Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Ιερωσύνη

Ὑμεῖς δὲ μὴ κληθῆτε ῥαββί· εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ διδάσκαλος, ὁ Χριστός· πάντες δὲ ὑμεῖς ἀδελφοί ἐστε.

Καὶ πατέρα μὴ καλέσητε ὑμῶν ἐπὶ τῆς γῆς· εἷς γάρ ἐστιν ὁ πατήρ ὑμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

Μηδὲ κληθῆτε καθηγηταί· εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ καθηγητής, ὁ Χριστός.

(Μτ 23, 8-10)

 

Υπάρχουν κάποιες περικοπές του Ευαγγελίου που είναι πάντοτε δύσκολο να ερμηνευθούν και να κατανοηθούν, και τα παραπάνω χωρία ανήκουν ιδιαιτέρως σε αυτή την κατηγορία! Γιατί, εν τοις πράγμασι, όταν ξεκίνησα την επαγγελματική μου ζωή ως γιατρός όλοι με αποκαλούσαν «δόκτωρα» (= διδάσκαλο) και έπειτα, κάπως αργότερα στη ζωή μου, όταν έγινα ιερέας, όλοι με αποκαλούσαν «Πάτερ». Και βέβαια, ο Κύριός μας δε φαντάστηκε πως θα υπήρχαν και κάποιοι που θα τολμούσαν να ονομάσουν εαυτούς με τίτλους όπως ας πούμε «Monseigneur» (=Σεβασμιώτατε/κατά κυριολεξία=Κύριέ μου). Να ‘μαι λοιπόν ενώπιόν σας, να προσπαθώ να δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα, καταχρώμενος έναν τίτλο παντελώς ασύμβατο ως προς τις εντολές του Κυρίου.

Διδάσκαλος: Ποιος είναι όμως διδάσκαλος; Είναι εκείνος που γνωρίζει τη διδασκαλία και κατέχει το δόγμα. Ωστόσο, ο φερόμενος ως γνώστης γρήγορα αντιλαμβάνεται και αρχίζει να ανακαλύπτει σταδιακά πως ίσως να μη γνωρίζει και τόσα, όσα νομίζει. Διότι, το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να υποψιασθεί ή να μάθει είναι ακριβώς η «μη πληρότητά» του. Ευτυχώς, για να μη μας μείνει η παραμικρή αμφιβολία περί αυτού, έχουμε σήμερα τα Μαθηματικά που μας επισημαίνουν αυτή την αλήθεια με τον εναργέστερο τρόπο, και αναφέρομαι φυσικά στα θεωρήματα του Γκέντελ. Αυτός ο διάσημος Αυστριακός μαθηματικός έδειξε με τις εργασίες του πως τα Μαθηματικά αδυνατούν να αποδείξουν το σύνολο των μαθηματικών προτάσεων, και πως υπάρχουν πάντα κάποιες προτάσεις που είναι μη αποδείξιμες. Αυτά τα αποτελέσματα του Γκέντελ τρόπον τινά μας « ταπεινώνουν » σε σχέση με το εύρος της γνώσης που μπορούμε να κατακτήσουμε. Η επίγνωση της «μη πληρότητας» σημαίνει για μας πως η αναζήτηση δε θα σταματήσει ποτέ, πως η διάνοιά μας δεν επαρκεί για να εγκλείσει σύνολη την αλήθεια, πως ακόμη, αν επιθυμούμε να αυξήσουμε μέσα μας τη γνώση, την κατανόηση των πραγμάτων, πρέπει να ασκηθούμε στην αρετή της ταπεινοφροσύνης. 

