Διάφορες κατηχήσεις & κηρύγματα

Συγγραφέας: Μαρτζούχος π.Θεοδόσιος

Υπηρετούσε φαντάρος και πάτησε κατά λάθος μια νάρκη, που ήταν «για τους εχθρούς», και διαμελίστηκε και πέθανε, στα εικοσιτρία χρόνια της ζωής του.

Όταν ο παπάς της ενορίας το έμαθε έτρεξε στο σπίτι. Φτάνοντας έπεσε πάνω του (μεταφορικά και κυριολεκτικά) ο μεγαλύτερος αδελφός του νεκρού και άρχισε να ουρλιάζει κυριολεκτικώς. Γιατί; Γιατί; Πες μου, Γιατί; Ο παπάς και αυτός συντετριμμένος κρατώντας τον στην αγκαλιά (μόνον αυτόν, τον ζωντανό, μεγάλο αδερφό γνώριζε) του έλεγε επαναλαμβάνοντας ήσυχα, σιωπηλά σχεδόν, στο αυτί του: Δεν ξέρω... δεν ξέρω... δεν ξέρω...

Ο παπάς είχε να αντιμετωπίσει-παρηγορήσει και την μητέρα και την γιαγιά που ζούσε και απορούσε, γιατί δεν πήρε ο Θεός αυτήν και πήρε το εγγόνι της. Να παρηγορήσει; Τρόπος του λέγειν! Πάνω σε μια ανοιχτή μόλις και αιμάσουσα πληγή, ούτε επίδεσμος δεν είναι ανεκτός! Απλώς να τις ακούσει και να κλάψει μαζί τους βοηθώντας με την γνώμη και το κύρος(!) του, στο να μη "καταπιούν" αποκοιμιστικά ψυχοφάρμακα εξουθενωμένες από την οδυνηρή τους θλίψη, και όχι τελικά(!) για το νεκρό! Απενοχοποιόντας, οποιοδήποτε εκδήλωμα πένθους, έντασης λόγων, ακόμη και βλασφημίας, και βέβαια ασφυκτικής οδύνης, λέγοντάς τους ότι η Παναγιά κάτω από τον Σταυρό «ξέσκιζε τα μάγουλα της» («παριάσι χερσίν καταξένουσα»).

Έγιναν όλα τα προβλεπόμενα τυπικά και οι διαδικασίες και ο παπάς την ώρα της προσευχής (Νεκρώσιμη Ακολουθία) είπε δημοσίως ότι δεν ξέρει κι αυτός, γιατί σκοτώθηκε ο νεαρός αλλά ξέρει ότι: Ο θάνατος είναι όπως ένα πλοίο που απομακρύνεται στον ορίζοντα. Σε κάποια στιγμή χάνεται από τα μάτια μας! Αλλά αυτό δεν σημαίνει, πως επειδή εμείς δεν το βλέπουμε πια, έπαψε να υπάρχει! Όλων μας το πλοίο της ζωής θα φύγει στον ορίζοντα και θα χαθεί κάποια στιγμή. Σημασία έχει να κατευθύνεται στο λιμάνι της Βασιλείας του Θεού. Γι’ αυτό προσευχόμαστε. Όλοι μας αλλάζουμε από την αγάπη. Και οι νεκροί...

Ξαναγυρίσαμε στο σπίτι, οι γείτονες, οι συγγενείς, και οι γνωστοί, άρχισαν σιγά-σιγά να αραιώνουν... Η πληγή άρχισε να κρυώνει και να πονά περισσότερο. Ο ύπνος χανόταν ή γινόταν οδυνηρός και η ημέρα βούλιαζε σε μαύρες σκέψεις και ψυχική κούραση. Οι επισκέψεις στο μνήμα γινόντουσαν εκτονωτική-ανακουφιστική διαφυγή, κλάματος και αλλαγής παραστάσεων. Η έγνοια κάποιων για το φαγητό της ημέρας και τα τεχνικά ήταν «ησύχασμα του κεφαλιού». Άρχισε ο μηρυκασμός των αναμνήσεων και οι διηγήσεις περιστατικών και συμβάντων από την κοινή ζωή! Οι ενοχές για παραλείψεις, για πράγματα που δεν έγιναν, για υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν και δεν εκπληρώθηκαν! Οι τύψεις για συμπεριφορές που ίσως πλήγωσαν τον απελθόντα. Η διέγερση απωθημένων ενοχών από τυχόν άμβλωση (φυσικά του παρελθόντος) εξαιτίας της οποίας «ο Θεός πήρε τον...»!!!

