Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης
enoriako.info

Πεζογραφία

(Γαλαάδ=σωρός/ή όρος μαρτυρίας)

Marilynne Robinson

 

«Γαλαάδ πόλις ἐργαζομένη

μάταια, ταράσσουσα ὕδωρ»

(Ὠσηέ 6, 8)

 

Ένα απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημα της αμερικανίδας Marilynne Robinson. Έχει τραγική αναλογία επικαιρότητας με αυτά που ζούμε! Και τότε (1918) πριν εκατό χρόνια, αμαρτωλές αυταπάτες (πόλεμος) και τότε φαντασιώσεις συνομοσιολογικές που απαμβλύνουν τις ευθύνες και τις ενοχές!... Σαν σήμερα!! Και τότε θάνατοι πολλοί και παράλογοι και σήμερα θανατηφόρος επιδημία.

Ας το αφουγκραστούμε και αν ευκαιρούμε ας το διαβάσουμε ολόκληρο. Ευχαριστίες στον φίλο ποιητή Στέλιο Μαφρέδα, που μας το υπενθύμισε.

......................................................................................................................

Υπάρχει ένα κήρυγμα που δεν βρίσκεται εκεί πάνω, γιατί το έκαψα την προηγούμενη νύχτα, ενώ σκόπευα να το εκφωνήσω από τον άμβωνα το πρωί. Οι άνθρωποι δεν πολυμιλάνε σήμερα για την ισπανική γρίπη, αλλά ήταν κάτι τρομερό και χτύπησε ακριβώς την εποχή του Μεγάλου Πολέμου, τότε ακριβώς που αποφασίστηκε να εμπλακούμε κι εμείς στη σύρραξη. Σκότωσε τους στρατιώτες κατά χιλιάδες, υγιείς άνδρες στο άνθος της ηλικίας τους, και στη συνέχεια εξαπλώθηκε στον υπόλοιπο πληθυσμό. Ήταν πραγματικά σαν πόλεμος. Η μια κηδεία μετά την άλλη, εδώ στην Αϊόβα. Χάσαμε πάρα πολλούς νέους. Και πάλι φτηνά τη γλιτώσαμε. Οι άνθρωποι έρχονταν στην εκκλησία φορώντας μάσκες, αν έρχονταν ποτέ. Κάθο­νταν όσο πιο μακριά μπορούσαν ο ένας από τον άλλον. Λέγα­νε πως την επιδημία την είχαν προκαλέσει οι Γερμανοί με κάποιο μυστικό όπλο και νομίζω πως οι άνθρωποι ήθελαν να το πιστέψουν, επειδή αυτό τους απάλλασσε από το ερώτημα τι άλλο μπορεί να σήμαινε μια τέτοια μάστιγα.

Οι γονείς εκείνων των νεαρών στρατιωτών έρχονταν σ’ εμένα και ρωτούσαν πώς ήταν δυνατόν να επιτρέψει ο Κύριος κάτι τέτοιο. Κάθε φορά ήθελα να τους ρωτήσω τι θα έπρεπε να κάνει ο Κύριος για να μας φανερώσει ότι δεν το επέτρεψε. Αντί γι’ αυτό, όμως, τους παρηγορούσα λέγοντας ότι δεν θα μαθαίναμε ποτέ από τι είχαν προφυλαχθεί τα παιδιά τους. Οι περισσότεροι νόμιζαν πως εννοούσα ότι είχαν προφυλαχθεί από τα χαρακώματα και το αέριο της μουστάρδας, αλλά εγώ στην πραγματικότητα εννοούσα ότι ο Κύριος τους είχε προφυλάξει από το να σκοτώσουν. Ήταν σαν τη βιβλική πανώλη, ακριβώς το ίδιο. Έφερα στον νου μου τον Σεναχηρίμ[1].

Ήταν μια παράξενη ασθένεια - την είδα στο Φορτ Ράιλι. Τα παλικάρια πνίγονταν στο ίδιο τους το αίμα. Δεν μπορούσαν καν να μιλήσουν από το αίμα στον λαιμό τους, στο στόμα τους. Πέθαιναν τόσο πολλοί και τόσο γρήγορα, που δεν υπήρ­χε μέρος να τους θάψουν και απλώς στοίβαζαν τα πτώματα στο προαύλιο. Είχα πάει ως εκεί να βοηθήσω και το είδα με τα μάτια μου. Είχαν καταταγεί όλοι οι φοιτητές του πανεπι­στημίου και η γρίπη σάρωσε τον τόπο τόσο άσχημα, ώστε αναγκάστηκαν να το κλείσουν και τα κτίρια γέμισαν ράντζα σαν θάλαμοι νοσοκομείου και έπεσε τρομερό θανατικό, εδώ, στην Αΐόβα. Τώρα, αν αυτά τα πράγματα δεν ήταν σημάδια, δεν ξέρω τι θα μπορούσε να θεωρηθεί σημάδι. Κι έτσι έγραψα ένα κήρυγμα μ’ αυτό το θέμα. Είπα, ή μάλλον σκόπευα να πω, ότι αυτοί οι θάνατοι έσωζαν απερίσκεπτους νεαρούς άνδρες από τις συνέπειες της άγνοιας και του θάρρους τους, ότι ο Κύριος τους έπαιρνε κοντά του προτού εκτραπούν και διαπράξουν φόνο ενάντια στους αδελφούς τους. Έλεγα επίσης ότι οι τόσοι θάνατοι ήταν σημάδι και συνάμα προειδοποίηση για μας τους υπόλοιπους ότι η επιθυμία για πόλεμο επέσυρε και τις επιπτώσεις του πολέμου, επειδή δεν υπάρχει ωκεανός τόσο μεγάλος για να μας προστατέψει από την κρίση του Κυρίου όταν αποφασίζουμε να μετατρέψουμε τα άροτρά μας σε ξίφη και τα δρεπάνια μας σε ακόντια, αψηφώντας το θέλημα και τη χάρη του Θεού.

