Αταξινόμητα

kathimerini.gr 03/07/2016

Σταύρος Ζουμπουλάκης

 

 

Ο τίτλος του τελευταίου μυθιστορήματος (2014) του Ιαν Μακ Γιούαν είναι ο τίτλος του διάσημου αγγλικού νόμου Children Act, 1989 (ελληνική έκδοση: Ιαν Μακ Γιούαν «Νόμος περί τέκνων», μτφρ. Κατερίνα Σχινά, Πατάκης, Δεκέμβριος 2015). Το πρώτο άρθρο του νόμου αυτού, που τίθεται και ως προμετωπίδα στο βιβλίο (βλ. και σσ. 156-157), ορίζει πως, όταν το δικαστήριο αποφασίζει για ζητήματα σχετικά με τη ανατροφή των παιδιών και τη γονική μέριμνα, πρέπει να πρυτανεύει πάντοτε το συμφέρον του παιδιού.

Η ηρωίδα του μυθιστορήματος Φιόνα Μέι, εξαιρετική δικαστής, τη στιγμή που την εγκαταλείπει ο σύζυγός της, ύστερα από 30 χρόνια γάμου, έρχεται αντιμέτωπη, για άλλη μία φορά στην καριέρα της, με μια σοβαρή υπόθεση ζωής και θανάτου: ο Ανταμ Χένρι, ανήλικος μάρτυρας του Ιεχωβά πάσχει από λευχαιμία και η μόνη ελπίδα να σωθεί είναι να γίνει επειγόντως μετάγγιση αίματος. Το άρρωστο αγόρι θέλει τρεις μόνο μήνες –κρίσιμη λεπτομέρεια– για να ενηλικιωθεί, άρα δεν μπορεί τυπικά να αποφασίσει μόνο του. Οι γονείς του αποφασίζουν να μη μεταγγισθεί αίμα, ενώ το νοσοκομείο ζητάει δικαστική εντολή για να προχωρήσει στη μετάγγιση παρά τη θέληση των γονέων. Η δικαστής αποφασίζει να επισκεφθεί η ίδια τον Ανταμ στο νοσοκομείο. Θα συναντήσει εκεί ένα έξυπνο και απολύτως συνειδητοποιημένο αγόρι, που γράφει ποιήματα και έχει αρχίσει να μαθαίνει βιολί. Δεν πρόκειται για κανένα χαϊβάνι που κάποιοι επιτήδειοι το έχουν παρασύρει. Η απόφαση να αρνηθεί τη μετάγγιση είναι δική του. Ξέρει τι πιστεύει, γιατί το πιστεύει, και ξέρει καλά τι τον περιμένει με την άρνησή του. Θέλει να μείνει πιστός στο θέλημα του Θεού. Αν η αρρώστια τον είχε χτυπήσει τρεις μήνες αργότερα, το μυθιστόρημα αυτό δεν θα μπορούσε να υπάρξει: ο Ανταμ θα είχε προσφέρει τη ζωή του στον Θεό και στην κοινότητά του. Τη δικαστή, όμως, δεν την ενδιαφέρουν όλα αυτά, εκείνη, σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του Children Act, πρέπει να εκτιμήσει ποιο είναι το συμφέρον του ανηλίκου. Θα κρίνει, λοιπόν, ύστερα από την προσωπική συνάντηση μαζί του, ότι πρέπει να προστατέψει τον ανήλικο από τη θρησκεία του και από τον ίδιο τον εαυτό του και ότι η ζωή του είναι πολυτιμότερη από την αξιοπρέπειά του (σσ. 158-159). Η μετάγγιση θα γίνει, το αγόρι θα ζήσει και θα εγκαταλείψει και την κοινότητα των μαρτύρων του Ιεχωβά.