Ο παπάς πλέον είχε καθημερινή απασχόληση (με την καλή ποιμαντική έννοια) με το σπίτι. Θεολογικές απορίες, βάσιμες αλλά και κάποιες ανυπόστατες. Θέματα-εκδηλώματα (π.χ. κόλλυβα), που ήταν ανάγκη, από νεκροί τύποι να γίνουν τρόπος έκφρασης της πίστεως... Ποιας πίστεως; Τέτοιες ώρες προσγειώνουν τον παπά και τον ξυπνάνε απ’ την αυτάρεσκη ικανοποίηση της υπνούσας οδοιπορίας για ύπαρξη ευσεβούς λαού. Η ανάσταση είναι δυσπρόσιτο, αν μη και αδιάβατο βουνό, κυριολεκτικά. Λιγότερο η Ανάσταση του Χριστού (Θεός είναι ό,τι θέλει κάνει) περισσότερο το "ανόητο" (αυτό νομίζουν) της αναστάσεως των νεκρών! Είχε πελώριο δίκαιο ο ποιητής: «Μεσ’ στον υπνόσακο των ορατών η αιχμαλωσία μου». Κόπος πολύ να ανοίξει το φερμουάρ του sleeping bag!!! Αβαντάζ και "όπλο" του παπά, η αγάπη των συγγενών για το νεκρό, και η αγάπη που ζουν και βλέπουν... «Ο Χριστός δεν θα αφήσει στην ανυπαρξία τους αγαπημένους Του». Αυτό είναι προσδοκία. Όταν με την ανάγνωση του κατά Λουκάν (προτροπή του παπά για φωτισμό του σκοταδιού της ύπαρξης) αποκτηθεί γοητευτική θέαση και θέση του προσώπου του Χριστού, στην συνείδηση των πενθούντων, τότε γλυκοχαράζει η πίστη, που μπορεί μεν να κατακλύζεται από... απιστία(;!), όμως μπορεί να φωνάζει κάθε άνθρωπος: Βοήθα με... Αγάπη και πίστη, δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Τότε επιβεβαιώνεται ο μέγας Βιττγκενστάιν: «Μόνο η Αγάπη μπορεί να πιστέψει στην Ανάσταση».

Στη συνέχεια ακολουθεί η σύνδεση με την ενορία. Η Ευχαριστία της Κυριακής (μακάρι και του Σαββάτου) είναι η γέφυρα επικοινωνίας με τον αγαπημένο νεκρό. Ανάμνηση του Χριστού και όσων είναι μαζί του, αγίων, αλλά και συγγενών "κεκοιμημένων" (που κοιμούνται...). Τα μνημόσυνα (τρίτα, ένατα, τεσσαρακοστά, αυτά είναι όλα!) και τα Ψυχοσάββατα, είναι αγαπητική τρυφερότητα και έκφραση, του τι είναι Εκκλησία, και πως αρμοδένονται τα μέλη της.

Η καθημερινότητα επιστρέφει (κατά τα δεδομένα κάθε οικογένειας) και ο παπάς τους αφήνει σε μια σχέση ενοριακής και όχι αποκλειστικής φροντίδας. Σε όλη του την προσπάθεια πρέπει να ‘χει συνεργούς και κάποιους (ηλικιακά κοντά στους συγγενείς του νεκρού) ενορίτες. Να γίνουν οι ήδη ενορίτες γέφυρες-σύνδεσμοι των πενθούντων με την ενορία. Και σ’ αυτήν την προσπάθεια «θα μάθει» ο παπάς πόσες δυσκολίες έχει ο απαρτισμός υγιούς κοινότητας ελεύθερης και αυτοδύναμης. Όχι ευσεβούς... στρούγκας!

Η όλη διαχείριση του θανάτου και του πένθους εκ μέρους του παπά είναι απαραίτητο να συνυπολογίζει τα ψυχοβιολογικά δεδομένα των πενθούντων, τις ευαισθησίες τους και φυσικά να αγωνίζεται για απολύτως προσωπική ποιμαντική, όσον αφορά τις αντοχές τους και όσον αφορά τα εκ μέρους του ρίσκα "Οικονομίας", για γνωριμία (τους) με τον Χριστό και την Εκκλησία Του.

Μετά από χρόνια ο αδερφός του νεκρού, όταν πλέον είχε γίνει χριστιανός, είπε στον παπά: «Αν τότε που φώναζα "γιατί;» είχες αρχίσει "να δικαιολογείς τον Θεό" τώρα δεν θα ήμουν χριστιανός!».

Το είδος, ο τρόπος και η ηλικία θανάτου και το εξ αυτών προκύπτον πένθος φυσικά το διαφοροποιεί. Αλλά το γενικώς ισχύον είναι η φροντίδα και η αγάπη του παπά, που θα διεμβολίσει αγκυλώσεις-απόψεις-τραύματα-κατάθλιψη-αδιαφορία-καθωσπρεπισμούς-παγωνιά. Έστω αυτό θα είναι το στοχοθέσιο. Να γνωρίσουν-γοητευτούν από το πρόσωπο του Χριστού και να χαρούν την συμμετοχή στο σώμα του Χριστού την Εκκλησία. Ο παπάς δεν πάει στους πενθούντες για να τους πει, τι είναι το θέλημα του Θεού για αυτούς, αλλά για να τους μάθει με την ποιότητα του τρόπου του ότι:

- ο Θεός είναι Πατέρας και μας αγαπάει, όχι επειδή είμαστε καλοί, αλλά επειδή είναι αυτός καλός!

