Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

C.K.Chesterton

Ακόμη κι αν περιοριστούμε στο λογοτεχνικό ύφος με το οποίο μιλούσε ο Χριστός, θα διαπιστώσουμε, εάν το δούμε απροκατάληπτα, ότι διαθέτει μια περίεργη ποιότητα που κανένας κριτικός ή επικριτής του Χριστιανισμού δεν φαίνεται να έχει προσέξει. Ο τρόπος με τον οποίο επιχειρηματολογεί χρησιμοποιώντας το «κατά μείζονα λόγο», μοιάζει σαν να στήνει ένα σωρό από πύργους τον ένα πάνω στον άλλο, ή σαν να φτιάχνει μια παγόδα με πατώματα που φτάνουν ίσαμε τον έβδομο ουρανό. Ίσως να μην υπάρχει τίποτα τελειότερο στην παγκόσμια λογοτεχνία από την χρήση των τριών αναβαθμών, την οποία βλέπουμε στην παραβολή των «κρίνων του αγρού». Εδώ ο Χριστός παίρνει πρώτα στο χέρι του ένα κρινάκι και λέει πόσο ταπεινό και αδύναμο είναι∙ έπειτα, εντελώς ξαφνικά, το εξυμνεί ζωγραφίζοντάς το με ζωηρά χρώματα και ανυψώνει την ομορφιά του πάνω από όλα τα παλάτια και τ’ ανάκτορα που υμνούν οι θρύλοι και τα έπη των εθνών∙ και τέλος, με μια τρίτη εκπληκτική αναστροφή, το ταπεινώνει και πάλι λέγοντας: «… κι αν ο Θεός ντύνει έτσι το αγριόχορτο, που σήμερα υπάρχει και αύριο θα το ρίξουν στη φωτιά, δεν θα φροντίσει πολύ περισσότερο για εσάς;». Είναι σαν να στήνει κανείς μπροστά μας με ένα του νεύμα ένα θεόρατο πύργο της Βαβέλ, να τον υψώνει διαμιάς ίσαμε τον ουρανό, και εκεί ψηλά στην κορυφή του, ψηλότερα από όσο φτάνουν τα όνειρα, να βλέπουμε ξάφνου τη μορφή του ανθρώπου που την βαστούν τρεις αθάνατες οντότητες πάνω σε μια κλίμακα καμωμένη από ανάλαφρη λογική και αστραφτερή φαντασία!

Από λογοτεχνικής άποψης, αυτός ο τρόπος έκφρασης και επιχειρηματολογίας είναι το αριστούργημα των αριστουργημάτων. Αλλά δείτε: μοιάζει σαν να τα λέει όλα αυτά σχεδόν στην τύχη, σαν να του ξεφεύγουν καθώς σκύβει για να κόψει ένα λουλούδι. Ναι λοιπόν, αυτή η πολύτροπη χρήση του συγκριτικού βαθμού έχει μια ποιότητα, που μου φαίνεται να υπαινίσσεται πολύ υψηλότερα πράγματα από αυτό που λέμε σήμερα ποιμαντική, ή κήρυγμα. Δεν υπάρχει πραγματικά τίποτα που να φανερώνει ένα τόσο λεπτό όσο και αληθινά ανώτερο πνεύμα όσο αυτή η ικανότητά του να συγκρίνει ένα ταπεινότερο πράγμα με ένα ανώτερο και την ίδια στιγμή αυτό το ανώτερο με ένα ακόμα πιο υψηλό· να σκέφτεται δηλαδή σε τρία επίπεδα ταυτόχρονα. Είναι σπάνια σοφία το να βλέπει κανείς, για παράδειγμα ότι ο πολίτης είναι ανώτερος από τον δούλο και την ίδια στιγμή ότι η ψυχή είναι απείρως ανώτερη από τον πολίτη και την Πόλη.

Δεν έχουμε εδώ να κάνουμε με τίποτε από αυτά που συνηθίζουν να αποκαλούν «απλοϊκή ηθική διδασκαλία» ή «συναισθηματικό κήρυγμα» όσοι απλοποιούν το Ευαγγέλιο. Είναι κάτι που ξεπερνά κατά πολύ όσους αρκούνται να λένε στους άλλους να ειρηνεύουν. Πολύ μακριά από όλα αυτά, ένα εκπληκτικό παράδειγμα της ευφυΐας για την οποία μιλώ, βρίσκεται στην φαινομενική αντίφαση ανάμεσα στα λόγια του Χριστού για την ειρήνη και σε αυτό που είπε για την μάχαιρα. Είναι ακριβώς αυτή η ευφυΐα, η οποία βλέπει ότι μια καλή ειρήνη είναι καλύτερη από έναν καλό πόλεμο, αλλά και ότι ένας καλός πόλεμος είναι καλύτερος από μια φαύλη ειρήνη. Τέτοιες απρόσμενες συγκρίσεις υπάρχουν πάμπολλες στα Ευαγγέλια και κατά τη γνώμη μου παραπέμπουν σε απίστευτα ανοικτούς ορίζοντες. Είναι τόσο απροσδόκητες και καταπληκτικές, όσο και ένα πλάσμα τριών διαστάσεων μέσα σε ένα δισδιάστατο κόσμο.

