Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης
enoriako.info

Αγία Γραφή

 

Τα Ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην

Κεφ. ιγ’, 31-38, ιδ’, ιε’, ιστ’, ιζ’, ιη’, 1 

 

Eἶπε ὁ Κύριος στούς μαθητές του:

   -Ἦλθε ἡ ὥρα νά δοξασθῆ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου· καί δι’ αὐ­τοῦ νά δοξασθῆ ὁ Θεός. Μά ἀφοῦ ὁ Θεός θά δοξασθῆ χάρις σ᾿ αὐτόν, γι᾿ αὐτό καί ὁ Θεός θά τόν δοξάσει μέ τόν δικό Του τρόπο· καί θά τόν δο­ξά­σει πολύ γρήγορα. Ἀγαπημένα μου παιδιά, γιά  λίγο ἀκόμη θά βρίσκωμαι μαζί σας, θά μέ ἀναζητεῖτε. Μά αὐτό πού τό εἶχα πεῖ καί στούς Ἰουδαί­ους, ὅτι «ἐκεῖ πού πάω ἐγώ σεῖς δέν μπορεῖτε νά ἔλθετε», τό λέω τώρα καί σέ σᾶς.

 Σᾶς δίνω μιά καινούργια ἐντολή: Νά «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». Ὅπως ἐγώ ἐκδήλωσα τήν ἀγάπη μου γιά σᾶς, μέ ἀνάλογο τρόπο νά ἐκδηλώ­σετε καί σεῖς τήν ἀγάπη σας ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο. Ἀπό αὐτό θά καταλα­βαί­νει ὁ κόσμος, ὅτι εἶστε μαθητές μου: ἀπό τό ἄν δείχνετε ὁ ἕνας ἀγάπη στόν ἄλλο.

          Τοῦ λέει τότε ὁ Σίμων Πέτρος:

          - Κύριε, ποῦ θά πᾶς;

          Τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς:

          - Ἐκεῖ πού πηγαίνω ἐγώ, σύ δέν μπορεῖς νά μέ ἀκολουθήσεις τώ­ρα· μά ἀργότερα θά μέ ἀκολουθήσεις.

          Τοῦ λέει ὁ Πέτρος:

          - Κύριε, γιατί τάχα δέν μπορῶ νά σέ ἀκολουθήσω τώρα; Ἀκόμα καί τήν ψυχή μου θά θυσιάσω γιά σένα.

          Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς:

          - Σύ θά θυσιάσεις τήν ψυχή σου γιά μένα; Ἀλήθεια σοῦ λέω· δέν θά προλάβει νά λαλήσει ὁ πετεινός, καί θά μέ ἔχεις ἀρνηθῆ τρεῖς φορές.

Νά μή ταράζεται ἡ καρδιά σας· νά ἔχετε πίστη στόν Θεό· νά ἔ-χετε πίστη καί σέ μένα. Στήν οἰκία τοῦ Πατέρα μου ὑπάρχουν πολλές μονές (τόποι διαμονῆς)· διαφορετικά, θά σᾶς ἔλεγα, ὅτι πηγαίνω νά σᾶς ἑτοι­μά­σω τόπο καί ὅτι ἀφοῦ πάω καί σᾶς ἑτοιμάσω τόπο, θά ἔλθω πάλι καί θά σᾶς πάρω κοντά μου· γιά νά εἶστε γιά πάντα, ἐκεῖ πού θά εἶμαι ἐγώ. Ποῦ πηγαίνω, τό ξέρετε. Καί τήν ὁδό τήν ξέρετε.

          Τοῦ λέει ὁ Θωμᾶς:

          - Κύριε, ἐμεῖς δέν ξέρουμε, ποῦ πηγαίνεις. Πῶς εἶναι λοιπόν δυνατό νά ξέρουμε τήν ὁδό;

          Τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς:

          - Ἐγώ εἶμαι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή. Κανείς δέν θά μπορέ­σει ποτέ νά πάει στόν Πατέρα, παρά μόνο δι᾿ ἐμοῦ. Γι᾿ αὐτό σᾶς λέω: Ἄν λοιπόν εἴχατε καταλάβει ἐμένα, θά εἴχατε καταλάβει καί τόν Πατέρα μου. Ἀλλά νά τώρα πιά ἀρχίζετε νά τόν καταλαβαίνετε καί νά τόν βλέ­πετε.

          Τοῦ λέγει ὁ Φίλιππος:

          - Κύριε, δεῖξε μας τόν Πατέρα καί αὐτό μᾶς ἀρκεῖ.

          Τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς:

          - Τόσον καιρό εἶμαι μαζί σας, καί δέν μέ κατάλαβες ἀκόμη, Φίλιπ­πε; Ὅ­ποιος βλέπει ἐμένα, βλέπει καί τόν Πατέρα. Πῶς λοιπόν, σύ ἐξακο­λου­θεῖς νά λές: Δεῖξε μας τόν Πατέρα; Δέν τό πιστεύεις, ὅτι ἐγώ εἶμαι ἕνα μέ τόν Πατέρα καί ὁ Πατέρας ἕνα μέ ἐμένα; Τά λόγια πού σᾶς λέγω, δέν εἶναι λόγια γήινα, πού τά λέει κάποιος ἄνθρωπος ἀπό μέρους του· ὁ Πατέρας μου, πού εἶναι ἕνα μέ ἐμένα, Αὐτός εἶναι πού κάνει τά ἔργα. Πιστέψτε με: ἐγώ εἶμαι ἕνα μέ τόν Πατέρα καί ὁ Πατέρας ἕνα μέ ἐμένα. Καί ἄν δέν πιστεύετε σ᾿ ἐμένα ἀπό αὐτά πού σᾶς λέω, τοὐλάχιστον προσπαθῆστε νά πιστεύετε ἀπό τά ἔργα πού κάνω.

- Σᾶς λέω ἀλήθεια· ὅποιος πιστεύει σ᾿ ἐμένα, τά ἔργα πού κάνω ἐγώ, θά τά κάνει καί αὐτός. Θά κάνει καί πιό μεγάλα ἀκό­μη· καί τοῦτο, γιατί ἐγώ πηγαίνω στόν Πατέρα μου· καί γι᾿ αὐτό ὅ,τι κι ἄν ζητήσετε στό Ὄνομά μου, θά τό κάνω, γιά νά δοξασθῆ ὁ Πατέ­ρας χάρις στόν Υἱό. Ναί, ὁ,τιδήποτε καί ἄν ζητᾶτε στό Ὄνομά μου, ἐγώ θά τό κάνω.

          - Ἐάν μέ ἀγαπᾶτε, νά τηρεῖτε τίς ἐντολές μου. Καί τότε ἐγώ θά παρακαλέσω τόν Πατέρα νά σᾶς δώσει καί ἄλλον Παράκλητο, νά μένει γιά πάντα μαζί σας: τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας. Ὁ κόσμος αὐτό δέν μπορεῖ νά τό πάρει, γιατί τό Πνεῦμα καί εἶναι κοντά σας καί θά εἶναι πάντοτε μαζί σας. Δέν θά σᾶς ἀφήσω ὀρφανούς· θά ἔλθω γρήγορα κοντά σας. Λίγο ἀκόμη, καί ὁ κόσμος θά πάψει νά μέ βλέπει· μά σεῖς θά ἐξακολουθήσετε νά μέ βλέπε­τε· γιατί ὅπως ἐγώ ζῶ, ἔτσι καί σεῖς θά ζῆτε. Ἐκείνη τήν ἡμέρα θά τό κα­τα­λάβετε ὅτι ἐγώ εἶμαι ἕνα μέ τόν Πατέρα μου· καί σεῖς ἕνα μέ ἐμέ­να· καί ἐγώ ἕνα μέ σᾶς. Ἐκεῖνος πού ἔχει μάθει τίς ἐντολές μου καί τίς τηρεῖ, αὐτός εἶναι πού μέ ἀγαπάει· ἀλλά ἐκεῖνον πού ἀγαπάει ἐμένα, θά τόν ἀγαπάει καί ὁ Πατέρας μου· θά τόν ἀγαπάω καί ἐγώ· καί θά τοῦ φανερώσω τόν ἑαυτό μου.

          Τόν ρώτησε ὁ Ἰούδας, ὄχι ὁ Ἰσκαριώτης:

          - Κύριε, τί συνέβη καί θά φανερώσεις τόν ἑαυτό σου μόνο σέ μᾶς καί ὄχι σέ ὅλον τόν κόσμο;

          Τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς:

          - Ὅποιος μέ ἀγαπάει, θά τηρεῖ τόν λόγο μου· καί τότε ὁ Πατέρας μου θά τόν ἀγαπάει· καί θά ἔλθουμε κοντά του· καί θά κάνουμε κατοικία μας τήν καρδιά του. Ὅποιος δέν μέ ἀγαπάει, δέν θά τηρεῖ τά λόγια μου. Καί ἡ διδασκαλία αὐτή, πού ἀκοῦτε, δέν εἶναι δική μου, ἀλλά τοῦ Πατέ­ρα· Ἐκείνου πού μέ ἔστειλε.

          Ἐγώ ὅλο αὐτά σᾶς ἔλεγα, ὅσο εἶμαι κοντά σας. Ἀλλά ὁ Παράκλη­τος, τό Ἅγιο Πνεῦμα πού θά Τό στείλει ὁ Πατέρας στό Ὄνομά μου, Ἐκεῖ­νος θά σᾶς τά διδάξει ὅλα· καί θά σᾶς τά ὑπενθυμίσει ὅλα ἐκεῖνα πού σᾶς ἔχω πεῖ ἐγώ.

          Σᾶς ἀφήνω εἰρήνη. Σᾶς δίνω τήν δική μου εἰρήνη. Αὐτά πού δίνω ἐγώ, δέν εἶναι σάν ἐκεῖνα πού δίνει ὁ κόσμος. Μήν ἀφήνετε τήν καρδιά σας νά ταράζεται· μήτε νά δειλιάζει. Τό ἀκούσατε, αὐτό  πού ἐγώ σᾶς εἶπα: «Τώρα πηγαίνω· ἀλλά θά ἔλθω πάλι κοντά σας». Ἄν μέ ἀγαπούσατε, θά εἴχατε δοκιμάσει μεγάλη χαρά, πού σᾶς εἶπα ὅτι «πηγαίνω στόν Πατέρα», γιατί ὁ Πατέρας μου εἶναι μεγαλύτερος ἀπό ἐμένα. Σᾶς λέγω αὐτά τώρα, λίγο πρίν νά γίνουν πραγματικότητα, ὥστε -τότε πού θά γίνουν- νά τά πιστεύετε. Δέν ἔχω πιά περιθώριο νά κουβεντιάσω γιά πολλά πράγμα­τα μαζί σας· γιατί ἔρχεται ὁ ἄρχοντας τοῦ κόσμου τούτου, πού πάνω μου δέν θά μπορέσει νά βρεῖ ἀπολύτως τίποτε τό δικό του. Μά (ὅ,τι γίνει, θά γίνει) γιά νά τό καταλάβει ὁ κόσμος, ὅτι ἀγαπάω τόν Πατέρα· καί ὅτι ἐγώ κάνω, αὐτό πού μοῦ ἔδωσε ὁ Πατέρας ἐντολή νά κάνω. Σηκωθῆτε· ἄς φύγουμε ἀπό ἐδῶ.

