι ανώτερη από το αντικείμενο της δικής τους δικαιοδοσίας και να σιωπούν μόλις η υπερφυσική αγάπη αφυπνίζεται στην ψυχή.

Η αρετή της αγάπης είναι η άσκηση της δύναμης της υπερφυσικής αγάπης. Η αρετή της πίστης είναι η υπαγωγή όλων των δυνάμεων της ψυχής στη δύναμη της υπερφυσικής αγάπης. Η αρετή της ελπίδας είναι ένας προσανατολισμός της ψυχής προς μία μεταμόρφωση μετά από την οποία η ψυχή θα είναι εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά αγάπη.

Οι άλλες δυνάμεις, για να υπαχθούν στη δύναμη της αγάπης, πρέπει να βρουν σ’ αυτήν το δικό της αγαθό η καθεμία˙ ιδιαίτερα η νόηση, που είναι η πιο πολύτιμη μετά από την αγάπη. Αυτή είναι η αληθινή φύση των πραγμάτων.

Όταν η νόηση τίθεται εκ νέου σε λειτουργία, αφού σιώπησε συγκατανεύοντας στην αγάπη να κυριεύσει όλη την ψυχή, κατέχει περισσότερο φως από πριν, μεγαλύτερη δυνατότητα σύλληψης των πραγμάτων, των αληθειών που ανήκουν στη δικαιοδοσία της.

Όχι μόνο! Πιστεύω ότι αυτές οι σιωπές αποτελούν για τη νόηση μία απαράμιλλη εκπαίδευση και της επιτρέπουν να συλλαμβάνει αλήθειες που διαφορετικά θα παρέμεναν σ’ αυτήν κρυμμένες για πάντα.

Υπάρχουν αλήθειες που υπάγονται στην εμβέλειά της, που αυτή μπορεί να τις συλλάβει, μα μόνον αφού διασχίσει εν σιωπή την περιοχή του απερινόητου. Αυτό δεν εννοεί ο Ιωάννης του Σταυρού ονομάζοντας την πίστη «νύχτα»;

Η νόηση μπορεί να αναγνωρίσει τα πλεονεκτήματα αυτής της υποταγής στην αγάπη, μόνο δια της εμπειρίας, βιώνοντας τα πράγματα. Πριν, δεν έχει καμία σχετική προσλαμβάνουσα παράσταση. Αρχικά, δεν έχει κανένα λογικό κίνητρο να δεχτεί αυτή την υποταγή. Συνεπώς, αυτή η υποταγή είναι κάτι υπερφυσικό, που μόνον ο Θεός ενεργεί.

Η πρώτη σιωπή, που διαρκεί μόλις μία στιγμή και που συντελείται μέσω όλης της ψυχής υπέρ της υπερφυσικής αγάπης, είναι ο σπόρος που ρίχνει ο Σπορέας, είναι ο σχεδόν αόρατος κόκκος του σιναπιού, που μία μέρα θα γίνει το Ξύλο του Σταυρού.

Κατά παρόμοιο τρόπο, όταν κανείς επικεντρώνει την προσοχή του σε ένα μουσικό κομμάτι πραγματικά ωραίο (πράγμα που ισχύει εξίσου για την αρχιτεκτονική, τη ζωγραφική, κλπ), η νόηση δεν έχει τίποτα να επιβεβαιώσει ή να αρνηθεί. Όλες οι δυνάμεις της ψυχής, συμπεριλαμβανομένης και της νόησης, σιωπούν και κρέμονται από την ακοή. Η ακοή απευθύνεται σε ένα πράγμα ακατανόητο, που είναι όμως πραγματικό και αγαθό. Και η νόηση, μολονότι δεν συλλαμβάνει καμία αλήθεια, εντούτοις τρέφεται απ’ αυτό

 

Από βιβλίο της Σιμόν Βέϊλ «Επιστολή προς ένα ιερέα», Γράμμα 133, Εκδόσεις ΕΥΘΥΝΗ-Αναλόγιο (σελ. 60-64)