Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Πεζογραφία

Η μαγεία του Παπαδιαμάντη την οποία επαινεί και παρουσιάζει ο νομπελίστας μας Οδ. Ελύτης έχει και σπουδαιότερη πλευρά, αυτήν του περιεχομένου του εσωτερικού. Όχι μόνον γοητευτική, ακριβολόγος, αλλά και ουσιαστική επισήμανση θεμάτων. Όχι μόνον εξωτερική ομορφιά, αλλά και εσωτερική ποιότητα. Αυτό είναι που τελικά γοητεύει, αλλιώς καταντά ιδιότυπη δημαγωγία και λεξιλαγνική παράθεση το παπαδιαμαντικό κείμενο.

Παραθέτουμε τρία μικρά τμήματα. Το πρώτο από τους "Χαλασοχώρηδες" για να σκεφτούμε τα πολιτικά. Το επόμενο από το ¨Λόγοι εκκλησιαστικοί και μελέται" η τελευταία παράγραφος. Και ολόκληρο το άρθρο "Εκκλησιαστικοί ρήτορες και Ιερά Σύνοδος". Τα δύο από το πέμπτο τόμο των Απάντων του ΔΟΜΟΥ. Ταύτα δε πάντα προς νουθεσίαν ημών γέγραπται. 

Τα κείμενα έχουν γραφεί το 1888...!

 

....................................................................................................................................................................

«Διότι μη νομίσης, ότι η θεσιθηρία γεννάται μόνη της. Τα δύο κακά αλληλεπιδρώσιν. Η ακαθαρσία παράγει τον φθείρα και ο φθειρ παράγει την ακαθαρσίαν. Το τέρας το καλούμενον "επιφανής" τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών, τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων, τα οποία αποζώσιν εξ αυτού, παχυνόμενα επιβλαβώς, σηπόμενα ζωύφια βλαβερά, ύδατα λιμνάζοντα, παράγοντα αναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα την ακαθαρσίαν»

«Η ηθική δεν είναι επάγγελμα, και όστις ως επάγγελμα θέλει να την μετέλθη, πλανάται οικτρώς, και γίνεται γελοίος. Όστις πράγματι φιλοσοφεί, και αληθώς πονεί τον τόπο του, και έχει την ηθικήν όχι εις την άκραν της γλώσσης ή την ακωκήν της γραφίδος, αλλ’ εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής, βλέπει πολύ καλά, ότι είναι αδύνατον να πολιτευθή. "Κυάμων απέχεσθε". Ο Χριστός είπεν: Ου δύνασθε Θεώ λατρεύειν και Μαμμωνά».

ΧΑΛΑΣΟΧΩΡΗΔΕΣ

............ ......................................................................................................................................................

 Ούτε εκ του Υπουργείου ούτε εκ της Συνόδου αναμένομεν γενναίόν τι διά την Εκκλησίαν. Η τελευταία μάλιστα απεδείχθη ανίκανος όλως, αφ’ ης ημέρας ιδρύθη εν Ελλάδι, να διαπράξη, αγαθόν τι υπέρ της Εκκλησίας. Τουναντίον μάλιστα και έβλαψε ταύτην καιρίως παραγνωρίσασα όλως τον αληθή αυτής προορισμόν και θεωρήσασα εαυτήν μέχρι τούδε απλούν εργαστήριον δεσποτάδων και παπάδων, ους στρατολογούσα συνήθως εκ της κοινωνικής υποστάθμης, άνευ ελέγχου παιδείας και ηθικής, εξαποστέλλει αυτούς ουχί ως ποιμένας, αλλ’ ως λύκους βαρείς, μη φειδομένους του ποι­μνίου του Κυρίου. Παρά τοιούτου σωματείου επαναλαμβάνομεν και πάλιν, ότι ουδέν απολύτως αγαθόν έχομεν να προσδοκώμεν. Πάσας τας ελπίδας ημών αναθέτομεν εις την ιδιωτικήν πρωτοβουλίαν εκείνων, οίτινες, ακμαίον έτι διασώζοντες αυτοί το θρησκευτικόν αίσθημα και κηδόμενοι της τιμής και αξιοπρεπείας της Εκκλησίας και της θρησκευτικής διαπαιδαγωγήσεως του Έθνους ημών, θέλουσι και δύνανται να συντελέσωσιν εις ανύψωσιν του εκκλησιαστικού γοήτρου και εις αναρρίπισιν του θρησκευτικού παρ’ ημίν αισθήματος.

