Δεκαπενταύγουστος

Συγγραφέας: Μαρτζούχος π.Θεοδόσιος

Μας είχε πει ότι ο τρόπος που γίνεται δρόμος για να φτάσουμε και να μετάσχουμε στην αιώνια ζωή είναι να αγαπάμε.

Να αγαπάμε ολόψυχα και ολοκάρδια, μ’ όλη τη δύναμη του νου και της ψυχής, και τον Θεό και τον πλησίον. Κι εμείς Τον είχαμε ρωτήσει: Καλά ο Θεός, αλλά πλησίον μου ποιος είναι;; Κι Εκείνος τότε μας διηγήθηκε την θαυμαστή παραβολή για τον καλό τον Σαμαρείτη. Μας είπε για τις αρετές, που είναι δυνατόν να υπάρχουν και στις ψυχές των ξένων, κι αυτών που δεν υπολογίζουμε, και που ακόμα – ακόμα τους θεωρούμε άσχετους ή και αχρείους, αφού δεν συμφωνούν με μας! Μας άφησε πλαγίως να φανεί ότι ο ξένος και ο Σαμαρείτης είναι Αυτός, και όσοι κατάλαβαν – κατάλαβαν!

Και οι μαθητές επειδή κατάλαβαν ότι ένα τέτοιο έργο, μόνον με προσευχή «μαθαίνεται» Τον ρώτησαν πώς να προσεύχονται, για να το μάθουμε και μείς. Και τότε το... Πάτερ ἡμῶν... έγινε ο ύμνος ο ανθρώπινος, που μας ενώνει, σαν παιδιά του ίδιου του Πατέρα. Και κάνει τον πλησίον αδελφό και την φροντίδα του αυτονόητη «δουλειά» της οικογένειάς μας.

Κατόπιν ο Χριστός είπε σε όλους μας ότι δεν φτάνει νάναι μονάχα καθαρή η καρδιά. Πρέπει να ξέρει η καρδιά ΠΟΙΟΣείναι Αυτός που αγαπά, νάναι ανοιχτή και να Τον αγαπάει ολοκάρδια. Γιατί αν απλώς είναι καθαρή και «σαρωμένη», δεν είναι σίγουρο ότι, δεν θα χωθεί εκεί η ψεύτικη αυταπάτη τελειότητος, που θα φωνάξει για συγκάτοικο, όχι απλώς κάποιον μικρόν, και μόνο έναν, διάβολο, αλλά θα μαζευτούν πολλοί, που θα κάνουν τον άνθρωπο αχρείο.

Όταν μετά απ’ αυτά κατέλυσε ο Χριστός στο σπίτι κάποιας Μάρθας, που είχε και μια αδελφή που την ελέγανε Μαρία, έτρεχε η Μάρθα αδιάκοπα να Τον διακονήσει, ενώ η Μαρία άκουγε όλα αυτά, που ο Χριστός τα έλεγε προς όλους. Η Μάρθα κουράστηκε και εκνευρίστηκε και είπε στον Χριστό να πει και της Μαρίας να βοηθήσει. Και τότε ο Χριστός της διευκρίνισε ότι μονάχα ΕΝΑείναι αυτό που ο άνθρωπος χρειάζεται, ενώ αυτή (η Μάρθα) υπερβάλλοντας, σε χίλια δυο την ύπαρξή της κατακερματίζει. Το να διαλέξει, είπε ο Χριστός, τον Λόγο του Θεού κριτήριο ο άνθρωπος, είναι η μόνη επιλογή, οπού κανένας δεν μπορεί να του την αφαιρέσει...!

Ενθουσιάστηκε απ’ όλα αυτά, κι’ ακόμα περισσότερο από το τελευταίο, μια σεβαστή κυρία που Τον άκουγε και φώναξε: «Ευτυχισμένη η μάνα που σε γέννησε και σε μεγάλωσε» και ο Χριστός της είπε: ΜΕΝΟΎΝΓΕ... Ναι, μάλιστα. Είναι ευτυχείς εκείνοι που όχι μόνον ακούν τον λόγο του Θεού, αλλά και τον τηρούνε!!

