Μεγάλη Σαρακοστή

Συγγραφέας: Κιζιρίδης π.Ιάκωβος

Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες και αγαπητοί αδελφοί,

Θα μου επιτρέψετε παρότι έχουμε εισέλθει πλέον επισήμως στην κατανυκτική περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής να ξεκινήσω την παρουσίαση των σκέψεών μου για την σημερινή ημέρα με... ένα ανέκδοτο.

Κάποτε ένας παπάς μόλις τελείωσε την λειτουργία της γιορτής των Χριστουγέννων (προ πανδημιών κλπ) ευχήθηκε στους χριστιανούς, οι οποίοι είχαν μαζευτεί για τη γιορτή, Χριστός Ανέστη, Καλή Ανάσταση κ.τ.ο. Οι άνθρωποι νομίζανε πως ο παπάς τα ‘χασε. Πως μπερδεύτηκε... Μα ο παπάς τους λέει: «Όχι δεν μπερδεύτηκα! Τώρα ξανά στην Ανάσταση δε θα σας δω; Δυο φορές το χρόνο δε βρισκόμαστε; Ε! Απλώς σας εύχομαι από τώρα και για την επόμενη φορά».

Ατυχώς εκεί είμασταν προ της πανδημίας και μετά από αυτήν, ίσως -δυστυχώς- θα πάμε ακόμα παρακάτω! Για ποια Σαρακοστή και τον αγώνα της να μιλήσουμε στους χριστιανούς μας σήμερα, όταν για την συντριπτική πλειοψηφία τους το θέμα εξαντλείται στο πέταγμα αετού και την κατανάλωση θαλασσινών την Καθαρά Δευτέρα, την κατανάλωση μπακαλιάρου με σκορδαλιά την ημέρα του Ευαγγελισμού, τα βάια την Κυριακή των Βαΐων και 5-6 μέρες νηστείας την Μ. Εβδομάδα; Η απομάκρυνση των σύγχρονων... χριστιανών από τον Χριστό και την Εκκλησία, είναι ήδη κατεστημένη (σιωπηλή) πλειοψηφία, που βρίσκεται σε κατάσταση σιωπηρής αδιαφορίας, που, ναι μεν δεν προκαλεί, όμως διαφοροποιεί τους ανθρώπους, από τον τρόπο σκέψης και ζωής, αυτών που προσπαθούν να είναι χριστιανοί. Μη έχοντας χορτάσει πρώτα εμείς οι ίδιοι από το ψωμί που μας προσφέρει ο Χριστός όχι δε ξέρουμε απλώς να απαντήσουμε στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής, αλλά ούτε καν να βρούμε άκρη στα μικρά και καθημερινά που μας ταλανίζουν. Αναρωτηθήκαμε άραγε ποτέ τι σημαίνει να είσαι χριστιανός; Πολλοί (οι περισσότεροι;) φαντάζονται πως αρκεί να περάσεις μέσα από τα νερά της κολυμβήθρας. Πολλοί (οι περισσότεροι) ούτε καν φαντάζονται ότι το να είσαι χριστιανός σημαίνει να αγαπάς τον Χριστό και να έχεις την διάθεση να τηρείς το θέλημά Του.

Η Εκκλησία στις μέρες μας έχει δύο μορφές στις συνειδήσεις των ανθρώπων: Την υγιά μορφή και την νοσηρή μορφή.

Μα θα μου πείτε: Υπάρχει νοσηρή μορφή της Εκκλησίας; Υπάρχει. Ποια; Να φαντάζεται κανείς την Εκκλησία έναν στρατώνα. Ένα στρατώνα μέσα στο οποίο υπάρχουν μονάχα παραγγέλματα από τους ανώτερους· ομοιομορφία στην εμφάνιση και την συμπεριφορά και υποχρεωτική εκτέλεση των παραγγελμάτων (... των γερόντων, των προορατικών, των διορατικών...). Μια μυρμηγκοφωλιά, στην καλύτερη εκδοχή, στην οποία ο καθένας έχει το μικρό του ρόλο και τον τηρεί απαρεγκλίτως από το πρωί μέχρι το βράδυ· απ’ την αρχή της ζωής του μέχρι το τέλος της. Όμως αυτό δεν είναι Εκκλησία!

