Γενικού Ενδιαφέροντος

Συγγραφέας: Trondheim Erik Varden

ΠΡΟΣΘΕΣ ΗΜΙΝ ΠΙΣΤΙΝ... (Λουκ. 17,5)

Επισκόπου Trondheim Erik Varden

 

«Οι δίκαιοι θα ζήσουν με την πίστη», διαβάζουμε στον προφήτη Αββακούμ, ο οποίος έζησε τον 7ο αιώνα π.Χ.. Για εμάς, όμως, η δήλωση αυτή απηχεί στα θεολογικά κονταροχτυπήματα που λαμβάνουν χώρα στην Ευρώπη 2100 χρόνια αργότερα. Το κεντρικό σύνθημα του Λουθήρου ήταν το sola fide. Οι πιστοί έπρεπε να ζουν μόνο με την πίστη. Κινητοποιήθηκε από την επιθυμία του να απαλλάξει τους Χριστιανούς από την αντίληψη ότι έπρεπε να κοπιάσουν για να φτάσουν στον παράδεισο με τις δικές τους δυνάμεις, λες και η ευδαιμονία ήταν συνάρτηση της ανθρώπινης προσπάθειας. Θα έλεγα ότι είναι αμφίβολο πως κάποιος, την εποχή του Λουθήρου ή ακόμα και πριν από αυτήν, πίστευε πραγματικά ότι αυτό ήταν χριστιανικό δόγμα. Σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια στάση θα είχε καταδικαστεί από την Εκκλησία ως αιρετική.

Η ιδέα της σωτηρίας μόνο μέσω της πίστης έγινε αντιληπτή ως πηγή εσωτερικής απελευθέρωσης, στην αρχή. Στηρίζεται, βέβαια, σε χωρία της Αγίας Γραφής, τα οποία οι μεταρρυθμιστές ανέφεραν επιμελώς. Όλοι έχουμε συνείδηση των ελλείψεων και των αποτυχιών της ζωής μας. Γνωρίζουμε ότι δεν ανταποκρινόμαστε στο πρότυπο που θέτει μπροστά μας το Ευαγγέλιο. Είναι καλό, λοιπόν -και σωστό-, να εμπιστευόμαστε μια παντοδύναμη Χάρη που ανασταίνει, όταν εμπιστευόμαστε τους εαυτούς μας σ’ αυτή.

Ως θεμέλιο της θρησκευτικής ζωής, ωστόσο, η αρχή της sola fide θέτει ένα συντριπτικό βάρος στα άτομα. Τα πάντα εξαρτώνται ταυτόχρονα από εμένα, η πνευματικότητά μου, η σχέση μου με τον Θεό, η πίστη μου. Και τι γίνεται αν διαπιστώσω ότι δεν μπορώ να βιώσω την πίστη; Τι γίνεται αν, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, κάθομαι στο σκοτάδι και στη σκιά του θανάτου; Υπάρχει ο κίνδυνος να ανατραπεί όλο το σχήμα. Να εμφανιστεί στην πραγματικότητα η πίστη ως το έσχατο έργο, η προσπάθεια που πρέπει να κάνω για να λέγομαι χριστιανός, για να έχω ελπίδα. Σε τέτοιες συνθήκες μπορεί κανείς εύκολα να αισθανθεί τρομερά μόνος.

Τι είναι στην πραγματικότητα η "πίστη"; Μπορεί να προκληθεί; Τι διακυβεύεται όταν οι απόστολοι λένε στον Κύριο, "αύξησε την πίστη μας"; Ένα θέμα είναι η ερώτηση των αποστόλων και άλλο η απάντηση του Κυρίου. Συχνά οι απαντήσεις Του προσανατολίζονται στο να δείξουν ότι ρωτάμε λανθασμένα. Ας ακούσουμε με προσοχή τι μας λέει ο λόγος του Θεού, μέσω της Εκκλησίας, για την πίστη αυτή την Κυριακή.