          - Ἐγώ εἶμαι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή· καί ὁ Πατέρας μου εἶναι ὁ γε­ωρ­γός. Κάθε κλῆμα πού -ἐνῶ εἶναι ἑνωμένο μέ ἐμένα- δέν κάνει καρπό, τό κόβει· καί ὅποιο κάνει καρπό τό «καθαρίζει», γιά νά κάνει στό ἑξῆς ἀκό­μη περισσότερο καρπό. Σεῖς εἶστε ἀπό τώρα καθαροί χάρις στόν λόγο πού σᾶς διδάσκω. Μένετε ἑνωμένοι μέ ἐμένα· καί τότε θά εἶμαι καί ἐγώ ἑνω­μένος μέ σᾶς. Ὅπως τό κλῆμα δέν ἔχει τήν δύναμη νά κάνει καρπό ὄντας μόνο του, δηλαδή ἄν δέν εἶναι ἑνωμένο μέ τήν ἄμπελο, ἔτσι καί σεῖς· ἄν δέν μείνετε ἑνωμένοι μέ ἐμένα. Ἐγώ εἶμαι ἡ ἄμπελος· σεῖς εἶστε τά κλήματα· ὅποιος μένει ἑνωμένος μέ ἐμένα καί ἐγώ μέ αὐτόν, αὐτός κάνει καρπό πολύ· διαφορετικά, χωρισμένοι ἀπό ἐμένα, δέν θά μπορέσετε ποτέ νά κά­νε­τε κανένα καρπό. Ὅποιος δέν μένει ἑνωμένος μέ ἐμένα, τόν πετᾶνε ἔξω σάν τό κομμένο κλῆμα· καί ξεραίνεται· καί τά μαζεύουν καί τά ρίχνουν στήν φωτιά· καί τά καῖνε. Ἄν λοιπόν μένετε ἑνωμένοι μέ ἐμένα καί τά λό­για μου μένουν μέσα στήν καρδιά σας, τότε ζητῆστε μου ὅ,τι θέλετε· καί θά σᾶς τό κάνω. Ὁ Πατέρας μου ἀπό σᾶς δοξάζετε, μόνον ὅταν σεῖς κά­νε­τε καρπό πολύ· ὅταν ἀναδειχθῆτε ἀληθινοί μαθητές μου.

          - Ὅσο ὁ Πατέρας ἀγαπάει ἐμένα, τόσο ἐγώ ἀγαπάω σᾶς. Φρον­τί­στε νά μή χάσετε τήν ἀγάπη μου. Καί δέν θά τήν χάσετε ποτέ τήν ἀγάπη μου, ἄν τηρεῖτε τίς ἐντολές μου· γιατί ἔτσι καί ἐγώ τηρῶ τίς ἐν­το­λές τοῦ Πατέρα μου καί δέν μένω στήν ἀγάπη Του.

          Αὐτά σᾶς τά εἶπα, γιά νά ἔλθει ἡ δική μου χαρά γιά πάντα σέ σᾶς· καί ἔτσι ἡ δική σας χαρά νά γίνει πλήρης καί τέλεια χαρά. Αὐτή εἶναι ἡ δική μου ἐντολή: Νά ἀγαπᾶτε ὁ ἔνας τόν ἄλλο, ὅπως σᾶς ἀγαπάω ἐγώ.

Δέν ὑπάρχει πιό μεγάλη ἀγάπη, ἀπό τό νά θυσιάσει τήν ψυχή του κάποιος γιά τούς φίλους του, γιά ἐκείνους πού ἀγαπάει. Σεῖς θά εἶστε φίλοι μου, ἄν κάνετε αὐτά πού σᾶς λέγω στίς ἐντολές μου. Δέν σᾶς λέω πιά δούλους μου, γιατί ὁ δοῦλος ποτέ δέν μαθαίνει, τί σκέπτεται νά κάνει ὁ κύριός του· σᾶς λέω φίλους μου, γιατί ὅλα ὅσα μοῦ εἶπε ὁ Πατέρας μου, τά ἔκανα γνωστά σέ σᾶς. Δέν μέ διαλέξατε σεῖς· ἐγώ σᾶς διάλεξα. Καί σᾶς δίνω ἀποστολή νά κάνετε καρπό πολύ, καρπό πού θά μένει γιά πάντα· καί ὅ,τι καί ἄν ζητεῖτε ἀπό τόν Πατέρα στό ὄνομά μου, νά σᾶς τό δίνει. Αὐτή τήν ἐντολή σᾶς δίνω: νά ἀγαπᾶτε ὁ ἔνας τόν ἄλλο.

          - Ὅταν ὁ κόσμος σᾶς μισεῖ, νά τό ξέρετε, ὅτι ἐμένα μέ μισεῖ περισ­σότερο ἀπό σᾶς. Ἄν ἤσαστε ἀπό τόν κόσμο, ὁ κόσμος σάν δικούς του, θά σᾶς ἀγαποῦσε. Ἀφοῦ ὅμως δέν ἤσαστε πιά ἐκ τοῦ κόσμου, ἀφοῦ ἐγώ σᾶς ἀποτράβηξα ἀπό τόν κόσμο, γι᾿ αὐτό σᾶς μισεῖ ὁ κόσμος. Νά φέρνετε συνε­χῶς στόν νοῦ καί στό στόμα σας τά λόγια πού σᾶς εἶπα: Δέν εἶναι δυ­να­τό δοῦλος νά εἶναι μεγαλύτερος ἀπό τόν κύριό του. Ἄν ἐμένα μέ κατε­δίωξαν, θά σᾶς καταδιώξουν καί σᾶς. Ἄν τόν δικό μου λόγο τόν τηροῦν, θά τόν τηροῦν καί τόν δικό σας. Μά ὅλα αὐτά θά τά κάνουν σέ σᾶς, ἐπει­δή ἔχετε τό ὄνομά μου· (Ἐκεῖνον πού μέ ἔστειλε, ἔτσι κι ἀλλιῶς αὐτοί δέν Τόν ξέρουν). Ἄν δέν εἶχα ἔλθει καί δέν τούς εἶχα μιλήσει, δέν θά εἶχαν ἁμαρτία. Μά τώρα τήν ἁμαρτία τους δέν θά μπορέσουν νά τήν δικαιολο­γήσουν μέ τίποτε. Ὅποιος μισεῖ ἐμένα, μισεῖ καί τόν Πατέρα μου. Ἄν δέν εἶχα κάνει ἀνάμεσά τους τά ἔργα, πού κανένας ἄλλος δέν ἔκανε ποτέ, δέν θά εἶχαν ἁμαρτία. Μά νά, καί τά εἶδαν καί μίσησαν, καί ἐμένα καί τόν Πατέρα μου. Ἀλλά αὐτό γίνεται, γιά νά ἐκπληρωθῆ ὁ λόγος τοῦ Θε­οῦ πού εἶναι γραμμένος στόν Νόμο πού πιστεύουν, καί λέγει: Μέ μίσησαν χωρίς λόγο.

          Αὐτά γιά τώρα. Μά ὅταν θά ἔλθει ὁ Παράκλητος, πού θά σᾶς στεί­λω ἐγώ ἀπό τόν Πατέρα μου, τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, πού ἐκπορεύε­ται ἀπό τόν Πατέρα, Αὐτός (ὁ Παράκλητος) θά σᾶς ὁδηγήσει στήν σωστή ἀντίληψη γιά μένα. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα καλεῖσθε σεῖς νά δίνετε τήν σωστή μαρτυρία γιά μένα· γιατί εἶσθε ἀπό τήν ἀρχή μαζί μου.

          Αὐτά σᾶς τά λέγω, γιά νά μή σκανδαλισθῆτε καί χάσετε τήν πίστη σας. Θά σᾶς ἀπορρίψουν κοινωνικά (ἀπό τίς συναγωγές). Θά ἔρθει ὥρα, πού ὅποιος σᾶς θανατῶσει, θά νομίζει πώς ἔτσι ὑπηρετεῖ τόν Θεό. Μά αὐτά θά σᾶς τά κάνουν, ἐπειδή δέν κατάλαβαν, οὔτε ποιός εἶναι ὁ Πατέρας, οὔτε τί εἶμαι ἐγώ. Ἀλλά ὅλα αὐτά σᾶς τά λέγω, γιά νά τό θυμηθῆτε, ὅταν θά ἔλθει ἐκεί­νη ἡ ὥρα, ὅτι ἐγώ σᾶς τά εἶχα πεῖ. Δέν σᾶς τά ἔλεγα ἀπό τήν ἀρ­χή, ἐπειδή ἤμουν μαζί σας. Μά τώρα πηγαίνω σ᾿ ἐκεῖνον πού μέ ἀπέστει­λε. Καί νά, κανείς σας δέν μέ ρωτάει «Ποῦ πηγαίνεις;», ἀλλά ἐπειδή σᾶς εἶπα τέτοια πράγματα, ἡ καρδιά σας γέμισε λύπη. Ἀλλά ἐγώ σᾶς λέω τήν ἀλή­θεια: Σᾶς συμφέρει νά φύγω· γιατί, ἄν δέν φύγω ἐγώ, δέν θά ἔλθει σέ σᾶς ὁ Παράκλητος· ἐνῶ, ἄν ἐγώ φύγω καί πάω (στόν Πατέρα), θά σᾶς Τόν στείλω. Καί Ἐκεῖνος (ὁ Παράκλητος), ὅταν ἔλθει, θά δείξει στόν κό­σμο, τί εἶναι ἁμαρτία, τί δικαιοσύνη καί τί κρίση. Καί ἁμαρτία μέν εἶναι, ὅτι δέν πιστεύουν σ᾿ ἐμένα. Δικαιοσύνη εἶναι, ὅτι ἐγώ (μετά τόν σταυρικό θά­νατο) πηγαίνω στόν Πατέρα μου· καί ἀπό κεῖ καί πέρα δέν θά μέ βλέ­πετε πιά. Καί κρίση, ὅτι ὁ ἄρχοντας τοῦ κόσμου τούτου δικάσθηκε καί καταδικάσθηκε.

          Ἐγώ μπορῶ νά σᾶς πῶ πολλά. Μά σεῖς τώρα δέν ἔχετε τήν δύ­ναμη νά τά κατανοήσετε. Ὅταν ὅμως θά ἔλθει Ἐκεῖνος, τό Πνεῦμα τῆς Ἀλη­θεί­ας, θά σᾶς ὁδηγήσει σέ ὅλη τήν ἀλήθεια. Δέν θά μιλάει ἀπό κεφαλιοῦ Του. Ἀντίθετα θά σᾶς λέγει ἐκεῖνα, πού ἔχει ἀκούσει· καί θά σᾶς προαναγ­γέλλει ἐκεῖνα πού πρόκειται νά συμβοῦν. Ἐκεῖ-νος θά μέ δοξάσει. Ἀπό τά δικά μου θά παίρνει· καί θά σᾶς ἀναγγέλ-λει. Ὅλα ὅσα ἔχει ὁ Πατέρας, εἶναι δικά μου. Γι᾿ αὐτό σᾶς εἶπα ὅτι: Ἀ-πό τά δικά μου θά παίρνει· καί αὐτά θά μεταφέρει σέ σᾶς.

          Λίγο ἀκόμη, καί δέν θά μέ βλέπετε πιά· καί ἄλλο λίγο, καί θά ἀρ­χί­σετε πάλι νά μέ βλέπετε· γιατί ἐγώ πηγαίνω στόν Πατέρα.

