Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Άρθρα γενικού ενδιαφέροντος

Του Κ. ΜΥΓΔΑΛΗ[*]

 

Με όλο τον σεβασμό προς την ψυχούλα του π. Βησσαρίωνα, του οποίου το σώμα φαίνεται πως θα ταλαιπωρείται εις το διηνεκές, και προς τους μοναχούς της μονής της μετανοίας του, τους οποίους δεν γνωρίζω, θέλω να επισημάνω πως αυτά που συμβαίνουν στις μέρες μας είναι αφ' ενός υπερβολικά, αφ' ετέρου και επικίνδυνα.

Η απόφαση της ΔΙΣ για το θέμα δείχνει να προσπαθεί να βρει μια λύση στο πρόβλημα που δεν θα θίγει την ευσέβεια των πιστών. Όμως όλοι πολύ καλά γνωρίζουμε πως η Εκκλησία στηρίχθηκε εις τους αιώνες πάνω στην πίστη των λογικών ανθρώπων. Επειδή μάλιστα και οι ιεράρχες είναι άνθρωποι λογικοί, δεν θα προχωρούσαν σε μια τέτοια απόφαση και θα προέτρεπαν στην ταφή του πτώματος, αν δεν τελούσαν υπό το κράτος της απειλής των αντιδράσεων των ανά τη χώρα, αν όχι ανά τον κόσμο, ευαγών μοναστικών καθιδρυμάτων, τα οποία από δεκαετιών πλέον φέρουν τη σφραγίδα της ακραιφνούς και αναλλοίωτης πίστης, ημών των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών και κατά το δοκούν σφραγίζουν με αυτή και εκδίδουν τα αναγκαία για κάποιους πιστοποιητικά ορθοφροσύνης και ορθοδόξου φρονήματος. Προφανώς και ευτυχώς δεν πρόκειται περί όλων, αλλά περί των περισσοτέρων που δημιουργούν άλλωστε και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των θέματος.

Το μεταδικτατορικό τοπίο συνέβαλε σε αυτήν την εξέλιξη. Το τρωθέν κύρος της Ιεραρχίας, η δράση των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων και επιπλέον κάτι λίγο η αναδειχθείσα χαμένη στην ιστορία νηπτική παράδοση της Εκκλησίας, οι κολλυβάδες, το μοναστικό φρόνημα της Ορθοδοξίας και ένας εκκλησιαστικός αντιδυτικισμός που συναντούσε τον εν γένει αντιδυτικισμό της πολιτικής περιόδου, ήρθε και έδεσε τη σούπα της ανάδειξης των μονών αυτών ως χώρων γνήσιας ορθόδοξης έκφρασης.

Η Ιεραρχία δεν θέλησε και δεν μπόρεσε να αντιδράσει. Διολίσθησε η όλη κατάσταση και μέσα από αυτήν εμφανίστηκε μια νέου τύπου εκκλησιαστική αυθεντία, οι γεροντάδες των μοναστηριών, στους οποίους το star system αυτής της μεγάλης παρέας αναγνωρίζει κατά περίπτωση διάφορα χαpίσματα! Εγκαταλείφθηκε σε μεγάλο βαθμό η ενορία και ο κόσμος άρχισε να συρρέει στα μοναστήρια. Ο αριθμός των πιστών που προσφεύγουν σε αυτά μπορεί να μην είναι μεγάλος, πρόκειται όμως για άτομα ακραία και «ακραιφνή», τα οποία με διάφορους τρόπους διαμορφώνουν το εκκλησιαστικό περιβάλλον, αναδεικνύοντας κατά περίπτωση εν ζωή αγίους και κατασκευάζοντας αιρετικούς.

Η Εκκλησία και η Ιεραρχία, η οποία στη μεταπολεμική περίοδο ήταν αιχμάλωτη των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων, βρίσκεται σήμερα σε μια ιδιότυπη ομηρία από αυτές τις νεοφανείς παραεκκλησιαστικές οργανώσεις και αδύναμη να αντιδράσει. Πού να τολμήσει οποιοσδήποτε να ανοίξει το στόμα του και να τοποθετηθεί πάνω στο φαινόμενο. Αν μάλιστα έχει στην επικράτεια της επισκοπής του κάποια τέτοια μοναστήρια, τότε το εγχείρημα καθίσταται απελπιστικά δύσκολο. Αδύναμοι και τρομαγμένοι παρακολουθούν τα δρώμενα, δεν τολμούν να τα βάλουν μαζί τους, φοβούνται τη διάβρωση που θα υποστούν από αυτόν τον απίθανο κόσμο και τα όσα φανταστικά θα τους προσάψουν, αν μάλιστα συνυπολογίσουν και το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο των καιρών, ε, τότε είναι που ο φόβος τους γίνεται πανικός. "Εκκλησούλες" μέσα στην Εκκλησία λυμαίνονται το εκκλησιαστικό τοπίο εμφορούμενοι από μια επικίνδυνη εκκλησιολογικά άποψη περί του εκκλησιαστικού φρονήματος και της θεωτικής εμπειρίας της εκκλησίας. Το φαινόμενο είναι γνωστό τοις πάσι, αλλά ουδείς τολμά να ανοίξει το θέμα.

Ο αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ γνώριζε πολύ καλά αυτό το τοπίο, οι μαρτυρίες που υπάρχουν τον φέρουν ως προβληματισμένο για την κατάσταση και εξ όσων γνωρίζω δεν δέχθηκε ποτέ να επισκεφθεί και να λειτουργήσει σε αυτές τις ιδιόμορφες, ικανές κατά τον αριθμό, μονές. Άλλωστε, δεν επιθυμούσε προφανώς να συμβάλει ούτε με την παρουσία του στην επιβεβαίωση αυτού του χώρου, ο οποίος εν πολλοίς κινείται στα όρια της εκκλησιαστικής τάξης.

Έτσι αν η Ιεραρχία προέτρεπε για την ταφή του πτώματος, υπήρχε ο φόβος να μην εισακουγόταν, να ξεκινούσαν τα πούλμαν του προσκυνηματικού τουρισμού από ολόκληρη την επικράτεια συρρέοντα εις το σημείο του «θαύματος», κάποιος περιστατικός υμνογράφος να έγραφε και καμιά παρακλητική ακολουθία προς τον θανόντα μοναχό και ο χορός καλά κρατεί. Δεν θα συμβούν αυτά σήμερα; Σαφώς και θα συμβούν, αλλά τουλάχιστον τώρα δεν κινδυνεύει το εναπομείναν κύρος της Ιεραρχίας.

Αυτό το τοπίο εκτιμώ πως αναδεικνύει το θέμα του π. Βησσαρίωνα. Και την αδυναμία της Εκκλησίας να το ομαλοποιήσει. Σε καιρούς χαλεπούς, ποιος τολμά να ανοίξει νέα μέτωπα με τους λογιών λογιών εκκλησιαστικούς μουτζαχεντίν, οι οποίοι σε ένα ομαλό εκκλησιαστικό τοπίο, σε άλλου είδους ευαγή ιδρύματα θα έπρεπε να εγκαταβιώνουν. Ασ' τα λοιπόν τα πράγματα να πάνε όπως πάνε και κύριος οίδε πώς θα βολευτούν στο μέλλον.

Με βάση αυτήν τη λογική διακρίνω πως διαμορφώθηκε η θέση της Ιεραρχίας πάνω στο επίμαχο ζήτημα. Και ως τέτοια πρέπει να την αξιολογήσουμε...



[*] Αρχιτέκτονας, δρ της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