 

Ωραία όλα αυτά, αλλά μπορούμε να τα βρούμε, και πολύ καλύτερα μάλιστα, σε λογής δοκίμια νομικής σκέψης ή ηθικής φιλοσοφίας. Ο Μακ Γιούαν όμως γράφει μυθιστόρημα, δεν γράφει δοκίμιο φιλοσοφίας του δικαίου ή βιοηθικής. Οποιος σταθεί μόνο στα παραπάνω ηθικονομικά ερωτήματα το έχασε το μυθιστόρημα μέσα από τα δάχτυλά του. Ο νεαρός Ανταμ επιστρέφει στη ζωή χάρη στην απόφαση του δικαστηρίου, επειδή έτσι αποφάσισε η Φιόνα Μέι. Τελειώνει το σχολείο, προχωράει στη μουσική, διαβάζει και γράφει ποίηση, ετοιμάζεται για το πανεπιστήμιο. Λεπτομέρειες. Το ουσιώδες είναι πως αυτή η ζωή που του χαρίστηκε δεν έχει κανένα νόημα για αυτόν χωρίς εκείνη που του τη χάρισε.

Στην απόφασή της η δικαστής θα γράψει, ανάμεσα στα άλλα, ότι «η ευημερία του υπηρετείται πολύ καλύτερα [...] και από όλη τη ζωή και την αγάπη που βρίσκεται μπροστά του» (σ. 158, βλ. και σσ. 209, 265). Η ζωή και η αγάπη για τον νεαρό Ανταμ συμπυκνώνονται στο πρόσωπο της Φιόνα Μέι. Στον ελεύθερο, ανοιχτό, όμορφο αλλά και συνάμα τρομαχτικό κόσμο χωρίς θρησκεία, στον οποίο τον οδήγησε, εκείνη η ίδια πια εκφράζει το νόημα της ζωής (σσ. 265-266, 267). Την ερωτεύεται με πάθος, της γράφει γράμματα, φαντάζεται ταξίδια μαζί της, την ακολουθεί παντού. Δεν θέλει να ζήσει χωρίς εκείνη που του χάρισε τη ζωή. Θέλει να ζήσει μαζί της, σπίτι της, ας ζει και ο άντρας της εκεί, αφού δεν γίνεται αλλιώς, τίποτε δεν τον πειράζει, αρκεί να είναι μαζί της. Η δικαστής δεν θα ανταποκριθεί, αλλά εκείνη τη μοιραία βροχερή μέρα της συνάντησής τους, «παραδομένη σε ισχυρή και ασυγχώρητη παρόρμηση, τον φίλησε» (σ. 266). Τον φίλησε και μετά τον έδιωξε. Επρεπε να προστατέψει την υπόληψή της. Η λευχαιμία υποτροπιάζει και ο Ανταμ, ενήλικος πια, θα αρνηθεί τώρα τη μετάγγιση. Οι λόγοι αυτή τη φορά δεν είναι θρησκευτικοί, πρόκειται ουσιαστικά για αυτοκτονία. Η Φιόνα Μέι γίνεται ταυτόχρονα αιτία της ζωής και του θανάτου του. Πάνω στο πτώμα του νεαρού Ανταμ η άψογη δικαστής θα μάθει (;) ότι η ζωή δεν υπακούει πάντα σε κανόνες –pour le meilleur et pour le pire–, ότι οι άνθρωποι δεν θέλουν στη ζωή τους να ενεργούν πάντα σύμφωνα με το συμφέρον τους – ακόμη και όταν ξέρουν ποιο είναι.

Τον ανορθολογισμό και την αυτοκαταστροφικότητα της ένταξης στην κοινότητα των μαρτύρων του Ιεχωβά τα διαδέχεται, στη ζωή του δεκαοχτάχρονου Ανταμ, ο ανορθολογισμός και η αυτοκαταστροφικότητα του έρωτα για μια παντρεμένη, εξηντάχρονη δικαστή. Τι θα μπορούσε, ωστόσο, να κάνει αυτή η γυναίκα με τον έρωτα του αγοριού; Τίποτε. Κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει κάποιον να ανταποκριθεί σε έναν έρωτα.

Ασφαλώς. Ευθυνόμαστε όμως για το κακό που βρίσκει τον άλλο, ακόμη και όταν είμαστε αθώοι.

Ο σύζυγος της Φιόνα έχει γυρίσει σπίτι, ηττημένος, και τώρα που ο γάμος τους ξαναρχίζει ανήσυχα (σ. 268), εκείνη του διηγείται, πάνω στο κρεβάτι τους, τη ζωή και τον θάνατο του Ανταμ Χένρι. «Η ζωή συνεχίζεται».

Σε πάμπολλες περιπτώσεις δεν υπάρχει κουβέντα πιο σκληρή από αυτή.