          Εἶπαν τότε μεταξύ τους μερικοί ἀπό τούς μαθητές του:

          - Τί εἶναι αὐτό πού μᾶς λέγει, «λίγο ἀκόμη καί δέν θά μέ βλέπετε πιά καί ἄλλο λίγο, καί θά ἀρχίσετε νά μέ βλέπετε πάλι»· καί τό «ἐγώ πηγαίνω στόν Πατέρα»;

          Ἔλεγαν λοιπόν μεταξύ τους:

          - Τί εἶναι αὐτό πού λέγει; Τί εἶναι αὐτό τό «λίγο ἀκόμη»; Δέν κατα­λαβαίνουμε, τί λέει.

          Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τό κατάλαβε, ὅτι ἤθελαν νά τόν ρωτήσουν· καί τούς εἶπε:

          - Συζητᾶτε μεταξύ σας γιά τοῦτο: ὅτι σᾶς εἶπα «λίγο ἀκόμη καί δέν θά μέ βλέπετε· καί ἄλλο λίγο ἀκόμη καί θά ἀρχίσετε νά μέ βλέπετε πά­λι». Σᾶς λέω ὅλη τήν ἀλήθεια, ὅτι: Σεῖς θά κλαῖτε καί θά θρηνεῖτε· καί ὁ κόσμος θά χαίρεται. Σεῖς θά λυπηθῆτε καί θά πονέσετε πολύ. Μά ἡ λύπη σας θά μετατραπῆ σέ χαρά. Ἡ κάθε γυναίκα, ὅταν γεννάει, ἔχει πόνο σω­μα­τικό, ἐπειδή ἦλθε ἡ ὥρα της· μά ὅταν πιά γεννήσει τό παιδί, ἀπό τήν χα­ρά της πού ἔφερε ἕναν νέο ἄνθρω-πο στόν κόσμο, δέν θυμᾶται πιά τόν πόνο της. Ἔτσι καί σεῖς, τώρα ἔχετε λύπη καί πόνο. Μά θά σᾶς δῶ καί πάλι· καί τότε ἡ καρδιά σας θά γεμίσει χαρά. Καί αὐτήν τήν χαρά σας, δέν θά μπορεῖ πιά νά σᾶς τήν πάρει κανείς. Ἀπό ἐκείνη τήν ἡμέρα δέν θά χρειάζεται πιά νά παρακαλεῖτε ἐμένα γιά τίποτε. Σᾶς λέω ὅλη τήν ἀλή­θεια, ὅτι τότε ὅ,τι κι ἄν ζητήσετε ἀπό τόν Πατέρα στό ὄνομά μου, θά σᾶς τό δώσει. Μέχρι τώρα δέν Τόν παρακαλέσατε ποτέ γιά τίποτε στό ὄνομά μου. Ἀρχίστε νά Τοῦ ζητεῖτε· καί Ἐκεῖνος θά σᾶς τό δίνει, γιά νά εἶναι ἡ χαρά σας τελεία καί πλήρης. Αὐτά σᾶς τά εἶπα κάπως αἰνιγματικά γιά σᾶς. Μά ἔρχεται ἡ ὥρα, πού δέν θά σᾶς μιλάω πιά αἰνιγματικά, ἀλλά θά σᾶς ἐκθέσω τά περί τοῦ Πατρός μέ πλήρη σαφήνεια. Ἐκείνη τήν ἡμέρα θά ἀρχίσετε νά ζητᾶτε στό ὄνομά μου. Καί δέν σᾶς λέω, ὅτι ἐγώ θά παρακαλέσω γιά σᾶς τόν Πατέρα· γιατί ὁ Πατέρας ἀπό μόνος Του σᾶς ἀγαπάει, ἐπειδή καί σεῖς ἀγαπᾶτε ἐμένα· καί ἐπιστεύσατε, ὅτι ἐγώ προῆλθα ἀπό τόν Θεό. Ναί, προῆλθα ἀπό τόν Θεό καί ἦλθα στόν κό­σμο. Πάλι ἀφήνω τόν κόσμο, καί γυρίζω στόν Πατέρα.

          Τοῦ λένε οἱ μαθητές του:

          - Νά τώρα τά λές ὁλοκάθαρα. Τά λόγια σου δέν ἔχουν πιά τίποτε τό αἰνιγματικό. Τώρα πιά τό καταλαβαίνουμε, ὅτι τά ξέρεις ὅλα καί δέν ἔχεις ἀνάγκη νά σέ ρωτᾶνε· αὐτό μᾶς κάνει καί τό πιστεύουμε, ὅτι προῆλθες ἀπό τόν Θεό.

          Τούς ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς:

          - Τώρα τό πιστεύετε; Νά, ἔρχεται ὥρα, -καί ἔφθασε κι ὅλας- νά σκορ­πισθῆτε, νά πάρει ὁ καθένας σας τόν δρόμο γιά τό σπίτι του καί ἐμέ­να νά μέ ἀφήσετε μόνον. Βέβαια ἐγώ δέν εἶμαι μόνος μου· γιατί ὁ Πατέ­­ρας εἶναι πάντοτε μαζί μου. Αὐτά σᾶς τά λέγω, γιά νά μπορέσετε νά βρῆτε κοντά μου εἰρήνη. Στόν κόσμο θά ἔχετε θλίψη καί πόνο. Μά ἔχετε θάρρος. Ἐγώ τόν νίκησα τόν κόσμο.

          Αὐτά εἶπε ὁ Ἰησοῦς· καί μετά σήκωσε τά μάτια του στόν οὐρανό· καί εἶπε:

          - Πάτερ, ἦλθε ἡ ὤρα· Δόξασε τόν Υἱό σου, γιά νά μπορέσει καί ὁ Υἱός σου νά δοξάσει Ἐσένα· ὅπως Σύ ἔδωσες σ᾿ αὐτόν ἐξουσία ἐπάνω σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἔτσι καί αὐτός νά δώσει σ᾿ αὐτούς αὐτό πού Σύ ἔδωσες σ᾿ αὐτόν, δηλαδή ζωή αἰώνια. Καί αἰώνια ζωή εἶναι αὐτό: νά γνωρίζουν Ἐσένα τόν μόνον ἀληθινό Θεό καί ἐκεῖνον πού Σύ τούς ἔστει­λες· τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Ἐγώ Σέ δόξασα στήν γῆ· τό ἔρ-γο πού μοῦ ἀνέ­θεσες νά κάνω, τό ἔφερα σέ πέρας. Καί τώρα, Πατέρα, δόξασέ με Σύ· πάρε με κοντά Σου· καί δός μου τήν δόξα, πού εἶχα κοντά Σου, πρίν δημιουρ­γηθῆ ὁ κόσμος.

          - Φανέρωσα τό Ὄνομά Σου στούς ἀνθρώπους, πού Σύ τούς πῆ-ρες ἀπό τόν κόσμο καί τούς ἐδωσες σέ μένα. Δικοί Σου ἦταν· καί Σύ τούς ἔ­δω­σες σέ μένα. Καί τόν λόγο Σου τήρησαν. Τώρα πιά τό ἔχουν καταλάβει, ὅτι ὅλα ὅσα μοῦ ἔχεις δώσει, εἶναι ἀπό Σένα, ἐπειδή ἐγώ, τά λόγια πού μοῦ ἔδωσες Σύ, τά παρέδωσα σ᾿ αὐτούς· καί αὐτοί τά παρέλα­βαν· καί γι᾿ αὐτό, τό κατάλαβαν καλά, ὅτι προῆλθα ἀπό Σένα· καί τό πί­στευ­σαν, ὅτι μέ ἔστειλες Σύ. Ἐγώ τώρα Σέ παρακαλῶ γι᾿ αὐτούς. Ναί, τώ­ρα δέν Σέ παρακαλῶ γιά τόν κόσμο ὅλο, ἀλλά μόνο γι᾿ αὐτούς πού μοῦ ἔδωσες· γιατί αὐτοί εἶναι δικοί Σου· (βέβαια ὅλα τά δικά μου, δικά Σου εἶναι· καί ὅλα τά δικά Σου εἶναι καί δικά μου)· καί ἡ δόξα μου ἔχει φανερωθῆ σ᾿ αὐτούς. Μά στό ἑξῆς ἐγώ δέν θά βρίσκωμαι πιά στόν κόσμο. Αὐτοί ὅμως θά μείνουν στόν κόσμο· ἐνῶ ἐγώ ἔρχομαι σέ Σένα.

          - Πάτερ ἅγιε, φύλαξέ τους μέ τήν δύναμη τοῦ Ὀνόματός Σου, πού τό ἔδωσες καί σέ μένα· κάνε νά εἶναι καί αὐτοί ἕνα, ὅπως εἴμα-στε ἐμεῖς. Ὅταν ἤμουν μαζί τους στόν κόσμο, τούς φύλαττα ἐγώ μέ τήν δύναμη τοῦ Ὀνόματός Σου. Σύ μοῦ τούς ἔδωσες· καί ἐγώ τούς φύλαξα. Καί κανένας ἀπό αὐτούς δέν χάθηκε, παρά μόνο ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας· κατά τήν προφητεία τῆς Γραφῆς. Μά τώρα ἐγώ ἔρχομαι σέ Σένα· καί αὐτά τά λέ­γω, ὅσο εἶμαι ἀκόμη στόν κόσμο, γιά νά ἔ-χουν τήν χαρά τήν δική μου σέ πλήρη καί σέ τέλειο βαθμό μέσα τους. Ἐγώ τούς ἔδωσα τόν λόγο Σου. Ἀλλά ὁ κόσμος τούς μίσησε: ἐπειδή, ὅπως ἐγώ δέν εἶμαι ἐκ τοῦ κόσμου, ἔτσι καί αὐτοί, ἀπό ὅταν δέχθηκαν τόν λόγο Σου, δέν εἶναι πιά ἐκ τοῦ κόσμου. Δέν σέ πα-ρακαλῶ, νά τούς βγάλεις ἀπό τόν κόσμο· ἀλλά νά τούς προφυλάξεις ἀπό τίς πλάνες τοῦ πονηροῦ. Ναί, δέν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου, ὅπως καί ἐγώ δέν εἶμαι ἐκ τοῦ κόσμου.

          - Ἁγίασέ τους καί ἀφιέρωσέ τους νά ὑπηρετοῦν τήν ἀλήθεια Σου· γιατί μία εἶναι ἡ ἀλήθεια: ὁ λόγος Σου. Ὅπως Σύ ἔστειλες ἐμένα στόν κό­σμο, ἔτσι καί ἐγώ ἔστειλα αὐτούς στόν κόσμο. Καί γι᾿ αὐτό ἐ-γώ θυσι­ά­ζω τόν ἑαυτό μου γιά αὐτούς· γιά νά εἶναι πραγματικά καί τέλεια ἁγι­α­­σμένοι. Ὅμως δέν Σέ παρακαλῶ μόνον γι᾿ αὐτούς, ἀλλά καί γιά ὅλους ἐκείνους πού θά πιστεύσουν σέ μένα μέ τόν λόγο τους· καί Σοῦ ζητῶ, νά εἶναι ὅλοι ἕνα· ὅπως Σύ, Πάτερ, εἶσαι ἕνα μέ μένα καί ἐγώ ἕνα μέ Σέ­να· ἔτσι καί αὐτοί νά εἶναι ἕνα μέ ἐμᾶς· γιατί μόνο τότε θά τό πιστεύσει ὁ κόσμος, ὅτι Σύ μέ ἔστειλες. Ἐγώ τούς ἔδωσα τήν δόξα πού Σύ μοῦ ἔδω­σες, γιά νά μπορέσουν νά γίνουν ἕνα μέ Ἐ-μᾶς, ὅπως καί Ἐμεῖς εἴμαστε Ἕνα. Ἐγώ θά εἶμαι ἕνα μέ αὐτούς· καί Σύ ἕνα μέ ἐμένα· καί ἔτσι θά εἶ­ναι καί αὐτοί τέλεια ἑνωμένοι μέ Ἐμᾶς σέ ἕνα· καί ἔτσι καί ὁ κόσμος θά τό καταλάβει, ὅτι Σύ μέ ἔστει-λες· καί ὅτι τούς δικούς μου τούς ἀγαπᾶς, ὅ­πως ἀγαπᾶς ἐμένα.