Η προφητεία του Αββακούμ αρχίζει με έναν θρήνο: «Πόσο καιρό, Κύριε, θα φωνάζω για βοήθεια και δεν θα με ακούς;» Ο προφήτης δεν ζει στη γλυκιά αγκαλιά της συνεχούς κοινωνίας με τον Θεό. Όχι, έχει την εντύπωση ότι ο Θεός έχει εγκαταλείψει τον λαό του: «Οργή και βία, αυτό είναι το μόνο που βλέπω, όλα είναι διαμάχη, και η διχόνοια ανθεί». Μπορούμε εύκολα να συμμεριστούμε αυτή την αίσθηση, όταν κοιτάζουμε τον κόσμο γύρω μας όπως είναι ακόμα, σήμερα. Τι απέγινε η ευλογία που υποσχέθηκε ο Θεός στους γιους του Ισραήλ, η οποία θα χυνόταν σαν λάδι, και θα κατέβαινε σαν τη δροσιά του Ερμών πάνω στη Σιών;

Ο Κύριος δεν αφήνει τον προφήτη χωρίς απάντηση. Η απάντησή Του είναι απλή. Μπορεί να συνοψιστεί σε μία μόνο λέξη: "Περιμένετε!". Είναι μια λέξη που δεν μας αρέσει. Προτιμούμε να πάρουμε αυτό που θέλουμε αμέσως. Ωστόσο, η εντολή του Θεού είναι σαφής. Κάποιες φορές πρέπει να δεχόμαστε τα πράγματα όπως είναι, ατελή και συγκεχυμένα. Η "δικαιοσύνη" είναι τότε ένα θέμα που αφορά το να ζω σωστά, ακόμη και όταν όλα γύρω μου φαίνονται λάθος. Δεν θα παραδοθούμε στην παραίτηση. Αυτό θα ήταν αντιβιβλικό. Αλλά θα πρέπει, εμπνεόμενοι από την ιστορία της σωτηρίας και την ιστορία της Εκκλησίας, να εμπιστευόμαστε ότι ο Θεός θα επέμβει και θα μας σώσει όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, κι ότι αυτή η στιγμή μπορεί να αποτελεί, για εμάς, ένα μακρινό μέλλον. Το να ζούμε με πίστη σημαίνει να ζούμε υπομονετικά. Σημαίνει να βλέπω την παρούσα στιγμή, και τον εαυτό μου στην παρούσα στιγμή, με μια προοπτική που ξεπερνά τη δική μου εμπειρία.

Ο Παύλος, επίσης, μας προτρέπει να ζούμε με το βλέμμα ταυτόχρονα στο παρελθόν και στο μέλλον. «Σου υπενθυμίζω», γράφει στον Τιμόθεο, «να αυξάνεις το χάρισμα που σου έδωσε ο Θεός». Αναφέρεται στη χειροτονία του, αλλά τα λόγια αυτά θα μπορούσαν να απευθύνονται στον καθένα μας σε σχέση με το βάπτισμά μας. Το να ζούμε με πίστη σημαίνει να ζούμε με τα θεία δώρα που είναι ήδη δικά μας. Τα δώρα αυτά απονέμονται μυστηριακά, πάνω απ' όλα με τρόπο ευλογημένα αντικειμενικό.

Μήπως περνάτε μια κρίση πίστης; Αν ναι, αυτό που πρέπει να κάνετε είναι να επανεξετάσετε το τελετουργικό του βαπτίσματος και να υπενθυμίζετε στον εαυτό σας ότι έχετε σφραγιστεί με το σωτήριο σημείο του Σταυρού και έχετε απαλλαγεί από την αμαρτία, έχετε γίνει κατοικία για το Άγιο Πνεύμα, έχετε αναστηθεί από τον θάνατο στη ζωή στο όνομα της Αγίας Τριάδας. Το να ζούμε με πίστη σημαίνει να συνειδητοποιούμε τις δυνατότητες που μας έχουν εμφυτευτεί. Πώς; Με τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνουμε τη ζωή μας, με τις συγκεκριμένες επιλογές μας, με την απόφαση να ζήσουμε αναγνωρίσιμα ως χριστιανοί. Εύκολα νομίζουμε ότι η πίστη πρέπει πρώτα να είναι κατά κάποιον τρόπο μυστηριακά απτή και ότι εμείς, στη συνέχεια, θα ζήσουμε άγια ζωή ως φυσικό επακόλουθο. Στην πραγματικότητα, τείνει να λειτουργεί αντίστροφα. Όταν ζούμε σωστά, με σκοπό την πίστη, η πίστη ενισχύεται.