Και πατέρας; Ποιος είναι πατέρας; Εδώ τα λόγια του Χριστού αναφέρονται στην αποκλειστική πατρική ιδιότητα του Θεού, γιατί ο Θεός δεν είναι πατέρας όπως εμείς. Εμείς είμαστε αυτοί που πρέπει να διδαχθούμε πώς μπορούμε να αποκτήσουμε την πατρική ιδιότητα κατ’ αναλογίαν της πατρικής ιδιότητας του Θεού. Εξάλλου, πρέπει κατ’ αρχάς να διδαχθούμε -και αυτό είναι κάτι που όλοι μας έχουμε βιώσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε αυτή τη ζωή- πώς να είμαστε τέκνα, πώς να είμαστε υιοί. Το να είναι κανείς τέκνο σημαίνει αρχικά να αποδεχθεί πως η ύπαρξή του έχει λάβει την αρχή της από κάποιον άλλον. Γιατί, όντως, η ζωή μας προέρχεται σαν δώρο από κάποιους άλλους, από τους γονείς μας και όχι από εμάς τους ίδιους. Η συνειδητοποίηση πως η ζωή μάς χορηγείται από κάποιον άλλον, η κατανόηση ότι η προέλευσή της είναι ένα δώρο που δεν μπορούμε εμείς να κάνουμε στον εαυτό μας, μας επιτρέπει να αναπτυχθούμε, να ωριμάσουμε ώστε μια μέρα να γίνουμε και εμείς με τη σειρά μας πατέρες.

Για να μπορέσει κανείς να προσφέρει τον εαυτό του -με συνδρομή όλων των ψυχικών του δυνάμεων- παρέχοντας ζωή σε κάποιον άλλον, πρέπει πρώτα να αποδεχθεί πως έχει γίνει και ο ίδιος δέκτης αυτής της ύψιστης δωρεάς. Και βέβαια, αυτό το δόσιμο ψυχής που συνεπάγεται η πατρότητα είναι η πεμπτουσία της ζωής μας αφού είναι η μέγιστη πράξη αγάπης σύμφωνα με τη φράση του Χριστού: «μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ιω 15, 13). Είναι άρα πολύ σημαντικό να μάθει κανείς να είναι τέκνο, να είναι υιός, για να μπορέσει να γίνει πατέρας. Και αυτή είναι όντως η διαδρομή για να μπορέσουμε εμείς να πραγματώσουμε την πατρότητα, όχι από τις αρετές ή τις δυνατότητες του εαυτού μας, αλλά εκλαμβάνοντας την πατρότητα ως δωρεά από Εκείνον που είναι η αποκλειστική Πηγή της πατρικής ιδιότητας, δηλαδή από το Θεό Πατέρα.

Τι απομένει ακόμη; Η αυθεντία του καθηγητή; Αλλά ο Ένας και αληθινός καθηγητής μας, ο Χριστός, εμφανίζεται ως ο Καθηγητής, ως ο Διδάσκαλος και Κύριος, όταν είναι σκυμμένος στα πόδια των μαθητών Του για να επιτελέσει τον Ιερό Νιπτήρα! Από τη Φυσική ξέρουμε πως ο ήχος διαδίδεται ευκολότερα προς τα πάνω, άρα ένας καθηγητής που είναι σκαρφαλωμένος στο απρόσιτο ύψος της έδρας του, της αυθεντίας του, και μας μιλάει, είναι πιθανόν να το κάνει εις μάτην γιατί η φωνή του ίσως δε φθάνει καν ως εμάς. Όταν όμως κάποιος είναι σκυμμένος στα πόδια μας και μας μιλάει, τότε ακούμε καθαρά τη φωνή του. Αυτό το απλοϊκό φαινόμενο της Ακουστικής γενικεύεται εντυπωσιακά στις ανθρώπινες σχέσεις. Ο καθηγητής και διδάσκαλος πρέπει να θέσει τον εαυτό του στην υπηρεσία των μαθητών του αν πραγματικά επιθυμεί η διδασκαλία του να εισακουσθεί και να εμπεδωθεί. Άρα το να γίνεις καθηγητής σημαίνει να μάθεις να θέτεις ταπεινά τον εαυτό σου στην υπηρεσία των άλλων όπως μας το ζητά ο Κύριος: «ὑμεῖς φωνεῖτέ με, ὁ Διδάσκαλος καὶ ὁ Κύριος, καὶ καλῶς λέγετε· εἰμὶ γάρ. εἰ οὖν ἐγὼ ἔνιψα ὑμῶν τοὺς πόδας, ὁ Κύριος καὶ ὁ Διδάσκαλος, καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τοὺς πόδας. » (Ιω 13, 1314).