          - Πάτερ, αὐτούς πού μοῦ ἔδωσες, τούς θέλω νά εἶναι καί αὐτοί ἐκεῖ πού θά εἶμαι καί ἐγώ, νά βλέπουν τήν δόξα μου, τήν δόξα πού Σύ μοῦ ἔδωσες· ἐπειδή μέ ἀγαπᾶς πρό καταβολῆς κόσμου. Πάτερα δίκαιε, ὁ κόσμος δέν Σέ ἔχει καταλάβει. Ἐγώ ὅμως Σέ ἔχω καταλάβει. Καί αὐτοί ἔχουν καταλάβει, ὅτι Σύ μέ ἔστειλες. Μέχρι τώρα ἀγω-νίστηκα νά τούς φανερώσω τό Ὄνομά Σου. Καί θά συνεχίσω νά τούς Τό φανερώνω τό Ὄνομά Σου. Καί θά συνεχίσω νά τούς Τό φανερώνω, γιά νά μένει πάν­τοτε ἡ ἀγάπη Σου, μέ τήν ὁποία ἀγαπᾶς ἐμένα, μαζί τους, ὅπως καί ἐγώ θά εἶμαι πάντοτε μαζί τους.

          Ἀφοῦ τά εἶπε αὐτά, ὁ Ἰησοῦς βγῆκε μαζί μέ τούς μαθητές του καί πῆγε πέρα ἀπό τόν Χείμαρρο τῶν Κέδρων. Ἐκεῖ ἦταν ἕνας κῆπος. Σ᾿ αὐ­τόν μπῆκε καί αὐτός καί οἱ μαθητές του.-

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην

Κεφ. ιη’, 1-28

 

Tόν καιρό ἐκεῖνο, ὁ Ἰησοῦς βγῆκε μαζί μέ τούς μαθητές του καί πῆγε πέρα ἀπό τόν Χείμαρρο τῶν Κέδρων. Ἐκεῖ ἦταν ἕνας κῆπος. Σ᾿ αὐτόν μπῆκε καί αὐτός καί οἱ μαθητές του. Ὅμως τό μέρος αὐτό τό ἤξερε καί ὁ Ἰούδας, πού καί τόν πρόδωσε, ἐπειδή ὁ Ἰησοῦς εἶχε πάει πολλές φορές μαζί μέ τούς μαθητές του γιά προσευχή. Καί νά λοιπόν ὁ Ἰούδας, ἀφοῦ πῆρε τήν σπεῖρα καί ἀπό τήν πλευρά τῶν ἀρχιερέων καί φαρισαίων ἀστυνομικά ὄρ-γανα, ἔρχεται ἐκεῖ μέ λυχνάρια, φῶτα καί ὅπλα. Μά ὁ Ἰησοῦς, τά ἤξερε ὅλα ὅσα ἐπρόκειτο νά τοῦ συμβοῦν. Καί γι᾿ αὐτό βγῆκε σέ συνάντησή τους. Καί τούς εἶπε:

          - Ποιόν ψάχνετε;

          Τοῦ ἀπάντησαν:

          - Τόν Ἰησοῦ τόν Ναζωραῖο.

          Τούς εἶπε ὁ Ἰησοῦς:

          - Ἐγώ εἶμαι.

          Ἐκεῖ κοντά μαζί τους ἦταν καί ὁ Ἰούδας, πού θά τόν πρόδιδε. Ἐκεῖ­νοι, ὅταν τούς εἶπε τό «ἐγώ εἶμαι», ἔκαναν πίσω καί ἔπεσαν κάτω. Τούς ρώτησε λοιπόν γιά δεύτερη φορά:

          - Ποιόν ψάχνετε;

          Ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν:

          - Τόν Ἰησοῦ τόν Ναζωραῖο.

          Ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς:

          - Σᾶς τό εἶπα: Ἐγώ εἶμαι. Ἄν λοιπόν ψάχνετε ἐμένα, ἀφῆστε αὐ-τούς ἐδῶ νά φύγουν.

          Τό εἶπε αὐτό, γιά νά ἐκπληρωθῆ ὁ λόγος, πού εἶχε πεῖ: Ἀπό αὐ­τούς πού μοῦ ἔδωσες, δέν ἔχασα ἀπό αὐτούς κανένα.

           Τότε ὁ Σίμων Πέ­τρος τράβηξε τό μαχαίρι πού ἔτυχε νά ἔχει, ὥρμησε στόν δοῦλο τοῦ ἀρχιερέως καί τοῦ ἔκοψε τό αὐτί. Τό ὄνομα αὐτοῦ τοῦ δούλου ἦταν Μάλχος. Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στόν Πέτρο:

          - Βάλε τήν μάχαιρα στήν θήκη της. Θέλεις, τό ποτήριο πού μοῦ ἔδωσε ὁ Πατέρας μου, νά μή τό πιῶ;

          Τότε ἡ σπεῖρα καί ὁ χιλίαρχος μαζί μέ τούς ὑπηρέτες τῶν Ἰου-δαίων συνέλαβαν τόν Ἰησοῦ, τόν ἔδεσαν, καί τόν πῆγαν πρῶτα στόν Ἄννα· αὐτός ἦταν πενθερός τοῦ Καϊάφα, πού ἦταν ὁ τότε [ἐν ἐνερ-γείᾳ] ἀρχιερέας. Μάλιστα δέ αὐτός ὁ Καϊάφας, ἦταν ἐκεῖνος πού σέ Συμβούλιο εἶχε πεῖ στούς Ἰουδαίους τήν γνώμη, ὅτι συμφέρει νά πεθάνει ἄδικα ἕνας ἄν­θρωπος, προκειμένου νά σωθῆ ὁ λαός!

          Ὅμως τόν Ἰησοῦ ἀκολουθοῦσε ὁ Σίμων Πέτρος καί «ὁ ἄλλος» μα­θη­τής. Αὐτός «ὁ ἄλλος» μαθητής ἦταν γνωστός στόν ἀρχιερέα· καί μπῆκε στήν αὐλή τοῦ ἀρχιερέα μαζί μέ τόν Ἰησοῦ. Μά ὁ Πέτρος ἔμεινε ἔξω. Καί ἔστεκε κοντά στήν πόρτα. Βγῆκε λοιπόν ὁ «ἄλλος» μαθητής, πού ἦταν γνω­στός στόν ἀρχιερέα, καί εἶπε στήν θυρωρό καί ἄφησε τόν Πέτρο νά πε­ράσει μέσα. Λέει λοιπόν ἡ μικρή δούλη ἡ θυρωρός στόν Πέτρο:

          - Μήπως εἶσαι καί σύ κανένας ἀπό τούς μαθητές τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ;

          Ἀπάντησε ἐκεῖνος:

          - Ὄχι, δέν εἶμαι.

          Δοῦλοι καί ὑπηρέτες εἶχαν ἀνάψει μιά φωτιά· καί εἶχαν καθίσει γύρω της νά ζεσταίνωνται, γιατί ἔκανε κρύο. Μαζί μέ αὐτούς εἶχε καθήσει γιά νά ζεσταίνεται καί ὁ Πέτρος.

          Ἄρχισε λοιπόν ὁ ἀρχιερέας νά κάνει στόν Ἰησοῦ ἐρωτήσεις σχετικά μέ τούς μαθητές του καί τήν διδασκαλία του.

           Τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς:

          - Ἐγώ στόν κόσμο μιλάω πάντοτε δημόσια, ἐνώπιον ὅλων. Ἐγώ πάντοτε διδάσκω στήν συναγωγή καί στόν ἱερό χῶρο τοῦ Ναοῦ, ὅ-που καί συγκεντρώνονται σύμφωνα μέ τήν συνήθειά τους οἱ Ἰουδαῖ-οι. Στά κρυφά  δέν εἶπα ποτέ τίποτε. Γιατί λοιπόν κάνεις ἐρωτήσεις σέ μένα; Ρώτησε, ἐκείνους πού μέ ἄκουγαν, τί τούς ἔλεγα. Καί νά, αὐτοί ἐδῶ πού σέ περι­στοιχίζουν, ξέρουν, τί ἔλεγα ἐγώ.

          Μόλις ὅμως τά εἶπε αὐτά, ἕνας ἀπό τούς ὑπηρέτες, πού βρίσκονταν ἐκεῖ, ἔδωσε ράπισμα στόν Ἰησοῦ· καί τοῦ εἶπε:

          - Τί τρόπος εἶναι αὐτός, πού ἀπαντᾶς στόν ἀρχιερέα;

          Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς:

          - Ἄν μίλησα ἄσχημα, πές μου: τί κακό εἶπα; μά ἄν μίλησα καλά, γιατί μέ χτυπᾶς;

          Μετά ἀπό αὐτά ὁ Ἄννας τόν ἔστειλε δεμένο στόν ἀρχιερέα Καϊ-άφα.

          Καί νά, ὁ Πέτρος καθόταν καί ζεσταινόταν: Τοῦ λένε λοιπόν οἱ ἄλ­λοι:

          - Μήπως  εἶσαι καί σύ ἕνας ἀπό τούς μαθητές του;

          Ἀλλά ἐκεῖνος τό ἀρνήθηκε.

          - Δέν εἶμαι.

          Τοῦ λέει τότε ἕνας ἀπό τούς δούλους τοῦ ἀρχιερέως, συγγενής ἐκεί­νου πού ὁ Πέτρος τοῦ ἔκοψε τό αὐτί:

          - Δέν σέ εἶδα ἐγώ μαζί του στόν κῆπο;

          - Μά καί πάλι ὁ Πέτρος τό ἀρνήθηκε. Καί τήν ἴδια στιγμή λά-λησε ὁ πετεινός.

          Τελικά παίρνουν τόν Ἰησοῦ ἀπό τοῦ Καϊάφα καί τόν πηγαίνουν στό πραιτώριο. Ἦταν τότε πρωί καί αὐτοί δέν μπῆκαν στό πραιτώριο, γιά νά μή μολυνθοῦν πνευματικά, ἀλλά νά μπορέσουν νά φᾶνε ἀπό τήν θυσία τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα.-

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΡΙΤΟ

Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον

Κεφ. κστ’, 57-75

 

Tόν καιρό ἐκεῖνο, οἱ στρατιῶτες, ἀφοῦ συνέλαβαν τόν Ἰη-σοῦ, τόν ὡδήγησαν στοῦ Καϊάφα, ὅπου εἶχαν συναχθῆ οἱ γραμματεῖς καί οἱ πρεσβύτεροι.

          Ὁ Πέτρος τόν ἀκολουθοῦσε, ἀπό μακριά. Μέχρι πού ἔφθασε καί αὐτός στήν  αὐλή τοῦ ἀρχιερέα. Καί τελικά μπῆκε μέσα. Καί κάθισε μέ τούς ὑπηρέτες, γιά να δεῖ πῶς θά καταλήξει το θέμα.