Δεν είναι επίσης Εκκλησία μια αντίληψη σχέσεως με το Θεό από αναγκαιότητα, δηλαδή από φοβίες. Οι φοβίες είναι ψυχολογική κατάσταση. Άλλο φόβος, που είναι υγιής αντίδραση μπροστά στο άγνωστο και στο απρόοπτο, κι άλλο οι φοβίες, που είναι μια ψυχολογική διέγερση μπροστά σε πιθανότητες, αστάθμητες και ασαφείς συνθήκες. Και επειδή ακριβώς, όπως είπαμε πιο πριν, δεν αναζητήσαμε το Χριστό σωστά, δεν τον γνωρίσαμε ποτέ με σαφήνεια, έγινε η σχέση μας με την Εκκλησία μια ασαφής κατάσταση. Όσο περνάνε δε και τα χρόνια, έρχεται και η προοπτική του θανάτου και μας γεμίζει αγωνίες και φοβίες.

Και βέβαια υπάρχει και μια άλλη εκδοχή της Εκκλησίας, που γνωρίζει άνθιση στις μέρες μας, του να φαντάζεται κανείς, δηλαδή, την Εκκλησία σαν ένα χώρο στον οποίον εξοπλίζεται για να πολεμάει αντιπάλους. Να φαντάζεται ότι οι άλλοι (οι όποιοι άλλοι, με μάσκες ή χωρίς, με εμβόλιο ή χωρίς, οι φιλελεύθεροι ή μη, οι δικοί μας ή οι ξένοι) είναι αντίπαλοι, κι εδώ, μέσα στην Εκκλησία, αποκτάει όπλα για να τους πολεμήσει· για να τους κατατροπώσει· για την δόξα της Εκκλησίας ή από ζήλο για την Εκκλησία. Αλλά όλα αυτά είναι ψυχολογικής μορφής εκδηλώματα που δεν είναι υγιή. Η Εκκλησία συζητάει για την θυσία και ζητάει να θυσιαζόμαστε εμείς, να θυσιάζουμε τον εγωισμό μας, χάριν του άλλου, όχι τον άλλο στο γόνατο χάριν του εγωισμού μας. Δε συζητάει για ένα ζήλο ο οποίος μπορεί να κρύβει μια απέραντη κακία· ο οποίος μπορεί να έχει ένα φθόνο που δεν περιγράφεται ή που μπορεί να έχει ανομολόγητα συμφέροντα.

Όμως αξία και σημασία, αδελφοί μου, έχει να καταλάβουμε τι είναι Εκκλησία όχι μέσα στις στραβές εκδοχές, που έχουμε δημιουργήσει εμείς οι άνθρωποι στο μυαλό μας γι’ αυτήν, αλλά όπως πραγματικά είναι.

Η Εκκλησία είναι σαν μια οικογένεια. Είναι ένα σπίτι στο οποίο όλα τα μέλη του μαθαίνουν να λένε τον Θεό πατέρα, με τον τρόπο που αποκαλούμε και τον κατά σάρκα πατέρα μας. Και όπως αλλιώς συνειδητοποιεί την λέξη "πατέρας" το βρέφος που μόλις άρχισε να μιλάει, αλλιώς την συνειδητοποιεί το νήπιο, αλλιώς ο έφηβος κι αλλιώς ο ώριμος άνθρωπος, παρότι όλοι λένε την ίδια ακριβώς λέξη, έτσι και μες στην Εκκλησιά όλοι είμαστε παιδιά του Θεού, αλλά άλλοι είναι νήπια· άλλοι βρέφη· άλλοι έφηβοι· και άλλοι ώριμοι άνθρωποι. Όμως μέσα σ’ αυτή την κοινή μας οικογένεια μεγαλώνει κανείς σιγά-σιγά, συνειδητοποιώντας την αγάπη του Θεού και συνειδητοποιώντας την ελευθερία την οποία Εκείνος (ο Θεός) θεωρεί απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει μία σχέση μαζί Του.