Λόγοι εκκλησιαστικοί

 ................................................................................................................................................................

 

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΙ ΡΗΤΟΡΕΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ

  

Ἔχομεν πολλοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ρήτορας ἐν Ἑλλάδι, ἡ δὲ Ἱερὰ Σύνοδος ἐκπληροῖ κάλλιστα τὸν προορισμόν της. Ὅσοι ἀμφιβάλλετε περὶ τούτου, ἀναγνώσατε τὸ προχθεσινὸν φύλλον συναδέλφου τινός, γραφομένης καὶ ἐκδιδομένης ἐκεῖ που πλησίον τοῦ γραφείου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ θὰ ἴδητε, ὁπόσον ἄδικον ἀποδίδεται εἰς ἡμᾶς, διισχυρισθέντας ἀντίπροχθες τὸ ἐναντίον. Ἡμεῖς ἠθελήσαμεν ἐν παρόδῳ μόνον νὰ ὑποδείξωμεν δι᾿ ὧν ἐγράψαμεν μίαν ἔλλειψιν μεγάλην τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας· τὴν ἔλλειψιν, ἥτις συνετέλεσεν ἤδη πολὺ εἰς τὸν μαρασμὸν τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος παρ᾿ ἡμῖν, κινδυνεύει δὲ νὰ καταστήσῃ τὸ θεῖον ἐκεῖνο καθίδρυμα, ὅπερ ἀλλαχοῦ τοσοῦτον εὐεργετικῶς ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὴν κοινωνίαν, ὅλως ἄχρηστον καὶ περιττόν. Ἡ ἔλλειψις αὕτη εἶναι ἡ τοῦ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου, δι᾿ ἣν ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν ὑπεύθυνον καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ κυρίως τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Ἐνομίζομεν δὲ ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν οὕτω τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τῆς Ἐκκλησίας, καταγγέλλοντες διὰ τοῦ τύπου τὴν τοιαύτην ἔλλειψιν καὶ συνιστῶντες τὴν ἐκ τῶν ἐνόντων πλήρωσιν αὐτῆς. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἡ διοικοῦσα τὴν ἡμετέραν Ἐκκλησίαν, ὡς τοιαύτη δ᾿ ἔχουσα καθῆκον εἴπερ τις καὶ ἄλλος νὰ κήδηται τῶν συμφερόντων αὐτῆς, ὤφειλε βεβαίως νὰ ὁμολογήσῃ ἡμῖν χάριτας πολλὰς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν οὕτως ἠθελήσαμεν νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτήν. Δυστυχῶς ὅμως συνέβη πᾶν τὸ ἐναντίον. Ἀκριβῶς ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἔγινεν ἀνάστατος, διότι, ὡς μᾶς εἶπον, ἐταράξαμεν τοὺς μακαρίους αὐτῆς κύκλους, ἐκ δὲ τῶν περὶ αὐτὴν προῆλθεν ἡ πρὸς ἀνασκευὴν τῶν ὑφ᾿ ἡμῶν γραφέντων γενομένη ἀπόπειρα ἐν τῇ συναδέλφῳ, ἣν ἐν ἀρχῇ ὑπῃνίχθημεν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀναγκάζει ἡμᾶς νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ὅσα ἤδη ἐν παρόδῳ μόνον ἐγράψαμεν, ἐξηγούμενοι νῦν σαφέστερόν πως.