          Καί λοιπόν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ πρεσβύτεροι καί  ὁλόκληρο τό συ-νέδριο ἔψαχναν νά βροῦν κάποια μαρτυρία, ἔστω και ψεύτικη, εἰς βάρος τοῦ Ἰησοῦ, ἀρκεῖ να τούς ἔδινε το δικαίωμα νά τόν καταδικάσουν σέ θάνατο. Μά δέν μπόρεσαν νά βροῦν. Καί παρ’ ὅτι παρουσιά-σθηκαν ἐνώπιόν τούς πολλοί ψευδομάρτυρες, δέν κατώρθωσαν νά βροῦν. Τελικά, παρουσιάσθηκαν δύο ψευδομάρτυρες, πού εἶπαν:

          - Αὐτός εἶπε: Ἔχω την δύναμη να ἰσοπεδώσω τόν Ναό τοῦ Θεοῦ και σε τρεῖς ἡμέρες νά τόν ἀνοικοδομήσω.

Τότε ὁ ἀρχιερέας σηκώθηκε ὄρθιος και τού εἶπε:

- Δέν θά πεῖς τίποτε, νά τούς ἀντικρούσεις; Τί εἶναι αὐτά πού καταθέτουν εἰς βάρος σου;

Ἀλλά ὁ Ἰησοῦς σιωποῦσε.

Τότε ὁ ἀρχιερέας τοῦ εἶπε:

- Σέ ἐξορκίζω στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος, ἄν εἶσαι σύ ὁ Υἱ-ός τοῦ Θεοῦ, να μᾶς το εἰπεῖς.

Τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς:

- Ναί, εἶμαι. Σύ ὁ ἴδιος τό εἶπες. Ἀλλά πάντως σᾶς λέω: Ἀπό τώρα κάποια στιγμή, θα ἀρχίσετε να βλέπετε τόν Υἱό τοῦ Ἀνθρώπου, ἄλλοτε νά κάθεται στά δεξιά τῆς Δυνάμεως (δηλαδή τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ), καί ἄλλοτε νά ἔρχεται ἐπί τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ.

Ὅταν ὁ ἀρχιερέας ἄκουσε τά λόγια αὐτά, ἔσχισε τά ροῦχα του φωνάζοντας:

- Βλασφήμησε. Τί μᾶς χρειάζονται πιά οἱ μαρτυρίες; Νά, τώρα ἀκούσατε μέ τά ἴδια σας τά αὐτιά την βλασφημία του. Τί γνώμη ἔχε-τε;

Ἀποκρίθηκαν και εἶπαν:

- Εἶναι ἔνοχος. Πρέπει να θανατωθῆ.

Ἀμέσως μετά ἀπό τά λόγια αὐτά ἄρχισαν νά τόν φτύνουν στό πρόσωπο καί νά τόν γρονθοκοποῦν. Μερικοί περιορίσθηκαν στό νά τόν ραπίζουν καί νά τοῦ λένε εἰρωνικά:

- Πές μας, Χριστέ, ποιός εἶναι αὐτός πού σέ κτύπησε;

Στό διάστημα αὐτό ὁ Πέτρος καθόταν ἔξω στήν αὐλή. Πῆγε λοιπόν κοντά του μιά νεαρή ὑπηρέτρια και τοῦ εἶπε:

- Καί σύ ἤσουν μαζί με τόν Ἰησοῦ τόν Γαλιλαῖο.

Αὐτός ὅμως το ἀρνήθηκε μπροστά σέ ὅλους λέγοντας:

- Δεν σέ καταλαβαίνω. Για τί πρᾶγμα μιλᾶς;

Ἔφυγε ἀπό ἐκεῖ καί βγῆκε στήν ἐξώπορτα.Ἐκεῖ τόν εἶδε μιά ἄλ-λη νεαρή ὑπηρέτρια, καί εἶπε:

- Καί αὐτός ἐκεῖ, ἦταν μέ τόν Ἰησοῦ τόν Ναζωραῖο.

Καί πάλι ὁ Πέτρος τό ἀρνήθηκε με ὅρκο, λέγοντας:

- Δεν ἔτυχε νά τόν γνωρίσω τόν ἄνθρωπο αὐτόν.

Μετά ἀπό λίγο πῆγαν κοντά του οἱ ἄνθρωποι πού βρίσκονταν στήν αὐλή, και εἶπαν στόν Πέτρο:   

- Ὁπωσδήποτε καί σύ, εἶσαι ἕνας ἀπό αὐτούς. Ὅ,τι καί νά λές, σέ προδίδει ἡ προφορά σου.

Τότε ὁ Πέτρος ἄρχισε νά ἀναθεματίζει τόν ἑαυτό του καί νά ὁρ-κίζεται, ὅτι:  Δέν τόν γνωρίζω αὐτόν τόν ἄνθρωπο.

Καί ἀμέσως, μόλις πού τά εἶχε πεῖ τά λόγια αὐτά, λάλησε ὁ πετεινός. Καί τότε θυμήθηκε ὁ Πέτρος τά λόγια τοῦ Ἰησοῦ, πού τοῦ εἶχε πεῖ, ὅτι «πρίν λαλήσει ὁ πετεινός, θά μέ ἔχεις ἀρνηθῆ τρεῖς φορές», καί βγῆκε ἔξω καί ἔκλαψε πικρά.-

 

 

 

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην

Κεφ. ιη’, 28-40. ιθ’, 1-16

 

Tόν καιρό ἐκεῖνο, πῆραν τόν Ἰησοῦ ἀπό τοῦ Καϊάφα καί τόν πῆγαν στό πραιτώριο. Ἦταν τότε πρωί. Ὅμως αὐτοί δέν μπῆκαν στό πραιτώριο, γιά νά μή μιανθοῦν, ὥστε νά μπορέσουν νά φᾶνε ἀπό τήν θυσία τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα. Βγῆκε λοιπόν ὁ Πιλᾶτος καί τούς ρώ­τησε:

          - Τί κατηγορία φέρετε εἰς βάρος τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ;

          Τοῦ ἀπάντησαν:

          - Ἄν δέν εἶχε κάνει κάτι κακό, δέν θά σοῦ τόν φέρναμε ἐδῶ.

          Τούς λέει μετά ἀπό αὐτό ὁ Πιλᾶτος:

          - Πάρτε τον σεῖς καί δικάστε τον μέ βάση τόν Νόμο σας.

Τοῦ εἶπαν τότε οἱ Ἰουδαῖοι:

          - Ἐμεῖς δέν ἔχουμε δικαίωμα νά ἐπιβάλουμε θανατική ποινή.

          Αὐτό ἔγινε γιά νά καταστῆ δυνατό, νά ἐκπληρωθῆ ὁ λόγος ἐκεῖ-νος πού εἶπε ὁ Ἰησοῦς, γιά νά μᾶς δείξει, μέ τί θάνατο ἐπρόκειτο νά πεθάνει.

          Ξαναμπῆκε λοιπόν ὁ Πιλᾶτος πάλι στό Πραιτώριο· φώναξε τόν Ἰη­σοῦ καί τόν ρώτησε:

          - Σύ εἶσαι ὁ βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων;

          Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς:

          - Ἀπό μόνος σου σύ τό λές αὐτό, ἤ σοῦ τό εἶπαν ἄλλοι;

          Ἀπάντησε ὁ Πιλᾶτος:

          - Μήπως εἶμαι καί ἐγώ Ἰουδαῖος; Τό ἔθνος σου καί οἱ ἀρχιερεῖς του σέ παρέδωσαν σ᾿ ἐμένα. Τί ἔχεις κάνει;

          Ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς:

          - Ἡ βασιλεία ἡ δική μου δέν εἶναι ἀπό τόν κόσμο αὐτό. Ἄν ἡ βα­σι­λεία μου ἦταν ἀπό αὐτόν τόν κόσμο, τότε οἱ ὑπηρέτες μου, θά ἀγω-νί­ζον­ταν καί δέν θά ἄφηναν νά «πέσω» στά χέρια τῶν Ἰουδαίων. Μά, ὅπως βλέπεις, ἡ βασιλεία μου δέν εἶναι ἀπό ἐδῶ.

          Τοῦ λέει μετά ἀπό αὐτά ὁ Πιλᾶτος:

          - Δηλαδή, εἶσαι πραγματικά βασιλιᾶς;

          Ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς:

          - Ναί, καί σύ ἀκόμη τό λές, ὅτι ἐγώ εἶμαι βασιλιᾶς. Ἐγώ γιά αὐ­τόν τόν σκοπό γεννήθηκα· καί γι᾿ αὐτό ἦλθα στόν κόσμο: γιά νά δώσω μιά ξεκάθαρη μαρτυρία γιά τήν Ἀλήθεια. Ὅποιος λοιπόν ἔχει κά-ποια σχέση μέ τήν Ἀλήθεια, αὐτά πού λέω, τά ἀκούει.

          Τοῦ λέει ὁ Πιλᾶτος:

          - Καί τί εἶναι ἡ ἀλήθεια;

          Καί ἀφοῦ τό εἶπε αὐτό, ξαναβγῆκε ἔξω καί εἶπε στούς Ἰουδαί-ους:

          - Ἐγώ δέν τόν βρίσκω ἔνοχο σέ τίποτε. Λοιπόν, ὑπάρχει συνήθεια, νά ἀπολύω ἕνα κατάδικο κάθε πάσχα πρός χάριν σας. Θέλετε λοιπόν, νά σᾶς ἀπολύ­σω «τόν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων»;

          Ἄρχισαν τότε νά φωνάζουν καί πάλι ὅλοι μαζί:

          - Ὄχι αὐτόν. Τόν Βαραββᾶ θέλουμε.

          Καί ὁ Βαραββᾶς ἦταν ληστής.

          Τότε ὁ Πιλᾶτος πῆρε τόν Ἰησοῦ καί τόν μαστίγωσε. Καί οἱ στρα­τιῶτες ἔπλεξαν ἕνα στεφάνι ἀπό ἀγκάθια καί τοῦ τό ἔβαλαν στό κεφάλι· τοῦ φόρεσαν καί ἕνα ροῦχο κόκκινο. Καί τοῦ ἔλεγαν: Χαῖρε, ὁ βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων. Καί τοῦ ἔδιναν ραπίσματα. Καί ἀφοῦ ἔγιναν ὅλα αὐτά, β­γῆκε πάλι ἔξω ὁ Πιλᾶτος καί τούς λέγει:

          - Νά, σᾶς τόν φέρνω ἔξω, γιά νά τό καταλάβετε, ὅτι ἐγώ δέν τοῦ βρίσκω ἐνοχή σέ τίποτε.

          Ἔτσι λοιπόν βγῆκε ὁ Ἰησοῦς ἔξω φορώντας τό ἀγκάθινο στεφά-νι καί τό κόκκινο ροῦχο. Τούς λέει τότε ὁ Πιλᾶτος:

          - Ἴδε ὁ ἄνθρωπος.

          Ἀλλά ὅταν τόν εἶδαν στήν κατάσταση αὐτή οἱ ἀρχιερεῖς καί ἡ φρουρά τους, ἄρχισαν νά φωνάζουν:

          - Στόν Σταυρό. Στόν Σταυρό.

          Τούς λέει ὁ Πιλᾶτος:

          - Πᾶρτε τον σεῖς καί σταυρῶστε τον μόνοι σας. Γιατί γιά μένα δέν εἶναι ἔνοχος σέ τίποτε.

          Τοῦ ἀπάντησαν οἱ Ἰουδαῖοι:

          - Ἐμεῖς ἔχουμε Νόμο δικό μας. Καί σύμφωνα μέ τόν Νόμο μας πρέ­πει νά πεθάνει. Γιατί ἔκανε τόν ἑαυτό του Υἱό Θεοῦ.