- δεν πήρε ο Θεός τον άνθρωπο μας, γιατί ο Θεός έχει ανοιχτό και μόνιμο πόλεμο με το θάνατο. Γι’ αυτό πέθανε και αναστήθηκε.  Για να μας μάθει πώς νικιέται ο εχθρός μας, ο ένας και μεγάλος, που είναι ο θάνατος.

Ο παπάς λοιπόν δεν είναι εκεί για να... "δικαιολογήσει" τον θάνατο, αλλά για να επιβεβαιώσει την προσδιορισμένη εχθρότητα μεταξύ θανάτου και ανθρώπου. Η υπόσχεση της Ανάστασης για όλους τους ανθρώπους, δεν είναι παρηγοριά. Απλά ο θάνατος "ζωντανεύει" τα μεγάλα ερωτηματικά και μας σπρώχνει πέρα από τον εαυτό μας. Ο πόνος, ο θάνατος και η μετά θάνατον ζωή είναι «παλαιοί φάκελοι» που συχνά αφήνουμε στην άκρη. Πολλοί άνθρωποι παραδέχονται ότι βρέθηκαν να ψάχνονται μέσα τους βαθιά, συνειδητοποιώντας τον πραγματικό τους εαυτό, μετά τον θάνατο κάποιου δικού τους προσώπου.

Τρεις μορφές θανάτου (με κάμποσες παραλλαγές βέβαια, ηλικιακές και τεχνικές) υπάρχουν.

Ο αιφνίδιος θάνατος, ο οδυνηρότερος και συνθλιπτικότερος· ο εξ ασθένειας, που είναι παρατεταμένη οδύνη (στάγδην βραδέως)· και ο ηλικιακός, που είναι ο "φυσικός" και ο λογικός θάνατος, για τον οποίον "τρέφουμε" λογικά αισθήματα παραδοχής του βιολογικού τέλους. Και οι τρεις (μηδέ του τρίτου εξαιρουμένου) είναι αφύσικοι παράλογοι και τραγικοί. «Ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησε, οὐδέ τέρπεται ἐπ’ ἀπωλείᾳ ζώντων». Όταν στους πρωτόπλαστους έλεγε: «Αν φάτε θα πεθάνετε», έλεγε κάτι τραγικότερο... Έφαγαν άλλωστε και... δεν πέθαναν!!

Ο παπάς στο πένθος του θανάτου πρέπει να διευκολύνει την διοχέτευση του πόνου σωστά και να βοηθήσει στην συνειδητοποίηση ότι: α. Ο Θεός «θέλει πάντας σωθῆναι (το αντίθετο των πρωτοπλάστων) καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν»· και β. «Θα εξαλείψει κάθε δάκρυ από τα μάτια των ανθρώπων».

Μέχρι τότε εμείς για τους νεκρούς μας ας Του λέμε:

Ελεήμων Κύριε Ιησού Χριστέ, η ζώσα Πηγή της Ζωής, 

παρηγόρησε όσους πενθούν, με την αγάπη Σου, που είναι πιο δυνατή και από τον θάνατο!

Πονάμε γι’ αυτούς από τους οποίους ο θάνατος μας χώρισε, για διάστημα, που μόνο Εσύ ξέρεις πόσο θα είναι, και εμείς το αγνοούμε, κι αυτό μας συνθλίβει και μας συντρίβει. 

Μεσ’ στην αφύσικη πραγματικότητα του θανάτου, αισθανόμαστε ασφυξία! Μην αφήσεις να πνιγούμε από δαιμονικές "αναθυμιάσεις" λογισμών απιστίας, που ερωτοτροπούν προς το μηδέν. 

Εσύ, Χριστέ, είσαι η Mόνη Πραγματικότητα και για τις τρεις διαστάσεις του χρόνου· 

μη μας αφήσεις στην κοντόθωρη θέαση του φίλαυτου παρόντος μας· βοήθησέ μας να θυμόμαστε πάντα την σχέση μας μαζί Σου κατά το παρελθόν μας, καθώς και τις υποσχέσεις Σου για το κοινό μας μέλλον,

μη μας εγκαταλείψεις στην μιζέρια του εναγκαλισμού της θλίψης μας, 

μην επιτρέψεις να θλιβόμαστε, τελικά για μας περισσότερο, απ’  όσο για το αγαπημένο πρόσωπο που έφυγε! 

Βοήθησέ μας, ώστε η προσευχή της αγάπης για τον νεκρό μας να είναι θερμή παράκληση

για δωρεά του ελέους Σου σ’ εκείνον και σ’ εμάς 

και για γαλήνευση της ψυχής μας, από την επίγνωση της μονιμότητας κάθε αγαπημένης σχέσης

αφού, για Σένα και μ’ Εσένα, «πάντες ζώσιν". Αμήν .

 * (Εκκλ. 7, 2 & 4) - Σχολιάζοντας αυτά ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί εύστοχα και ρεαλιστικά. Σε σπίτι πένθους και ο ανόητος ακόμα σοβαρεύεται και λέει σωστές κουβέντες, στο σπίτι όμως με διασκέδαση και ο σοφός ακόμα λέει ανοησίες!

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