Καὶ ἐν πρώτοις δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔχομεν πολλοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ρήτορας ἐν Ἑλλάδι. Βεβαίως δὲν ἀγνοοῦμεν τοὺς παρ᾿ ἡμῖν λεγομένους ἱεροκήρυκας, οἵτινες ἀτέχνως καὶ κακοζήλως συμφύροντες ἐκ τῶν ἀκενώτων δι᾿ αὐτοὺς θησαυρῶν τοῦ Μηνιάτου καὶ τοῦ Θεοτόκη γυμνάσματά τινα, ἀνάξια καὶ αὐτῶν τῶν μαθητῶν τοῦ γυμνασίου, ἀπαγγέλλουσι ταῦτα μετὰ φωνῆς ἐρρίνου καὶ κλαυθμηρᾶς, χωρὶς οὔτε οἱ ἴδιοι νὰ αἰσθάνωνται οὔτε εἰς τὸ ἀκροατήριόν των νὰ ἐμπνέωσι τὸν ἐλάχιστον ἐνθουσιασμόν. Ἀρκεῖ, ὡς γνωστόν, μόνη ἡ ἐμφάνισις αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ἄμβωνος νὰ ἐκδιώξῃ ἐκ τῶν ναῶν καὶ τοὺς ὀλίγους εὐσεβεῖς αὐτῶν ἐπισκέπτας. Ἡμεῖς ὡς ἀληθῆ ἐκκλησιαστικὸν ρήτορα ἀποδεχόμεθα ἐκεῖνον μόνον, ὅστις διακατέχων καλῶς τὸ θέμα περὶ οὗ ὁμιλεῖ, ἐμφορεῖται αὐτὸς ἁγνοῦ ζήλου καὶ ἐνθουσιασμοῦ, δύναται δὲ νὰ ἐνθουσιάσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τοὺς ἀκροατάς του, συναρπάζων τὰς καρδίας αὐτῶν καὶ κρατῶν ἀμετάπτωτον τὴν προσοχήν των ἀπ᾿ ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ λόγου, ἐξ οὗ πάντοτε ἔχουσι νὰ καρπωθῶσιν ἀγαθόν τι οἱ ἀκούοντες. Τοιοῦτον δ᾿ ἐκκλησιαστικὸν ρήτορα ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἕνα καὶ μόνον γνωρίζομεν τὴν σήμερον ἐν Ἑλλάδι, ἐκεῖνον, περὶ οὗ ἐκάμαμεν προχθὲς λόγον καὶ ὅστις δύναται νὰ καυχᾶται ὅτι, ὁσάκις γνωσθῇ ὅτι πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ ἔν τινι ναῷ, ὁ ναὸς οὗτος ὑπερπληροῦται ἀκροατῶν, ὁσάκις δὲ δημοσιεύσῃ λόγους, οἱ λόγοι οὗτοι γίνονται ταχέως ἀνάρπαστοι. Ἔχουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες νὰ ὑποδείξωσιν ἡμῖν καὶ ἄλλους ὁμοίους ἐκκλησιαστικοὺς ρήτορας ἐν Ἑλλάδι; Ἴσως μᾶς ὑποδείξωσι τὸν κ. Δαμαλᾶν μὲ τὰς προφητείας του περὶ προσεχοῦς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων ἢ μὲ τὴν περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ ἀπόδειξιν, ἣν ἤντλησεν ἐπ᾿ ἐσχάτων ὁ κλεινὸς καθηγητὴς ἐκ τῆς φυσιολογικῆς συλλήψεως καὶ γεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἴσως μᾶς ὑποδείξωσιν καὶ τὸν ἐλλογιμώτατον κ. Μυριανθούσην, ὅστις ἀπήγγειλέ ποτε ἐπ᾿ ἐκκλησίας καὶ χοροστατοῦντος μάλιστα τοῦ τότε Μητροπολίτου Ἀθηνῶν τὸν κλασσικὸν ἐκεῖνον λόγον: «Ὦ γενναία τοῦ γενναίου τῆς γενναίας» κτλ. Πλὴν τοὺς τοιούτους ρήτορας χαρίζομεν εἰς αὐτοὺς τὸ πολὺ πολὺ κινοῦντες ἐξ οἴκτου τὴν κεφαλὴν διὰ τὸ γοῦστό των.