          Ὅταν ὁ Πιλᾶτος ἄκουσε τά λόγια αὐτά φοβήθηκε ἀκόμα περισ-σό­τε­ρο. Μπῆκε λοιπόν πάλι στό πραιτώριο καί λέει στόν Ἰησοῦ:

          - Ἀπό ποῦ εἶσαι σύ;

          Ἀλλά ὁ Ἰησοῦς δέν τοῦ ἔδωσε ἀπάντηση. Τοῦ λέει τότε ὁ Πι­λᾶ­τος:

          Σέ μένα δέν μιλᾶς; Δέν τό ξέρεις, ὅτι ἔχω ἐξουσία, ἄν θέλω, νά σέ σταυρώσω· καί, ἄν θέλω, νά σέ ἀπολύσω;

          Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς:

          - Δέν θά εἶχες καμμία ἐξουσία ἐπάνω μου, ἄν δέν σοῦ εἶχε δοθῆ ἀπό τόν οὐρανό· καί γι᾿ αὐτό ἐκεῖνος πού μέ παρέδωσε σέ σένα, ἔχει μεγα­λύ­τε­ρη ἁμαρτία ἀπό σένα.

          Ἐπηρεασμένος ἀπό τά λόγια του αὐτά ὁ Πιλᾶτος ἔψαχνε νά βρεῖ τρόπο νά τόν ἀπολύσει. Ἀλλά οἱ Ἰουδαῖοι φώναζαν:

          - Ἄν τόν ἀπολύσεις, δέν εἶσαι φίλος τοῦ Καίσαρα. Ὅποιος ἀνα-γο­ρεύει τόν ἑαυτό του βασιλιᾶ, ἔρχεται σέ ἀντιπαράθεση μέ τόν Καί-σαρα.

          Μόλις ὁ Πιλᾶτος ἄκουσε τά λόγια αὐτά, ἔβγαλε τόν Ἰησοῦ ἔξω· καί κάθισε στήν ἐπίσημη ἕδρα του στό μέρος πού λέγεται Λιθόστρωτο (στά ἑβ­ραϊκά Γαβαθᾶ). Ἦταν τότε ἡ παρασκευή (=παραμονή) τοῦ Πάσχα, καί ἡ ὥρα περίπου ἕξι (δώδεκα τό μεσημέρι)· καί (καθιστός στήν ἕδρα του) λέ­γει στούς Ἰουδαίους:

          - Νά, αὐτός εἶναι ὁ βασιλιᾶς σας.

          Τότε ἐκεῖνοι ἄρχισαν νά φωνάζουν:

          - Ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν.

          Τούς λέει ὁ Πιλᾶτος:

          - Μοῦ ζητᾶτε νά σταυρώσω τόν βασιλιᾶ σας;

          Τοῦ ἀπάντησαν οἱ ἀρχιερεῖς:

          - Δέν ἔχουμε κανένα βασιλιᾶ, παρά μόνο τόν Καίσαρα.

          Μετά ἀπό τά λόγια τους αὐτά ὁ Πιλᾶτος, τούς τόν παρέδωσε νά τόν σταυρώσουν.-

 

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον

Κεφ. κζ’, 3-32

 

Tόν καιρό ἐκεῖνο, ὁ Ἰούδας κατάλαβε, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶχε καταδικασθῆ. Καί μετανοιωμένος ἐπέστρεψε τά τριάντα ἀργύρια στούς ἀρχιερεῖς καί στούς πρεσβυτέρους λέγοντας:

- Ἁμάρτησα, ἑξ αἰτίας μου θά χυθῆ αἷμα ἀθῶο.

Τοῦ ἀπάντησαν:

- Καί τί μᾶς τό λές; Σύ θά δώσεις λόγο γιά τήν ἁμαρτία σου.

Τότε πῆγε καί πέταξε τά ἀργύρια στόν Ναό. Καί ἔφυγε, καί ἀπαγχονίσθηκε. Μά οἱ ἀρχιερεῖς, ἀφοῦ πῆραν τά ἀργύρια, εἶ-παν:

- Δέν ἐπιτρέπεται νά τά βάλουμε στό ταμεῖο τοῦ Ναοῦ, γιατί εἶναι τό ἀντίτιμο αἵματος.

Ἔκαναν λοιπόν συμβούλιο καί ἀποφάσισαν νά ἀγοράσουν μέ αὐτά τόν ἀγρό τοῦ Κεραμέως, γιά νά θάπτουν ἐκεῖ τούς ξένους. Γι’αὐτό ὁ ἀγρός ἔχει μέχρι σήμερα τό ὄνομα «ἀγρός αἵμα-τος».Ἔτσι ἐκπληρώθηκαν τά λόγια τοῦ προφῆτου Ἱερεμίου πού ἔχει γράψει: «Πῆραν τά τριάντα ἀργύρια, τήν τιμή Ἐκείνου πού ἐκτίμησαν καί τά διέθεσαν νά ἀγοράσουν τόν ἀγρό τοῦ Κεραμέως, σύμφωνα μέ αὐτά πού μού ἀποκάλυψε ὁ Κύριος».

Ἔτσι λοιπόν ὁ Ἰησοῦς στάθηκε μπροστά στόν ἡγεμόνα. Καί ὁ ἡγεμών τόν ρώτησε:

- Σύ εἶσαι ὁ βασιλιᾶς τῶν Ἰουδαίων;

Τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς:

- Ναί, ὅπως τό  λές.

Τότε ἄρχισαν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ πρεσβύτεροι νά λένε ἐνα-ντίον του διάφορες κατηγορίες, ἀλλά αὐτός δέν ἔδινε σ’αὐτές καμμία ἀπάντηση.

 Τοῦ λέει ὁ Πιλᾶτος:

- Δέν ἀκοῦς, τί κατηγορίες λένε ἐναντίον σου;

Μά αὐτός δέν τοῦ ἔδωσε ἀπολογία σέ καμμία ἀπό τίς κατηγορίες, μέ ἀποτέλεσμα νά μεῖνει ὁ ἡγεμών κατάπληκτος. Ὅμως κάθε ἑορτή ὁ ἡγεμών τὀ εἶχε συνήθεια νά ἀπολύει πρός χάριν τοῦ λαοῦ ἕνα φυλακισμένο· αὐτόν πού θά τοῦ ζητοῦσαν. Εἶχαν λοιπόν τότε ἕνα διάσημο φυλακισμένο, πού τόν ἔλεγαν Βαραβ-βᾶ. Ἐνῶ λοιπόν εἶχαν ὅλοι συναχθῆ ἐκεῖ, μπροστά στό πραιτώριο, τούς εἶπε ὁ Πιλάτος:

- Ποιόν θέλετε νά σᾶς ἀπολύσω; Τόν Βαραββᾶ ἤ τόν Ἰησοῦ, πού τόν λέτε Χριστό;

Τό εἶπε αὐτό, ἐπειδή τό εἶχε καταλάβει ὅτι τόν παρέδωσαν σ’ αὐτόν ἀπό φθόνο. Καί ἐπιπλέον, ἐνῶ καθόταν στό βῆμα, τοῦ ἔστειλε κάποιον ἡ γυναίκα του, νά τοῦ πεῖ:

- Κοίταξε, μή πάρεις θέση εἰς βάρος τοῦ δικαίου ἐκεῖνου. Γιατί ἐγώ ὑπέφερα πολύ στό ὄνειρό μου σήμερα τήν νύχτα ἐξ αἰ-τίας του.

Οἱ ἀρχιερεῖς ὅμως  καί οἱ πρεσβύτεροι ἔπεισαν τόν λαό νά τοῦ ζητήσουν νά ἀπολύσει τόν Βαραββᾶ· καί νά διατάξει νά θα-νατωθῆ ὁ Ἰησοῦς.

Τούς ξαναρώτησε ὁ ἡγεμών:

- Ποιόν ἀπό τούς δύο θέλετε νά σᾶς ἀπολύσω;

Τοῦ εἶπαν:

- Τόν Βαραββᾶ.

- Τούς ρωτά ὁ Πιλᾶτος:

- Καί τόν Ἰησοῦ, τόν λεγόμενο Χριστό, τί νά τόν κάνω;

Τοῦ φώναξαν ὅλοι μαζί:

- Νά σταυρωθῆ.

Τούς ρώτησε ὁ ἡγεμών:

- Γιατί; Τί κακό ἔκανε;

Μά αὐτοί τότε ἄρχισαν νά ἐπαναλαμβάνουν συνεχώς:

- Νά σταυρωθῆ.

Ἔτσι λοιπόν ὁ Πιλᾶτος κατέληξε στήν διαπίστωση, ὅτι μέ τήν τακτική του δέν πρόκειται νά βγῆ τίποτε. Καί ὅτι μόνο θά γί-νει μεγαλύτερος θόρυβος. Γι’αὐτό πῆρε νερό καί ἔπλυνε τά χέρια του ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Καί ἐνῶ τά ἔπλενε, τούς εἶπε:

- Εἶμαι ἀθῶος ἀπό τό αἷμα αὐτοῦ τοῦ δικαίου. Λόγο γιά τήν ἁμαρτία αὐτή θά δώσετε σεῖς.

Ἀποκρίθηκε σύσσωμος ὅλος ὁ λαός.

- Τό αἶμα του πάνω σέ μᾶς καί στά παιδιά μας.

Τότε, τούς ἀπέλυσε τόν Βαραββᾶ. Καί γιά τόν Ἰησοῦ, ἀπο-φάσισε νά ὑποβληθῆ σέ φραγγέλωση καί νά σταυρωθῆ.

Τότε οἱ στρατιῶτες τοῦ ἡγεμόνα, πῆραν τόν Ἰησοῦ στό πραιτώριο, καί ἔφεραν ἐκεῖ νά τόν βασανίσει, ὁλόκληρο τό εἰ-δικό στρατιωτικό σῶμα.

          Αὐτοί ἔκαναν τά ἑξῆς: Τόν ἔγδυσαν· Τοῦ φόρεσαν μιά χλαμύδα κόκκινη· ἔπλεξαν ἕνα στεφάνι ἀπό ἀγκάθια καί τοῦ τό φόρεσαν στό κεφάλι· Τοῦ ἔβαλαν στό δεξί χέρι ἕνα καλάμι· καί μετά, γονάτισαν μπροστά του καί τόν ἐμπαίζανε λέγοντας του: «Χαῖρε, βασιλιᾶ τῶν Ἰουδαίων». Μετά τόν ἔφτυσαν, καί πῆ-ραν τό καλάμι καί ἄρχισαν νά τόν χτυποῦν στό κεφάλι.

          Καί ἀφοῦ τόν ἐμπαίξανε ἀρκετά, τοῦ ξαναβγάλαν τήν χλα-μύδα, καί τόν ξανάντυσαν μέ τά δικά τοῦ ροῦχα. Καί τόν πῆραν, νά πᾶνε νά τόν σταυρώσουν.