Ήταν πολύ καλό κήρυγμα, πιστεύω. Όσο το έγραφα, σκεφτόμουν πόσο θα ικανοποιούσε τον πατέρα μου. Όμως το θάρρος με εγκατέλειψε επειδή ήξερα πως οι μόνοι άνθρωποι στην εκκλησία θα ήταν λίγες γριούλες που ήταν ήδη θλιμμένες και ανήσυχες παραπάνω απ’ όσο μπορούσαν να αντέξουν και δεν ενέκριναν τον πόλεμο - όπως άλλωστε κι εγώ. Και βρίσκονταν εκεί, παρότι θα μπορούσα να τους μεταδώσω την ασθένεια. Αισθανόμουν εντελώς γελοίος που είχα φανταστεί πως θα μπορούσα να εξαπολύω μύδρους από τον άμβωνα κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, και πέταξα το κήρυγμά μου στη σόμπα κι έγραψα ένα καινούργιο, αφιερωμένο στην Παραβολή του Απολωλότος Προβάτου. Μακάρι να το είχα κρατήσει, γιατί εννοούσα κάθε του λέξη. Ίσως να ήταν το μόνο μου κήρυγμα για το οποίο δεν θα με πείραζε να απολογηθώ στην άλλη ζωή. Και το έκαψα. Όμως η Μίραμπελ Μέρσερ δεν ήταν Πόντιος Πιλάτος, ούτε και Γούντροου Γουίλσον, άλλωστε.

Σκέφτομαι τώρα πόσο θαρραλέος θα πίστευες πως ήμουν αν έβρισκες αυτό το κήρυγμα ανάμεσα στα χαρτιά μου και το διάβαζες. Ωστόσο είναι δύσκολο να καταλάβεις την ατμόσφαιρα μιας άλλης, περασμένης εποχής. Δεν θα μπορούσες να αναπαραστήσεις νοερά εκείνο το σχεδόν άδειο ιερό άδυτο, με λιγοστές γυναίκες που προσπαθούσαν να κρύψουν πίσω από τα βαριά τους πέπλα τις μάσκες που φορούσαν, και δυο τρεις άνδρες. Πάνω από έναν χρόνο κήρυττα μ’ ένα μαντίλι μπροστά στο στόμα μου. Όλοι μύριζαν κρεμμύδι, επειδή κυκλοφορούσε η φήμη πως το κρεμμύδι σκότωνε τα μικρόβια της γρίπης. Οι άνθρωποι έκαναν εντριβές με φύλλα καπνού.

Εκείνες τις μέρες, στις γωνιές των δρόμων, υπήρχαν βαρέλια όπου ρίχναμε τα κουκούτσια από τα ροδάκινα για να συνεισφέρουμε στην πολεμική προσπάθεια. Έλεγαν πως ο στρατός τα μετέτρεπε σε κάρβουνο για τα φίλτρα στις αντιασφυξιογόνες μάσκες. Χρειάζονταν εκατοντάδες κουκούτσια για να κατασκευαστεί ένα φίλτρο. Έτσι, σε ένδειξη πατριωτι­σμού, τρώγαμε όλοι ροδάκινα, κι αυτό τα έκανε να έχουν λίγο διαφορετική γεύση. Τα περιοδικά ήταν γεμάτα φωτογραφίες με στρατιώτες που φορούσαν αντιασφυξιογόνες μάσκες, και η όψη τους ήταν ακόμα πιο παράξενη από τη δική μας. Ήταν μια ξεχωριστή εποχή.

 

[1] Ασσύριος βασιλιάς (704-681 πX), ο οποίος εκστράτευσε εναντίον της Ιουδαίας και του βασιλιά της Εζεκία, αλλά προ των πυλών της Ιερου­σαλήμ ο Θεός εξαπέλυσε πανώλη στο στράτευμά του εξολοθρεύοντας 185.000 ασσύριους στρατιώτες.