Ο Χριστός εξηγεί ότι η ευτυχία δεν εξαρτάται από συγκυρίες (ποιος είναι ο γονιός, πού γεννήθηκα..., κλπ), αλλά από την ειλικρινή, στη σκέψη και την πράξη, σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Ο Χριστός αναιρεί πλήρως την δαιμονική σκέψη ότι «Δεν υπάρχει ευτυχισμένη ζωή, αλλά μόνον ευτυχισμένες στιγμές». Μας λέει, αλλοίμονό σου αν κυνηγάς στιγμές ευτυχίας\, που ίσως και δεν θα τις φτάσεις! Όταν τελειώσουν και «περάσουν», σε πόση πίκρα και δυστυχία στέρησης θα μείνεις; Μια ευτυχία που δεν μπορεί να είναι μόνιμη, δεν είναι ευτυχία. Μια κουταλιά νερού σ’ ένα φρυγανισμένο απ’ τη δίψα στόμα, είναι βασανιστήριο δεν είναι απόλαυση. Και αν η κουταλιά είναι αρμυρό νερό;

Με όλα αυτά ο Χριστός θέλει να μας μιλήσει για την Μητέρα Του. Η Παναγία ακούει τον Λόγο του Θεού και δεν τον σκέπτεται απλώς, τον τηρεί. Απαντάει στον άγγελο που της ευαγγελίζεται την γέννηση του Χριστού: Είμαι δούλη του Θεού! Να γίνει το θέλημά Του. Ο Χριστός μάς προτείνει το ίδιο μάθημα και την ανάλογη στάση να την μάθουμε, με την προσευχή:«Πάτερ ἡμῶν... γενηθήτω τὸ θέλημά Σου...». Μια αμφετερόπλευρη ελεύθερη και ίδια στάση και σχέση ζωής ανάμεσα σ’ Αυτόν και στον άνθρωπο. Μια συνθήκη ευτυχίας που δεν εξαρτάται για τον άνθρωπο από συνθήκες, συμβάντα, απόλαυση ή αποδοχή, αλλά είναι γέννημα της αυτοπαράδοσής του στα χέρια του Δημιουργού του. Η καρδιά μόνο απ’ τον Δημιουργό της γεμίζει.

Η Παναγία μάς διδάσκει ότι την αξία των πραγμάτων πρέπει να την καταλαβαίνουμε στα εικοσιπέντε και όχι στο κρεβάτι του θανάτου! (Και αν...!).

Η Παναγία μάς διδάσκει:

Να μη κάνουμε το λάθος της Μάρθας συγχέοντας τις ασχολίες με την αγιότητα.

Να μη μπερδεύουμε τα «θέλω» με τις ανάγκες. Δεν ταυτίζονται σίγουρα. Οι επιθυμίες μας δεν είναι πάντοτε ο εαυτός μας. Συνήθως ταυτίζεται με επίκαιρα και τρέχοντα και χάνονται τα σημαντικά για μας. Η επιθυμία του σημαντικού διαφοροποιείται πλήρως από το, ως κυλιόμενη σκάλα, ανεβοκατέβασμα φτηνών, πλαστών, αμαρτωλών, ρηχών επιθυμιών, που μας κλέβουν την καρδιά. Η επιθυμία προσδιορίζεται όσον αφορά την ποιότητά της από την ποιότητα του επιθυμητού. Επιθυμώ να γνωρίσω τον Θεό! Επιθυμώ την εν Χριστῷ ζωή! «Ἒπιθυμἀναλῦσαι καί σύν Χριστῷ εἶναι (Φιλ. 1, 23)!!

Να μη μολύνουμε την διακονία μας σε ένα καλό έργο, με την περηφάνεια που φανταζόμαστε ότι μας ξεχωρίζει.

Η Παναγία είναι το πρότυπο του χριστιανού πιστού στην αυτοπαράδοση και εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού.Είναι οδηγός μας σε όλα. Είναι η μητέρα μας (Έτσι μας έμαθε ο Χριστός όταν στον Σταυρό έλεγε στην Παναγία, «δείχνοντας» τον Ιωάννη... Ιδού ο υιός σου.) που αγωνίζεται να μας μάθει να συλλαβίσουμε το «Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου», γιατί όπως κάθε μητέρα θέλει να μας δει ευτυχισμένους.

Μακάρι με την προσπάθεια και τις προσευχές της να γίνουμε. Καλή Παναγιά.

Με αγάπη και ευχές

Ο εφημέριός σας

π. Θεοδόσιος