          Μόλις βγῆκαν στόν δρόμο, βρῆκαν ἕνα Κυρηναῖο, ὀνόματι Σίμωνα· καί τόν ἀγγάρευσαν νά μεταφέρει τόν σταυρό τοῦ Ἰη-σοῦ.-

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΚΤΟ

Ἐκ τοῦ κατά Μάρκον

Κεφ. ιε’, 16-32

 

Tήν ἡμέρα ἐκείνη, οἱ στρατιῶτες ἔφεραν τόν Ἰησοῦ στό μέσα μέρος τῆς αὐλῆς, ἐκεῖ πού εἶναι τό Πραιτώριο (διοικητήριο) καί συγκέν­τρωσαν ὅλη τήν φρουρά. Στήν συνέχεια τοῦ φόρεσαν ἕνα κόκκινο μανδύα. Καί ἀφοῦ ἔφτιαξαν ἕνα στεφάνι ἀπό ἀγκάθια, τοῦ τό φόρεσαν στό κεφάλι. Καί ἄρχισαν νά τόν «χαιρετοῦν» καί νά τοῦ λένε: «Χαῖρε, βασιλιᾶ τῶν Ἰουδαίων». Καί τόν κτύπαγαν στό κεφάλι μέ καλάμι· καί τόν ἔφτυναν. Καί μετά «γο-νάτιζαν» μπροστά του, καί τόν «προσκυνοῦσαν».

          Καί ὅταν τόν ἐμπαίξανε γιά καλά, τοῦ ξανάβγαλαν τήν πορφύ-ρα καί τόν ξανάντυσαν μέ τά δικά του ροῦχα. Καί μετά, τόν ἔβγαλαν ἔξω, νά τόν πᾶνε νά τόν σταυρώσουν.

          Καί ἀγγάρευσαν νά μεταφέρει τόν σταυρό του κάποιον περαστικό, ὁ ὁποῖος ἐκείνη τήν στιγμή γύριζε ἀπό τό χωράφι του, τόν Σίμωνα τόν Κυ­ρη­ναῖο, τόν πατέρα τοῦ Ἀλεξάνδρου καί τοῦ Ρούφου.

          Καί τόν ἔφεραν στό μέρος πού τό λένε «Γολγοθᾶς», καί τό ὁποῖο στά ἑλληνικά μεταφράζεται «Κρανίου Τόπος». Καί ἐκεῖ τοῦ ἔδωσαν νά πιεῖ κρα­σί ἀνακατεμένο μέ σμύρνα. Αὐτός ὅμως δέν τό ἦπιε.

          Καί ἀφοῦ τόν σταύρωσαν, μοιράστηκαν τά ροῦχα του, ρίχνοντας κλῆ­ρο, γιά νά δοῦν, τί θά πάρει ὁ καθένας.

          Ἦταν ὥρα τρίτη (δηλαδή ἐννέα τό πρωί) ὅταν τόν σταύρωσαν. Καί σάν αἰτία καταδίκης του, κρεμασμένη στόν σταυρό μιά ἐπι­γρα­φή, ἔλεγε: «Ὁ Βασιλιᾶς τῶν Ἰουδαίων».

          Μαζί μέ αὐτόν σταύρωσαν καί δύο ληστές. Τόν ἕνα στά δεξιά του· καί τόν ἄλλο στά ἀριστερά του. Ἔτσι ἐκπληρώθηκε ἡ Γραφή, ἡ ὁποία λέ­γει: «Θεωρήθηκε καί αὐτός ἕνας ἐγκληματίας».

          Καί ὅσοι περνοῦσαν ἀπό ἐκεῖ τόν ἔβριζαν. Κουνοῦσαν τά κεφάλια τους καί ἔλεγαν:

          - Ἔλα σύ, πού θά γκρέμιζες τόν Ναό καί θά τόν ξανάκτιζες σέ τρεῖς ἡμέρες. Σῶσε τόν ἑαυτό σου, καί κατέβα ἀπό τόν σταυρό.

          Μέ τόν ἴδιο τρόπο μιλοῦσαν καί οἱ ἀρχιερεῖς. Τόν ἐμπαίζανε στίς συζη­τήσεις τους μέ τούς γραμματεῖς. Ἔλεγαν:

          - Ἄλλους τούς «ἔσωσε». Τόν ἑαυτό του, δέν μπορεῖ νά τόν σώσει. Εἶ­ναι, λέει, ὁ Χριστός, ὁ βασιλιᾶς τοῦ Ἰσραήλ· ἄς κατεβῆ τώρα ἀπό τόν σταυ­ρό, νά δοῦμε. Καί τότε θά πιστέψουμε σ᾿ αὐτόν.-

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον

Κεφ. κζ’, 33-54

 

Tόν καιρό ἐκεῖνο, ὅταν πιά οἱ στρατιῶτες ἔφθασαν στήν τοποθεσία πού ὀνομάζεται Γολγοθᾶς, πού σημαίνει Κρα-νίου Τόπος, τοῦ ἔδωσαν νά πιεῖ ξύδι ἀνάμικτο μέ χολή. Ὁ Χριστός τό δοκί­μασε, ἀλλά δέν θέλησε νά τό πιεῖ ὅλο.

        Ἀφοῦ λοιπόν τόν σταύρωσαν, μοιράστηκαν μεταξύ τους τά ροῦχα του μέ κλῆρο, καί κάθησαν καί τόν φρουροῦσαν. Καί ἔβαλαν πάνω ἀπό τό κεφάλι του μιά ἐπιγραφή, πού ἔδειχνε τήν αἰτία τῆς κα-ταδίκης του σέ θάνατο: «Αὐτός εἶναι ὁ Ἰησοῦς ὁ Βασιλεύς τῶν Ἰου-δαίων».

          Μαζί του σταυρώθηκαν καί δύο ληστές. Καί ἔβαλαν τόν ἕνα στά δεξιά του καί τόν ἄλλο στά ἀριστερά του. Ὅσοι περνοῦσαν ἀπό ἐκεῖ, τόν ἔβριζαν, κουνοῦσαν τά κεφάλια τους, καί ἔλεγαν:

          - Νάτος. Πού θά γκρέμιζε τόν Ναό καί θά τόν ξανάχτιζε σέ τρεῖς ἡμέρες. Κάνε τώρα κάτι γιά τόν ἑαυτό σου· ἄν εἶσαι Υἱός τοῦ Θεοῦ κατέβα ἀπό τόν σταυρό.

          Μέ τόν ἴδιο τρόπο μιλοῦσαν καί οἱ ἀρχιερεῖς. Τόν ἐμπαίζανε, μαζί μέ τούς γραμματεῖς, τούς πρεσβύτερους καί τοῦς Φαρισαίους καί ἔλεγαν:

          - Ἄλλους «ἔσωσε», τόν ἑαυτό του, δέν μπορεῖ νά τόν σώσει. Ἄν εἶναι «ὁ Βασιλιᾶς τοῦ Ἰσραήλ», ἄς κατεβῆ τώ­ρα ἀπό τόν σταυρό, καί τότε θά πιστεύσουμε σ᾿ αὐτόν. Ἐμπιστευόταν τήν ζωή του στόν Θεό, ἄς τόν λυτρώση λοιπόν τώρα ὁ Θεός ἀφοῦ (ἔλεγε) ὅτι τόν ἀγαπᾶ ὁ Θεός καί ὅτι εἶναι υἱός Θεοῦ.

          Τό ἴδιο ἔκαναν καί οἱ ληστές, πού εἶχαν σταυρωθῆ μαζί του. Καί αὐτοί τόν ἐμπαίζανε.

          Ἀπό τήν ἕκτη ὥρα (δηλ. στίς δώδεκα τό μεσημέρι) ἔγινε σκοτάδι σέ ὅλη τήν γῆ· καί συνεχίστηκε μέχρι τήν ἐνάτη ὥρα (δηλ. στίς τρεῖς τό μεσημέρι). Γύρω στίς τρεῖς, φώναξε ὁ Ἰησοῦς μέ μεγάλη φωνή:

          - Ἠλί, Ἠλί, λαμά σαβαχθανί. Δηλαδή, Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μέ ἐγκατέλειψες.

          Μερικοί ἀπό ἐκείνους πού ἔτυχαν ἐκεῖ καί τά ἄκουσαν αὐτά, τά πα­ρα­νόησαν· καί ἔλεγαν:

          - Αὐτός φωνάζει τόν Ἠλία.

          Καί ἀμέσως ἔτρεξε κάποιος ἀπό αὐτούς καί πῆρε ἕνα σφουγγάρι, τό βούτηξε στό ξύδι, τό ἔδεσε σέ καλάμι καί τόν πότιζε. Μά οἱ ἄλ-λοι ἔλε­γαν:

          - Ἄσε νά δοῦμε ἄν θά ἔλθει ὁ Ἠλίας νά τόν σώσει.

          Ἀλλά ὁ Ἰησοῦς, ἀφοῦ ἔβγαλε μιά πολύ δυνατή κραυγή πόνου, ἄφη­σε τό πνεῦμα του.

          Καί τήν ἴδια στιγμή σχίσθηκε τό καταπέτασμα τοῦ Ναοῦ στά δύο ἀπό ἄνω μέχρι κάτω. Καί ἡ γῆ σείσθηκε. Καί οἱ πέτρες σχίσθησαν. Καί τά μνήματα ἄνοιξαν. Καί πολλά σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἀναστή­θηκαν. Καί βγῆκαν ἀπό τά μνήματα. Καί μετά ἀπό τήν ἀνάστασή του, εἰσῆλθαν στήν ἁγία Πόλη καί ἐμφανί-σθηκαν σέ πολλούς.

          Τότε ὁ ἑκατόνταρχος καί οἱ στρατιῶτες του, πού φρουροῦσαν τόν Ἰη­σοῦ καί εἶδαν τόν σεισμό καί ὅλα τά ἄλλα συμβάντα, φοβήθηκαν πολύ καί εἶπαν:

          - Αὐτός ἦταν πραγματικά Υἱός τοῦ Θεοῦ.-

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΟΓΔΟΟ

Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν

Κεφ. κγ’, 32-49

 

Tόν καιρό ἐκεῖνο, μαζί μέ τόν Ἰησοῦ ὁδηγοῦνταν καί ἄλλοι δύο· ἀληθινά κακοῦργοι νά θανατωθοῦν·      Ὅταν ἔφθασαν στήν τοποθεσία πού λέγεται «Κρανίο», ἐκεῖ σταύρω­σαν καί αὐτόν καί τούς κακούργους. Τόν ἕνα στά δεξιά· τόν ἄλλο στά ἀρι-στερά.

          Καί ὁ Ἰησοῦς εἶπε:

          - Πατέρα, συγχώρεσέ τους. Δέν καταλαβαίνουν, τί κάνουν.

          Καί μοιράζονταν τά ροῦχα του ρίχνοντας κλῆρο.

          Ὁ κόσμος στεκόταν καί ἔβλεπε. Μαζί μέ αὐτούς κορόϊδευαν καί οἱ ἄρχοντες. Ἔλεγαν:

          - Ναί. Ἄλλους «ἔσωσε». Μά ἄν πραγματικά αὐτός εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ἐκλεκτός τοῦ Θεοῦ, ἄς σώσει καί τόν ἑαυτό του.

          Τόν κορόϊδευαν καί οἱ στρατιῶτες, πού τόν πλησίαζαν καί τοῦ ἔδιναν ξύδι. Καί τοῦ ἔλεγαν:

          - Ἄν σύ, πράγματι εἶσαι ὁ βασιλιᾶς τῶν Ἰουδαίων, σῶσε τόν ἑαυτό σου.

          Εἶχαν βάλει καί μιά ἐπιγραφή πάνω ἀπό τό κεφάλι του, γραμμέ­νη στά ἑλληνικά, στά ἑβραϊκά καί στά ρωμαϊκά. Ἔγραφε: «Αὐτός εἶναι ὁ βασιλιᾶς τῶν Ἰουδαίων».

          Ὁ ἕνας ἀπό τούς κρεμασμένους κακούργους τόν ἔβριζε. Τοῦ ἔ-λεγε:

          - Ἄν, σύ, εἶσαι πραγματικά ὁ Χριστός, σῶσε τόν ἑαυτό σου καί ἐ-μᾶς.