Δεύτερον, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος οὐδόλως πληροῖ τὸν προορισμόν της, γίνεται δὲ ζημίας μᾶλλον ἢ ὠφελείας πρόξενος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ὁ προορισμὸς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καθορίζεται ἐν τοῖς ἄρθοοις Ζʹ-ΙΑʹ τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς νόμου. Προσκαλοῦμεν πάντα νὰ ἀναγνώσῃ τὰ ἄρθρα ταῦτα, ἔχων δ᾿ ὑπ᾿ ὄψει τὴν μέχρι τοῦδε λειτουργίαν τῆς Ἱ. Συνόδου ἀπ᾿ αὐτῆς τῆς συστάσεώς της, νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν αὕτη ἐξεπλήρωσεν ἐπ᾿ ἐλάχιστον τὸν προορισμόν της. Ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ προσφύγῃ τις εἰς τὴν μελέτην τοῦ καταστατικοῦ νόμου τῆς Ἱ. Συνόδου, ἀρκεῖ ν᾿ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, ἵνα πεισθῇ ὅτι ἡ προϊσταμένη αὐτῆς ἀρχὴ ἠστόχησε μέχρι τοῦδε παντάπασι τοῦ προορισμοῦ της. Ποῦ ὁ θρησκευτικὸς βίος παρ᾿ ἡμῖν; Ποῦ ἡ εὐεργετικὴ ἐκείνη ἐπίδρασις τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τὴν κοινωνίαν, καθ᾿ ἣν τὸ Εὐαγγέλιον ἀνακαινίζει τὸν ἄνθρωπον ἀπαλλάττον αὐτὸν τῶν δεσμῶν τῆς κακίας καὶ ποδηγετοῦν εἰς τὴν ἀρετήν, ἐν ᾗ, κατὰ μικρόν, ἐξομοιοῖ αὐτὸν πρὸς τὸν πλάστην καὶ δημιουργόν του; Δυστυχῶς ὁ ἀμπελὼν τοῦ Κυρίου ἔμεινεν ὅλως ἀκαλλιέργητος ὑπὸ τοὺς νῦν μισθωτοὺς αὐτοῦ ἐργάτας, κινδυνεύει δὲ τέλεον ν᾿ ἀποξηρανθῇ καὶ καταστραφῇ. Ἡ πίστις ἐκλείπει ὁσημέραι παρ᾿ ἡμῖν. Οἱ πλεῖστοι τῶν εὐμοιρούντων παιδείας τινός, στερούμενοι πάσης θρησκευτικῆς διδασκαλίας, ἀφ᾿ οὗ ἡ Ἱ. Σύνοδος, ἥτις κατὰ τὸ ἄρθρον Ηʹ τοῦ καταστατικοῦ της νόμου ἔχει πρώτιστον καθῆκον νὰ φροντίσῃ περὶ αὐτῆς, ἀγρὸν ἠγόρασεν, εὐκόλως σαγηνεύονται ὑπὸ τῶν νεωτεριστικῶν ἐκείνων δοξασιῶν, αἵτινες ὑποσκάπτουσαι αὐτὰ τὰ θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας, ἀποβαίνουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀνατρεπτικαὶ πάσης θρησκείας. Αἱ τοιαῦται δοξασίαι διαδίδονται δυστυχῶς καὶ εἰς τὸν λαόν, ὅστις ἀποβάλλων τὴν πίστιν εἰς τὸ ὑπέρτατον ἐκεῖνο Ὄν, ὅπερ τὰ πάντα ἐπιβλέπων ἀμείβει ἕκαστον κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, ἀποπτύει οὕτω τὸν μόνον δι᾿ αὐτὸν χαλινὸν τῆς ἀρετῆς καὶ φέρεται ἀκατάσχετος πλέον εἰς τὴν κακίαν, ἐξ οὗ καὶ ὑπερεπλεόνασαν παρ᾿ ἡμῖν τὰ ἐγκλήματα, οὐδενὸς νόμου ἐξαρκοῦντος εἰς περιστολὴν αὐτῶν. Καὶ δὲν μαρτυρεῖ τρανῶς ἡ κατάστασις αὕτη, ὅτι ἡ Ἱ. Σύνοδος οὐδόλως ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν της;

Ἀλλὰ λέγουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες: «Καὶ τί νὰ κάμῃ ἡ Σύνοδος, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἔχει ἐξουσίαν; Ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ἐξήρτηται τὸ πᾶν, πρὸς ταύτην δὲ πολλάκις ἡ Σύνοδος μέχρι τοῦδε ἀπηύθυνε τὰς δεούσας παραστάσεις, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθη». Ταῦτα ὅμως θὰ ἀντιπαρετηροῦμεν ἡμεῖς εἶναι καὶ λέγονται προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις. Ἡ Ἐκκλησία ἐθριάμβευσεν ἐν τῷ κόσμῳ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης συνδρομῆς τῆς πολιτείας, τοὐναντίον μάλιστα καὶ διωκομένη καὶ κατατρυχομένη πολλάκις ὑπὸ ταύτης. Τοῦτο δὲν ἔγινε μόνον κατὰ τοὺς πρώτους τοῦ χριστιανισμοῦ αἰῶνας. Καὶ σήμερον ἡ Ἐκκλησία θριαμβεύει ἐναντίον παντὸς διωγμοῦ, ὅταν οἱ προϊστάμενοι αὐτῆς ἔχοντες συνείδησιν τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς ἀποστολῆς ἐπιζητῶσιν ἐκ παντὸς τρόπου τὴν πλήρωσιν ταύτης. Μικρὸν μετὰ τὸν γαλλογερμανικὸν πόλεμον ἀνέλαβεν ὁ Βίσμαρκ ἐν τῇ ἀκμῇ τῆς ἰσχύος τοῦ πρωσικοῦ καὶ γερμανικοῦ κράτους ἀμείλικτον πόλεμον κατὰ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας. Ἔπαυσεν, ἐφυλάκισε καὶ ἐξώρισε τῆς Πρωσίας ὡς κοινοὺς κακούργους πάντας τοὺς ἐπισκόπους καὶ τοὺς πλείστους τῶν ἱερέων αὐτῆς. Καὶ ὅμως ἀπέναντι τοῦ διωγμοῦ ἐκείνου δὲν ἐνέδωκε τὸ παράπαν ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία, ἀλλ᾿ ἐνεκαρτέρησε μέχρι τέλους καὶ ἐξῆλθε καλλίνικος ἐκ τοῦ πολυετοῦς ἐκείνου ἀγῶνος, νέας δυνάμεις ἀντλήσασα ἐξ αὐτοῦ.

Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἐὰν ἔβλεπε τῷ ὄντι τὴν Κυβέρνησιν οὐ μόνον μὴ συντρέχουσαν, ἀλλὰ καὶ παρακωλύουσαν τὴν πλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ της, ὡς οἱ περὶ αὐτὴν διισχυρίζονται, θὰ ἠδύνατο μὲ τὴν παραμικρὰν ἀντίστασιν νὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτήν. Εἶχε καὶ ἔχει ἀκόμη δύναμιν παρὰ τῷ λαῷ, ἧς δυστυχῶς δὲν ἐννοεῖ νὰ κάμῃ τὴν προσήκουσαν χρῆσιν. Ἐὰν ἐπέμενεν αὕτη εἰς τὸ ζήτημα τῆς μορφώσεως καὶ ἀποκαταστάσεως τοῦ κατωτέρου κλήρου, ἐὰν εἶχε τὸ ψυχικὸν σθένος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ προκαλέσῃ σύγκρουσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ διαρρήξῃ πᾶσαν πρὸς αὐτὴν σχέσιν, ποιουμένη ἔκκλησιν πρὸς τὸν λαόν· ἐὰν ἠρνεῖτο τὴν ἔγκρισιν χειροτονίας τῶν νῦν ἀπαιδεύτων καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀμφιβόλου ἠθικῆς ἱερέων, ἐγκαταλείπουσα πολλαχοῦ τὸν λαὸν ἄνευ ἐφημερίων· ἔστω βεβαία ὅτι θὰ ἐξηνάγκαζεν οὕτω τὴν Κυβέρνησιν εἰς ὑποχώρησιν, ἢ θὰ ἐπέβαλλε ταύτην διὰ τοῦ λαοῦ, ἐξ οὗ ἡ Κυβέρνησις ἀπορρέει παρ᾿ ἡμῖν. Τὸ λυπηρὸν ὅμως εἶναι ὅτι εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν τοῦ κατωτέρου κλήρου καὶ εἰς τὴν ἐπὶ τὰ κρείττω διαρρύθμισιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων δὲν ἀνθίσταται τόσον ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αὕτη ἐπιδεικνύει ἀσύγγνωστον ὀλιγωρίαν· ἀλλ᾿ ἡ Ἱ. Σύνοδος καὶ οἱ κατὰ καιροὺς ἀπαρτίζοντες αὐτὴν ἀρχιερεῖς εἶναι οἱ παραλύοντες πᾶσαν ἐνέργειαν πρὸς θεραπείαν τῶν κακῶς ἐχόντων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Δὲν θέλουσιν οἱ σεβασμιώτατοι καὶ πανιερώτατοί μας νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον ὁριστικὸν περὶ μορφώσεως καὶ ἀποκαταστάσεως τοῦ κατωτέρου κλήρου· διότι γινώσκουσιν ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἱδρύετο ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, εἰς ὃ θὰ ὑπήγετο τὸ πλεῖστον τῶν μοναστηριακῶν εἰσοδημάτων, ἀφαιρούμενον οὕτως ἐκ τῆς ἐποπτείας καὶ τοῦ ἐλέγχου αὐτῶν· διότι γινώσκουσιν, ὅτι μορφουμένου καὶ ἀποκαθισταμένου οἰκονομικῶς τοῦ κατωτέρου κλήρου, δὲν θὰ ἦσαν αὐτοὶ πλέον ἀληθεῖς δεσπόται ἀπέναντι τούτου, ὥσπερ νῦν.