Στο Ευαγγέλιο του Λουκά ο Κύριος απαντά στην προσευχή των Δώδεκα Μαθητών, «αύξησε την πίστη μας», μέσω μιας εικόνας: «Αν η πίστη σας είχε μέγεθος σπόρου σιναπιού (ενός ελάχιστου κόκκου), θα μπορούσατε να πείτε σ' αυτή τη μουριά: Ξεριζώσου και ρίζωσε στη θάλασσα» (Λουκ. 17,5). Αν το καλοσκεφτείτε, η εικόνα είναι παράλογη. Κανένα δέντρο δεν φυτεύεται στη θάλασσα. Η τάξη της δημιουργίας δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο, και ο Λόγος με τον οποίο δημιουργήθηκαν όλα τα πράγματα είναι ο ίδιος Λόγος που μιλάει στους αποστόλους. Το να ζούμε με πίστη, επομένως, σημαίνει να ζούμε ανοιχτοί στην πιθανότητα ότι αυτό που είναι αδύνατο μπορεί στην πραγματικότητα να συμβεί· ότι η αμαρτία μπορεί να εξαλειφθεί και οι νεκροί να αναστηθούν.

Μαθαίνουμε αυτό το είδος ανοίγματος, όχι με το να καθόμαστε σε μια ξαπλώστρα και να γυρνάμε τους αντίχειρες, αλλά με το να εκτελούμε πιστά το καθήκον μας που μας έδωσε ο Θεός. Η φανταστική εικόνα της "ιπτάμενης" μουριάς ακολουθείται από μια άλλη που είναι εντελώς συγκεκριμένη. Είναι η εικόνα του υπηρέτη που, μετά από μια κουραστική μέρα οργώματος, μπαίνει μέσα, βάζει την ποδιά του, ετοιμάζει το δείπνο, περιμένει τον αφέντη του στο τραπέζι με γενναιότητα, χωρίς παράπονο, ακόμη και με χαρά, γιατί αυτό είναι το καθήκον του.

Αν μάθουμε να ζούμε έτσι, υπομονετικά, με αυτοπεποίθηση, πιστά, λοιπόν, τότε θα ζούμε με πίστη. Τότε μπορούμε να περιμένουμε από τον Κύριο να μας δώσει, όπως επισημαίνει η σημερινή θαυμάσια περικοπή, ακόμη και «ό,τι η προσευχή δεν τολμά να ζητήσει».

Ποιος ξέρει αν το κομμάτι γης που οργώνουμε αυτή τη στιγμή, όποια κι αν είναι η θέση μας στη ζωή, η γη που μπορεί να μας φαίνεται απελπιστική και υπερβολικά γεμάτη πέτρες, μπορεί να είναι ακριβώς το έδαφος που χρειάζεται ο σπόρος του σιναπιού για να φυτευτεί και να μεγαλώσει σε ένα υπέροχο δέντρο στο οποίο τα πουλιά του ουρανού μπορούν να βρουν ανάπαυση; Είναι αυτονόητο ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε με αυτούς τους όρους απομονωμένοι. Χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον, την ενθάρρυνση και τη βοήθεια του άλλου, στην κοινωνία της Εκκλησίας, μέσω του Χριστού, μαζί του και εν αυτώ. Αυτή η κοινωνία μας δίνεται. Ας μην ξεχνάμε ποτέ να ευχαριστούμε τον Θεό γι' αυτήν. Coram fratribus intellexi, μαζί με τους αδελφούς μας καταλαβαίνουμε!