          Ὁ ἄλλος ὅμως τόν μάλωνε, τοῦ ἔλεγε:

          - Οὔτε τόν Θεό δέν φοβᾶσαι σύ; Στήν ἴδια κατηγορία μ᾿ αὐτόν εἶ­σαι; Ἐμεῖς δίκαια τιμωρούμαστε, αὐτό μᾶς ἄξιζε γιά ἐκεῖνα πού πράξα­με, αὐτός ὅμως δέν ἔκανε κανένα κακό.

          Καί εἶπε στόν Ἰησοῦ:

          - Κύριε, θυμίσου με, ὅταν ἔλθεις μέ τήν δόξα σου.

          Τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς:

          - Σέ διαβεβαιώνω, σήμερα θά εἶσαι μαζί μου στόν παράδεισο.

          Ἡ ὥρα τότε ἦταν περίπου δώδεκα τό μεσημέρι. Καί ξαφνικά ἔ-γινε σκοτάδι σέ ὅλη τήν γῆ· καί συνεχίστηκε μέχρι τίς τρεῖς τό ἀπό-γευμα. Ὁ ἥλιος σκοτίσθηκε. Καί τό καταπέτασμα τοῦ Ναοῦ σχίσθηκε στήν μέση.

          Τότε ὁ Ἰησοῦς φώναξε μέ μεγάλη φωνή:

          - Πάτερ, στά χέρια σου παραδίδω τήν ψυχή μου.

          Καί ὅταν τά εἶπε αὐτά ξεψύχησε.

          Ὁ ἑκατόνταρχος τότε, ὅταν εἶδε αὐτό πού ἔγινε, δόξασε τόν Θεό, λέγοντας:

          - Πραγματικά, ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν δίκαιος.

          Καί ὅλο τό πλῆθος πού συγκεντρώθηκε ἐκεῖ νά δεῖ, βλέποντας τί συ­νέ­βηκε, γύρισε πίσω κτυπώντας τά στήθη του.

          Ὅλοι οἱ γνωστοί τοῦ Ἰησοῦ ἔστεκαν ἀπό μακρυά, καί παρακολου­θοῦσαν. Ἀνάμεσά τους ἦταν καί οἱ γυναῖκες, πού τόν εἶχαν ἀκο-λουθήσει ἀπό τήν Γαλιλαία.-

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΝΑΤΟ

Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην

Κεφ. ιθ’, 25-37

 

Tόν καιρό ἐκεῖνο, ἔστεκαν κοντά στόν σταυρό τοῦ Ἰησοῦ ἡ μητέρα του καί ἡ ἀδελφή της Μαρία τοῦ Κλωπᾶ καί ἡ Μα­­ρία ἡ Μαγδαληνή. Ὁ Ἰησοῦς ὅταν εἶδε τήν μητέ­ρα του καί τόν μαθητή του ἐκεῖνον πού ἀγαποῦσε νά στέκουν δίπλα του, εἶπε στήν μητέρα του:

          - Αὐτός τώρα εἶναι ὁ υἱός σου.

          Καί μετά εἶπε στόν μαθητή του:

          - Νά, αὐτή τώρα εἶναι ἡ μητέρα σου.

          Καί ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή ὁ μαθητής τήν πῆρε στό σπίτι του.

          Μετά ἀπό αὐτά, ξέροντας ὁ Ἰησοῦς ὅτι ὅλα πιά ἔχουν γίνει ὅ-πως τά ἤθελε, γιά νά ἐκπληρωθῆ σέ τέλειο βαθμό ἡ ἁγία Γραφή, εἶ-πε: - Διψῶ.

          Κάπου ἐκεῖ εἶχαν ἕτοιμο ἕνα δοχεῖο γεμᾶτο ξύδι. Παίρνουν λοιπόν ἕνα σφουγγάρι καί τό βουτοῦν μέσα στό ξύδι, τό δένουν σέ ἕνα κοντάρι ἀπό ξύλο ὑσσώπου καί τό φέρνουν στό στόμα τοῦ Ἰησοῦ. Καί λοιπόν μόλις ὁ Ἰησοῦς πῆρε τό ξύδι, εἶπε: Τετέλεσται.

          Καί ἀφοῦ τό εἶπε, ἔγειρε τό κεφάλι του καί παρέδωκε τό πνεῦμα του.

          Παράλληλα οἱ Ἰουδαῖοι, πού δέν ἤθελαν νά μείνουν τό Σάββατο τά σώματα στόν σταυρό, ἀφοῦ τότε ἦταν ἀκόμη Παρασκευή, -για-τί ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου ἦταν γι᾿ αὐτούς πολύ μεγάλη ἑορτή-, πῆ-γαν στόν Πιλᾶτο καί τόν παρακάλεσαν, νά διατάξει νά τσακίσουν τά σκέλη τῶν σταυρωμένων καί νά τούς πάρουν ἀπό ἐκεῖ. Πῆγαν λοιπόν οἱ στρατιῶτες καί τοῦ μέν πρώτου, πού βρῆκαν μπροστά τους, τοῦ τά τσάκισαν τά σκέ­λη· τό ἴδιο ἔκαναν καί στόν ἄλλο ληστή πού εἶχε σταυρωθῆ μαζί μέ αὐτόν. Μά ὅταν πῆγαν στόν Ἰησοῦ, τό εἶ-δαν ὅτι εἶχε κιόλας πεθάνει, καί γι᾿ αὐτό δέν τοῦ τσάκισαν τά σκέλη· ἕνας ὅμως ἀπό τούς στρατιῶτες τρύπησε μέ τήν λόγχη τήν πλευρά του· καί βγῆκε ἀμέσως αἷμα καί ὕδωρ.

 Αὐτό σᾶς τό λέγει ἕνας, πού τό εἶδε μέ τά ἴδια του τά μάτια· καί γι᾿ αὐτό ἡ μαρτυρία του εἶναι ἀληθινή· ὁ ἴδιος τό ξέρει, ὅτι αὐτά πού λέγει εἶναι ἀληθινά· καί τά λέει, γιά νά σᾶς βοηθήσει νά ὁδηγηθῆτε καί σεῖς στήν πίστη· γιατί αὐτά ἔγιναν, γιά νά ἐκπληρωθῆ ἡ Γραφή «Κανένα ὀστοῦν Του δέν θά συντριβεῖ». Καί σ᾿ ἄλλο σημεῖο ἡ Γραφή λέγει: «Θά ἔλθει ὥρα, πού θά δοῦν ˝ἐν δόξη˝ ἐνώπιόν τους Αὐτόν πού γέμισαν πληγές».-

 

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΔΕΚΑΤΟ

Ἐκ τοῦ κατά Μάρκον

Κεφ. ιε’, 43-47

 

Tόν καιρό ἐκεῖνο, ὁ Ἰωσήφ ἀπό τήν Ἀριμαθαία, βουλευτής πλούσιος, πού καί αὐτός πίστευε στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τόλμησε καί πῆγε στόν Πιλᾶτο καί τοῦ ζήτησε τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.

          Ὁ Πιλᾶτος ἀπόρησε, γιατί δέν μπόρεσε νά τό παραδεχθῆ, ὅτι εἶ-χε πεθά­νει τόσο γρήγορα, καί φώναξε τόν κεντυρίωνα, καί τόν ρώτησε ἄν εἶχε πράγματι πεθάνει. Καί ὅταν ὁ κεντυρίωνας τοῦ τό ἐπι-βεβαίωσε, χάρισε τό σῶμα στόν Ἰωσήφ.

          Καί τότε ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἀγόρασε ἕνα σεντόνι, τόν κατέβασε (ἀ-πό τόν σταυρό), τόν τύλιξε στό σεντόνι, καί τόν ἔβαλε σέ μνημεῖο πού ἦταν λα­ξεμένο σέ βράχο. Καί κύλισε στήν εἴσοδο τοῦ μνημείου ἕνα μεγάλο λίθο.

           Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία τοῦ Ἰωσῆ παρακο­λου­θοῦ­σαν ποῦ τόν ἐνταφιάζουν.-

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ

Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην

Κεφ. ιθ’, 38-42

 

Tόν καιρό ἐκεῖνο, πῆγε στόν Πιλᾶτο ὁ Ἰωσήφ ἀπό τήν Ἀρι-μαθαία, πού ἦταν μαθητής τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλά ἀπό τόν φόβο τῶν Ἰουδαίων δέν ἐκδηλωνόταν, καί τόν παρακάλεσε νά τοῦ ἐπιτρέψει νά πάρει τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Καί ὁ Πιλᾶτος τοῦ τό ἐπέτρεψε.

          Ἦλθε λοιπόν ὁ Ἰωσήφ καί πῆρε τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Στήν συνέ­χεια ἦλθε καί ὁ Νικόδημος· ἐκεῖνος πού γιά πρώτη φορά εἶχε ἔλθει στόν Ἰησοῦ νύχτα. Ἔφερε ἔνα ἄρωμα, μίγμα σμύρνας καί ἀλόης, ἑκατό περί­που λίτρες. Αὐτοί λοιπόν οἱ δύο πῆραν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, τό ἄλειψαν μέ ἀρώματα καί τό τύλιξαν μέ ὀθόνια, ὅπως εἶναι τό ἔθιμο τῶν Ἰουδαίων νά ἑτοιμάζουν τόν νεκρό γιά ἐνταφιασμό.

          Ἐκεῖ, κοντά στόν τόπο πού σταυρώθηκε, ἦταν ἕνας κῆπος· καί μέσα στόν κῆπο ἕνας καινούργιος τάφος, στόν ὁποῖο μέχρι τότε δέν εἶχε ἀκόμη ἐνταφιασθῆ κανένας. Σ᾿ αὐτό λοιπόν τό μνῆμα, ἐπειδή ἦταν οἱ τελευταῖες πιά στιγμές τῆς παρασκευῆς τῶν Ἰουδαίων, ἔθα-ψαν τόν Ἰησοῦ.-

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ

Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον

Κεφ. κζ’, 62-66

 

Tήν ἑπομένη, δηλαδή τήν μετά τήν Παρασκευή ἡμέρα, πῆ-γαν πολλοί ἀρχιερεῖς καί φαρισαῖοι στόν Πιλᾶτο, καί τοῦ εἶπαν:

- Κύριε, θυμηθήκαμε, ὅτι ἐκεῖνος ὁ λαοπλάνος, ὅταν ἀκόμη ζοῦ-σε, εἶχε πεῖ: "Μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες θά ἀναστηθῶ". Δῶσε λοιπόν διαταγή νά φρου­ρηθῆ ὁ τάφος, μέχρι πού νά συμπληρωθῆ καί ἡ τρίτη ἡμέρα. Γιατί ἐνδέχε­ται, νά πᾶνε τήν νύχτα οἱ μαθητές του καί νά τόν κλέψουν· καί μετά νά λένε στόν λαό ὅτι ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς. Καί τότε, αὐτή ἡ τελευταία πλάνη, θά εἶναι χειρότερη ἀπό τήν πρώτη.

          Τούς εἶπε ὁ Πιλᾶτος:

          - Σᾶς διαθέτω μία κουστωδία. Πάρτε την καί πηγαίνετε νά λάβετε τά μέτρα πού νομίζετε καλλίτερα.

          Καί αὐτοί πῆγαν καί ἔθεσαν φρουρά γύρω ἀπό τόν τάφο. Μάλιστα δέ σφράγισαν καί τόν λίθο σέ συνεργασία μέ τήν κουστωδία.-