Ἀλλὰ διισχυρίσθημεν καὶ ὅτι ἡ Ἱ. Σύνοδος ἀντὶ ὠφελείας ζημίας μᾶλλον γίνεται πρόξενος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Καὶ δὲν γίνεται αὕτη ζημίας, καὶ ζημίας μάλιστα μεγίστης, πρόξενος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅταν δίδουσα τὰ ἅγια τοῖς κυσὶ χειροτονῇ ἀρχιερεῖς τοιούτους, οἷος ὁ περὶ οὗ ἐγράφομεν πρό τινος ὅτι μόνον λατινιστὶ δύνανται νὰ δημοσιευθῶσι τὰ ἐγκλήματα, δι᾿ ἃ κατηγορεῖται; Καὶ δὲν γίνεται παρομοίας ζημίας πρόξενος, ὅταν ἐγκρίνῃ ἑκάστοτε σωρηδὸν τὰς χειροτονίας ἱερέων ἀγραμμάτων καὶ ἀνηθίκων, δι᾿ ἃς τὸ γραφεῖον αὐτῆς φροντίζει πολλάκις πῶς νὰ συγκαλύπτῃ μόνον τὰ καταγγελλόμενα ἐγκλήματα; Τίς δ᾿ ἐξαναγκάζει αὐτὴν εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ἐφημερίων, οὗ χάριν, ὡς μανθάνομεν, καὶ αὐτοὶ οἱ ἐνοριακοὶ πίνακες διαστρέφονται καὶ παραποιοῦνται ἐν τῷ γραφείῳ αὐτῆς; Τίς ἐξαναγκάζει αὐτὴν ν᾿ ἀνέχηται τὴν εἰς τὰς πόλεις ἐγκατάστασιν ὡς ἐφημερίων τοσούτων ἱερομονάχων, οἵτινες ἀποβαίνουσι κοινὸν σκάνδαλον πολλάκις; Τίς ἐξαναγκάζει τὴν Ἱερὰν Σύνοδον νὰ συγκαλύπτῃ πᾶσαν σχεδὸν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν τῶν κληρικῶν, καταγγελλομένην, σκανδαλίζουσα οὕτω τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ συντελοῦσα εἰς ἀπονέκρωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος ὑπὲρ πάσας τὰς ἀθέους καὶ ὑλιστικὰς θεωρίας; Γνωρίζομεν, τί θὰ μᾶς ἀπαντήσωσιν οἱ περὶ τὴν Ι. Σύνοδον πρὸς τὰς ἐρωτήσεις ταύτας: «Ἐπεμβαίνει ἡ ἐπάρατος πολιτικὴ καὶ εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας, παραλύουσα πᾶσαν ἀγαθὴν πρόθεσιν τῆς Συνόδου». Ἀλλὰ τίνα σχέσιν ἔχει ἡ πολιτικὴ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν Ι. Σύνοδον; Μήπως ἡ Σύνοδος παύεται ἢ διορίζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δυναμένη οὕτω νὰ ἐπηρεασθῇ ὑπὸ τῆς πολιτικῆς; Μήπως παύονται ἢ μετατίθενται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως οἱ ἀπαρτίζοντες κἂν αὐτὴν ἀρχιερεῖς, ὅπως ἐκ φόβου ὑπείκωσιν εἰς τὰς παρανόμους καὶ ἀντικανονικὰς ἀξιώσεις τῆς πολιτικῆς; Ὄχι, μυριάκις ὄχι! Καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ ἡ Σύνοδος εἶναι ἀνεξάρτητοι ὅλως καὶ τῆς Κυβέρνήσεως καὶ τῆς πολιτικῆς, πᾶν δέ, ὅ,τι πράττουσι, τὸ πράττουσιν ἀφ᾿ ἑαυτῶν, αὐτοβούλως. Διὰ τοῦτο αὐτοὶ κυρίως καὶ κατ᾿ ἐξοχὴν ὑπέχουσιν εὐθύνας, ἐὰν ἡ ἀνωτάτη ἡμῶν ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ οὐδόλως ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν της, ἐὰν ἀντὶ ὠφελείας γίνεται ζημίας μᾶλλον πρόξενος, καὶ ἐὰν ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν περιέστη εἰς τὴν νῦν οἰκτρὰν αὐτῆς κατάστασιν, δι᾿ ἣν ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ κάλλιστα περὶ τῶν διεπόντων αὐτὴν τὸ εὐαγγελικὸν ἐκεῖνο: «Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς. Ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι, εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων».

(1888)