Αλήθεια και Ελευθερία είναι και το πρώτο δίπολο γύρω από το οποίο περιστρέφεται η ζωή των χριστιανών. Υπάρχουν τρία δίπολα τα οποία υπομνηματίζουν οι άγιοι και μας τα παρουσιάζουν. Η αλήθεια και η ελευθερία· η πίστη και η λογική· οι κανόνες και οι αξίες. Με αυτήν ακριβώς την σειρά.

Καταρχάς λοιπόν δεν υπάρχει αλήθεια χωρίς ελευθερία, όπως δεν υπάρχει και ελευθερία χωρίς αλήθεια. Από τη στιγμή που θα αποφασίσουμε να γνωρίσουμε τον Χριστό, ο οποίος ο ίδιος μας αποκάλυψε πως είναι η Αλήθεια, δεν μπορούμε να Τον γνωρίσουμε παρά μόνον μέσα σε μια ατμόσφαιρα ελευθερίας. Δεν υπάρχει αναγκαστική σχέση με το Χριστό. Τέτοιος όρος είναι ανατρεπτικός αυτής της σχέσεως. Ο ίδιος ο Χριστός έλεγε στους δώδεκα «μή καί ὑμείς θέλετε ὑπάγειν;», όταν αυτοί δυσφορούσαν και αγανακτούσαν για τα "σκληρά" Του λόγια που έκαναν πολλούς άλλους μαθητές Του να Τού γυρίσουν την πλάτη και να φύγουν.

Όταν λοιπόν αυτό το συνειδητοποιήσουμε θα αρχίσει η καρδιά μας να γεμίζει και να χορταίνει και θα οδηγηθούμε στο επόμενο επίπεδο, στο οποίο θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε κάτι που το συναντάει κανείς αρκετά συχνά το τελευταίο διάστημα με ένα σωρό επιστημονικές υποθέσεις και "διλήμματα", δηλαδή το τι σχέση μπορεί να έχει η πίστη μου με τη λογική μου. Είναι σε κόντρα; Είναι αντίθετες; Βρίσκονται στα δυο άκρα ενός σκοινιού που το τραβάνε και οι δυο προς αντίθετη κατεύθυνση;

Θα πρέπει να το βάλουμε καλά στο μυαλό μας πως η πίστη μας δεν είναι απλώς παραδοχή κάποιων πραγμάτων που δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε με τη λογική μας. Είναι εμπιστοσύνη σε Κάποιον. Η λογική μας είναι ένας μηχανισμός διανοητικός όποιος δεν μπορεί να εμποδιστεί από κανέναν στο να ψάξει το οτιδήποτε. Κι αν εμείς οι χριστιανοί είχαμε λιγάκι μυαλό κάποια πράγματα δεν θα τα είχαμε παραδώσει εντελώς ανόητα στον κόσμο, γιατί όταν ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο τού είπε: Να λοιπόν! Όλα όσα έφτιαξα είναι δικά σου. Εσύ είσαι η κορωνίδα όλου αυτού του κατασκευάσματος! Πάρ’ το τώρα και κάν’ το φύλλο και φτερό, με την καλή έννοια, με την έννοια της έρευνας. Ψάξ’ το και βρες πώς το ‘φτιαξα, ώστε, αφού δεις πώς έφτιαξα για σένα ένα τόσο περίτεχνο και πολύπλοκο κατασκεύασμα, να καταλάβεις από αυτό το πόσο σ’ αγαπάω. Να καταλάβεις από την ομορφιά του κόσμου ότι, αυτός που αγαπάει κάποιον, θέλει να του δημιουργήσει συνθήκες μέσα στις οποίες το αγαπημένο πρόσωπο θα αισθάνεται κυριολεκτικά το μεγαλείο της αγάπης του Δημιουργού. Εμείς δεν τα καταλάβουμε αυτά και πιστέψαμε ότι πίστη είναι να αποδείξω την ύπαρξη του Θεού στο μικροσκόπιο. Μα ο Θεός είναι έξω από τα μικροσκόπια! Είναι έξω και από τα τηλεσκόπια! Δεν μπαίνει κάτω από το μικροσκόπιο! Η επιστήμη ερευνά όσα μπαίνουν κάτω από το μικροσκόπιο. Άμα εμείς δεν το καταλάβουμε αυτό μετά έχουμε λανθασμένες αγωνίες και φανταζόμαστε ότι θα έρθει κάποια στιγμή κάποιος μέγας επιστημών που θα αποδείξει ότι... δεν υπάρχει Θεός. Και γεμίζουν ταραχή και αναστάτωση άνθρωποι δικοί μας (της Εκκλησίας και καλά), αφελείς άνθρωποι, από καταστάσεις οι οποίες δεν έχουν βάση. Αγωνιούν αν... κυκλοφορούν ιοί και αρρώστιες στις Εκκλησίες και διακηρύσσουν την... "αγιότητα" της σκόνης της Εκκλησίας, σκόνη την οποία πατάνε χωρίς καμία τύψη (κι ας έχει καθαγιαστεί όπως υποστηρίζουν). Το μυαλό του ανθρώπου ελέγχει όσα είναι δυνατόν να φτάσει. Ο Θεός όμως είναι έξω απ’ όσα φτάνει το μυαλό μας και όχι απλώς μονάχα αυτό, αλλά είναι κι Αυτός που έφτιαξε το μυαλό.