G.K.Chesterton

«Ο αιώνιος Άνθρωπος»

Υπο δημοσιευσιν από τις εκδόσεις ΙΩΝΑΣ

Category: /

Ο Τσέστερτον για τον «εξελικτικισμό»

Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του

Ο Αιώνιος Άνθρωπος (1925)

 

[…] Όμως εκείνο το μικρό επεισόδιο έμεινε χαραγμένο στο μυαλό μου σαν ένα είδος παραβολής, που εξηγεί για ποιο λόγο τόσες και τόσες σημερινές Ιστορίες της Ανθρωπότητας αρχίζουν με τη λέξη «εξέλιξη» και, μαγνητισμένες από αυτήν, συνεχίζουν με μια όχι και τόσο αυστηρή λογικά έκθεση ιδεών λες και τους αρκεί η πρώτη λέξη για να πιστεύουν πως τα λένε καλά και στη συνέχεια. Ιδού λοιπόν ο λόγος: είναι ότι η γενική ιδέα της έννοιας «εξέλιξη» λέει πως τα πράγματα κυλούν αργά, ήπια και βαθμιαία∙ κι αυτό είναι πολύ καθησυχαστικό και σε κάνει να θαρρείς πως τα εξηγεί όλα στην εντέλεια. Όμως καμιά από αυτές τις σύγχρονες Ιστορίες δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει πώς είναι δυνατόν να προκύψει κάτι από το τίποτα∙ και καμιά τους δεν εξηγεί πραγματικά το πώς κάτι μπορεί να μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο. Είναι πραγματικά πολύ πιο λογικό να ξεκινήσει κανείς λέγοντας: «Στην αρχή ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο και τη Γη», έστω κι αν με αυτό θέλει απλώς να πει ότι «στην αρχή κάποια μυστηριώδης κι ακατανόητη δύναμη έβαλε σε κίνηση μια μυστηριώδη και ακατανόητη διαδικασία». Γιατί η λέξη Θεός είναι από την ίδια της τη φύση το όνομα του μυστηριώδους και πραγματικά, όσο αδύνατον μάς είναι να φανταστούμε πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, άλλο τόσο αδύνατον μάς είναι να φανταστούμε ότι τον φτιάξαμε εμείς. Να όμως που κάποιοι μπερδεύουν τη λέξη «εξέλιξη» με τη λέξη «εξήγηση» κι έχουν την εντύπωση πως χάρη στη λέξη «εξέλιξη» έχουν καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει και δεν χρειάζεται να σκεφτούν παραπάνω −όπως ακριβώς πολλοί από αυτούς έχουν την εντύπωση πως έχουν μελετήσει την Καταγωγή των Ειδών.

Category: /

[...] Οι μοντέρνοι ειδήμονες, που βλέπουν τα Χριστούγεννα αφ’ υψηλού, δεν παύουν παρ’ όλα αυτά να τονίζουν και να ξανατονίζουν πόσο σημαντική είναι για τη ζωή η μόρφωση και η παιδαγωγική ψυχολογία. Στιγμή δεν σταματούν να επαναλαμβάνουν ότι, σύμφωνα με τους νόμους της αιτιότητας, οι πρώιμες παιδικές εντυπώσεις είναι εκείνες που διαμορφώνουν το χαρακτήρα του ανθρώπου. Θυμώνουν μάλιστα όταν βλέπουν την όραση ενός μικρού παιδιού να «δηλητηριάζεται» από τα κακόγουστα χρώματα μιας κούκλας, ή όταν το νευρικό του σύστημα ταλαιπωρείται από κάποια κακόηχη κουδουνίστρα. Ε, λοιπόν αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι μάς θεωρούν, εμάς, «στενόμυαλους» και «φανατικούς» όταν λέμε ότι, γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους, είναι διαφορετικό να αναθρέφεται ένα παιδί ως Χριστιανός και διαφορετικό να μεγαλώνει ως Μουσουλμάνος, Ιουδαίος ή Άθεος. Όμως αυτή η διαφορά υπάρχει και είναι ότι, μέσα από εικόνες και ιστορίες, το κάθε χριστιανόπουλο διδάσκεται και αφομοιώνει αυτόν ακριβώς τον ασύλληπτο συνειρμικό συνδυασμό αντίθετων μεταξύ τους ιδεών.

Category: /