Είναι ακόμη βέβαιο πως ο ανωτέρω μηχανισμός απαιτεί από μας να αναγνωρίσουμε την τεράστια τιμή και αξία του ανθρώπου, στον οποίο καλούμαστε να μεταδώσουμε κάποια γνώση που ακόμη δεν κατέχει, του ανθρώπου που καλείται να γίνει "μαθητής" μας. Αυτή η αξία δεν προέρχεται από την ευφυΐα ή τις περγαμηνές του μαθητή, αλλά από την ανθρώπινή του αξιοπρέπεια και αυτό είναι κάτι που δεν το λαμβάνει από τον καθηγητή, αυτό είναι κάτι που κατέχει πολύ πριν μαθητεύσει σε οποιονδήποτε καθηγητή. Ιδού λοιπόν γιατί ο καθηγητής πρέπει να μάθει να γονατίζει μπροστά στο μαθητή του για να του πλύνει τα πόδια. Ιδού λοιπόν πιο είναι το κλειδί που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε το μυστήριο της μαθητείας. Αν κουβαλάμε διάφορους τίτλους, καλό θα ήταν αυτοί να μας ωθούν στη μίμηση Εκείνου που είναι ο Υιός, Εκείνου που μας γνωρίζει τον Πατέρα, Εκείνου που είναι η Αλήθεια, Εκείνου που είναι ο μόνος Διδάσκαλος και Καθηγητής. Η Αλήθεια, το ξέρουμε καλά, δεν είναι νοούμενον, η Αλήθεια είναι Πρόσωπο. Και μόνο εισαγόμενοι και κτίζοντας μια σχέση με αυτό το Πρόσωπο μπορούμε να ανακαλύψουμε την Αλήθεια. Ακόμη και αν γνωρίζουμε κάποιον από πολλά χρόνια -όλοι έχουμε αυτή την εμπειρία- δεν μπορούμε ποτέ να ισχυριστούμε πως τον γνωρίζουμε απόλυτα. Και αυτό ακριβώς μας επιτρέπει να δουλεύουμε και να κτίζουμε τις σχέσεις μας, δίνοντας χώρο και χρόνο για να προκύψουν οι ανάλογοι καρποί. Αν ο Κύριος μάς υποδεικνύει πως είναι η Αλήθεια, είναι για να μπορέσουμε να μπούμε στη διαδρομή να Τον γνωρίσουμε, να Τον ανακαλύψουμε. Αλλά για να Τον γνωρίσουμε πρέπει να γίνουμε « μαθητές » Του. Και για να γίνουμε μαθητές Του, πρέπει να είμαστε κοντά Του, μαζί Του, όπως είπε στους Αποστόλους. Ο Χριστός επέλεξε τους Αποστόλους για να είναι μαζί Του: «καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγώ, καὶ ὑμεῖς ἦτε» (Ιω 14, 3).

Το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, που τώρα θα τελέσουμε, μας επιτρέπει ακριβώς να είμαστε με τον Κύριο και να ακολουθούμε το δρόμο που μας έδειξε. Και είναι αυτή η δωρεά της Ευχαριστίας που μας δίνει πρόσβαση -όποιοι και αν είναι οι τίτλοι που φέρουμε- σε τούτο το μέγα μυστήριο της Αλήθειας που είναι βέβαιο πως θα παραμένει για μας ες αεί αστείρευτο, ες αεί ανεξάντλητο.

+Michel Aupetit, archevêque de Paris

Συγγραφέας: Aupetit Michel