Όταν αυτά ξεμπερδευτούν από κει και μετά η ζωή μας θα αποκτήσει κανόνες και αξίες, σαν αποτέλεσμα της σχέσης μας με τον Θεό. Τότε θα καταλάβουμε τι σχέση πρέπει να έχουμε με το διπλανό μας και τι αξίες πρέπει να κουβαλάει η ζωή μας για να περπατήσει. Αυτό θα γίνει προβληματισμός. Και όταν εγώ θα έχω δυνατότητα να περιγράψω αυτό τον προβληματισμό θα γίνω αφορμή και για κάποιους άλλους ανθρώπους να καταλάβουν κάτι και να πάρουν τις αποφάσεις τους.

Αυτό, ιδιαίτερα στις μέρες μας έχει μεγάλη αξία. Γιατί οι σημερινοί άνθρωποι θεωρούν ως σπουδαιότερο θέμα στη ζωή τους, πάνω απ’ όλα, να έχουν την ελευθερία να αποφασίζουν. Και έτσι πρέπει. Αυτό έχει αξία στο κάτω κάτω. Βεβαίως, αν, πριν βοηθήσουμε τους άλλους, δεν ξέρουμε γιατί αποφασίσαμε εμείς να είμαστε χριστιανοί, ο άλλος (ο όποιος άλλος, το παιδί μας, το εγγόνι μας, ο φίλος μας κι ο άνθρωπός μας) πώς θα στεριώσει; Πού θα μείνει; Γιατί θα μείνει; Απλά δεν θα μείνει! Και το βλέπει αυτό κανείς στην ηλικία αυτών που εκκλησιάζονται. Το βλέπει κανείς στην ηλικία όσων παρακολουθούν ομιλίες και κηρύγματα. Το βλέπει κανείς σε ένα σωρό εκφάνσεις του τρόπου της καθημερινότητας στη ζωή της Εκκλησίας. Και υπεύθυνοι γι’ αυτό είμαστε πρώτα εμείς οι κληρικοί, πού, ας είμαστε ειλικρινείς, δεν είμαστε αυτό που θα έπρεπε να είμαστε (και γι’ αυτό, μέρα που είναι, πρέπει να ζητήσουμε ταπεινά συγχώρηση από τον Θεό), και μετά, άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο, οι χριστιανοί μας, διακόπτοντας την διαδοχή των γενεών στην Εκκλησία. Άμα με τον τρόπο μου, με τη ζωή μου, με τη στάση μου, με τις αξιολογήσεις μου δεν δίνω μαρτυρία στο διπλανό να έρθει κι εκείνος δίπλα μου, να βρεθεί κι αυτός μαζί μου, να γίνει κι αυτός μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, τότε αρνούμαι τον Χριστό. Και, όπως λέει ένας σοφός δάσκαλος, κάθε Εκκλησία που ικανοποιείται να συγκρατεί μονάχα τα μέλη της (έχουμε 10 μέλη και αυτούς τους 10 πρέπει να τους διατηρήσουμε) αυτή η Εκκλησία βαδίζει προς τον τάφο.

Αν αρχίσουμε να προσεγγίζουμε την Εκκλησία σαν οικογένεια, τότε θα διαπιστώσουμε πως η ποιότητα των σχέσεων η οποία αναπτύσσεται μέσα σε ένα κλίμα ελευθερίας δημιουργεί και κάνει περιουσίες, με την ουσιαστική έννοια της λέξεως. Περιουσία σημαίνει αυτό που έχω μέσα μου για να αντιμετωπίσω τα προβλήματα τα οποία θα μου φέρει η ζωή. Η ζωή στο σύνολό της είναι ένα μυστήριο. Η ζωή του καθενός είναι ένα μυστήριο και ένα μυστικό, που κανείς δεν ξέρει τι κρύβει το αύριο του, και θα πρέπει να έχω μια περιουσία για να μπορέσω να επιβιώσω, να ζήσω, να συντηρηθώ μέσα σ’ αυτό το δρόμο. Σε μας απομένει να αποφασίσουμε αν θα θελήσουμε να γίνουμε μέλη αυτής της οικογένειας. Θα πρέπει να είναι μία συνειδητοποιημένη απόφαση μετά από μια πορεία και αν δεν είναι για μας 100% μια τέτοια συνειδητοποιημένη απόφαση, τουλάχιστον ας προσανατολίσουμε τους ανθρώπους μας, τα παιδιά μας, αυτούς που έρχονται μετά από μας, σε μια τέτοιου είδους πορεία.

Κάπου εδώ χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε και κάτι ακόμα. Η Εκκλησία δεν αποτελείται από ανθρώπους που είναι καλύτεροι από τους άλλους. Η Εκκλησία αποτελείται από ανθρώπους οι οποίοι επιθυμούν και επιδιώκουν να γίνουν καλύτεροι από αυτό που είναι οι ίδιοι τώρα. Δεν είναι επιδίωξη του ανθρώπου που έρχεται στην Εκκλησία να γίνει καλύτερος από τον οποιονδήποτε άλλο. Η Εκκλησία δεν είναι η βιτρίνα στην οποία εκτίθενται τέλειοι χριστιανοί. Εκκλησία είναι το σχολείο στο οποίο προσπαθούν να τελειοποιηθούν οι χριστιανοί.

Προκειμένου λοιπόν να βοηθηθεί ο άνθρωπος να γίνει καλύτερος απ’ αυτό που είναι τώρα, η Εκκλησία μας καλεί να παραδώσουμε τον εαυτό μας στα χέρια του Χριστού, ώστε να μας εγείρει από την πτώση. Αυτό είναι εξάλλου η Μεγάλη Σαρακοστή: Αγώνας για διάβαση (=Πάσχα) και ελευθερία-έγερση (=Ανάσταση) από τις συνθήκες, που δημιουργούνται όταν γίνουν αποδεκτές οι προτάσεις ζωής του άρχοντα του κόσμου τούτου.

Μεγάλη Σαρακοστή είναι θυσιαστικός κόπος, προσευχής ελεημοσύνης και νηστείας, με τα οποία ως μέσα ξανααποκτάμε την πραγματική αξιοπρέπειά μας, την όντως ελευθερία μας, και βρίσκουμε την ικανότητα να αγαπάμε. Ο κόπος της προσευχής, γεννάει ελεήμονα διάθεση, η οποία μας μαθαίνει να παραιτούμαστε από σωματικές απαιτήσεις χάριν της αγάπης για τον Χριστό και τους αδελφούς μας! Νηστεία είναι η σωματική έκφραση όλης αυτής της εσωτερικής ψυχικής ανανέωσης, που μας μαθαίνει το θυσιαστικό πολίτευμα της Εκκλησίας του Χριστού και μας γεμίζει ζεστασιά ψυχική.

Ο Χριστός, Σεβασμιώτατε με την ευχή σας, να δώσει σε όλους μας να θελήσουμε να γίνουμε κι εμείς μέλη της μεγάλης οικογένειας του Θεού, ώστε όλοι με ένα στόμα να τον αποκαλούμε Πατέρα μας. Αμήν.-