Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Μνημόσυνα

Padre Giuseppe,

Τώρα που έφυγες... «κατορθώνοντας» να μην έχεις μάσκα, και είσαι ελεύθερα γυμνός ενώπιον του Παλαιού των Ημερών του Τρισαγίου, επίτρεψε σε μένα (συνάδελφο, μικρότερό σου κατά μια δεκαετία, από την άλλη πλευρά του Αδρία) να σε ρωτήσω, κάποια πράγματα, που ο τρόπος σου τα ξύπνησε μες την συνείδησή μου...

Α. Γιατί, Padrino, έγινες παπάς;

Σαν τι σκεφτόσουν, και πώς ζούσες, στην δεύτερη δεκαετία της ζωής σου, τότε που «τα παιδιά των λουλουδιών» φωνάζαν, ότι βρήκαν δρόμο ευτυχίας την μαριχουάνα και τα ναρκωτικά, και αγωνιζόντουσαν να σταματήσει ο πόλεμος κάνοντας έρωτα; Συ πώς τα κατάφερες και μπόρεσες να καταλάβεις, ότι αυτά τα ιδανικά ήτανε... πλαστικά;

Πώς έμαθες ότι υπάρχει ζυγαριά, όχι μόνο για τα κιλά, αλλά και για τις ιδέες; Πώς το κατόρθωσες και ξέχασες τον εαυτό σου και πήρες ζυγαριά και μέτρο ζωής τον Λόγο του Χριστού και αποφάσισες να Τον ακολουθήσεις... όπου και αν πάει;

Πώς μπόρεσες να καταλάβεις την αξία της ανθρώπινης ζωής, όταν, απ’ την αρχή της ιερατικής σου της ζωής, άκουγες κάθε μέρα βρισίδι για το «Για την ανθρώπινη ζωή»;

Πώς το ξεπέρασες το κόμπλεξ του μεγαλοπιάσματος, και διακόνησες τους αδελφούς μας του Χριστού, σε μερικές μικρούλες ενορίες;

Πώς έβλεπες στα πρόσωπα αυτών των χωριατών το Πρόσωπο του Αιωνίου Ανθρώπου του Κυρίου μας Ιησού;

Πώς Τον (–τους) αγάπησες τόσο πολύ, ώστε κι’ αυτοί να σ’ αγαπήσουν τόσο, που μέσα στις ανάγκες τους να μαζευτούνε με κοινή συμμετοχή τα χρήματα, για να σου αγοράσουνε μια μάσκα ακριβή, που ούτε το νοσοκομείο δεν είχε...!;

Πώς γλίτωσες από το... φίδι που φωνάζει μέσα σε όλους μας... «Αυτό είναι δικό μου»! Πώς έδωσες στον άγνωστο την μάσκα, που απ’ την αγάπη αγοράστηκε για να σε σώσει;

Πες μας... Μη μας αφήσεις στην μιζέρια μας όλους τους συναδέλφους σου, αλλ’ ούτε και τους αδελφούς μας.

Β. Ο Κύριος του Ουρανού, Αυτός που είπε ότι πάντα υπάρχει χώρος δίπλα Του, και Χώρα γίνεται όλων των ζώντων, έστειλε και σε μας τον padre Ιωσήφ να γίνει σιτοδότης μας, ωσάν εκείνον τον πανέμορφο αρχαίο, ώστε να μη πεθάνουμε, ούτε απ’ τον ιό, αλλά ούτε και απ’ την πείνα, που τυραννάει τις περισσότερες ψυχές!

Μας δίδαξε λοιπόν με αγάπη περισσή για την δική μας την ανάγκη, αυτός που τώρα πια τίποτε δεν χρειάζεται, και έχει απέραντη ηδονή «βλέποντας» μόνιμα και διαρκώς, το Πρόσωπο του Ιησού με το ανέκφραστο το κάλλος, και μας είπε:

Γ. Όταν κανείς είναι στην δεύτερη και τρίτη της ζωής του δεκαετία θα πρέπει να μη βιάζεται. Βιασύνη και θυμός (το γράφει και ο δικός σας ο αρχαίος ο σοφός, ο Θουκυδίδης) είναι οι σίγουρες προϋποθέσεις λάθους. Και αν πάνω σε αυτά καθίσει και αγωνία ευτυχίας, από την στιγμή, τότε το λάθος είναι εξασφαλισμένο. Την ευτυχία δεν την φέρνει η στιγμή. Αντίθετα, όταν υπάρξει κάτι τέτοιο, υπογραμμίζει την ανάγκη μονιμότητας. Μια κουταλιά γλυφό νερό, κάνει την δίψα μεγαλύτερη, αντί να την ανακουφίζει. Και οι αυταπάτες της στιγμής τρελαίνουν την ψυχή τ’ ανθρώπου, γιατί τον βάζουν σε εξάρτηση κυνηγητού της άπιαστης απατηλής επιθυμίας. Θέλω πολύ περσότερα από μια δόση ευφορικού, για να μπορέσω λόγο ύπαρξης να έχω. Και αν ο έρωτας μείνει μια εκτόνωση, τότε η αρχαία παρατήρηση θα ισχύει και για μένα, και θάμαι θλιμμένος μετά την πράξη του έρωτα. Έρωτας είναι η συνάντηση, που να απολησμονηθώ με κάνει, και με μαθαίνει, ότι αυτός που δεν μπορεί να προσφερθεί, να «καταθέσει» τον εαυτό, την ζωή του, τι είναι αγάπη ποτέ δεν θα μπορέσει να γευτεί και να γνωρίσει.

Εμπόδιο ανάμεσα σε κάθε... «δυο» (εμένανε και τον Θεό, τον εαυτό μου και τον άνθρωπό μου... σε ΟΛΑ) θα είναι πάντοτε... τείχος χαλκούν... μια αντωνυμία πολύ προσωπική, τόσο προσωπική, που δεν θα με αφήνει κανέναν να αγκαλιάσω! Σκέφτηκα τότε, εικοσάρης όντας νεαρός, και πήρα την απόφαση, ποτέ μου ψέμα να μη λέω... στον εαυτό μου!!

Τίποτε «πλαστικό» να μη το αποδέχομαι. Ακόμα και οδυνηρή, να μου είναι αγαπημένη και αποδεκτή, μονάχα η αλήθεια. Τότε δεν τόξερα καλά, μα δόξα τω Θεώ, τόμαθα στο κατόπιν, αλήθεια είναι ΜΟΝΟΝ ο ΧΡΙΣΤΟΣ, όχι απ’ τα λόγια Του περσότερο, ΟΣΟ απ’ τη Ζωή Του, όταν υπόγραψε με το αίμα Του τα όσα είπε.

Κατάλαβα μετά απ’ αυτό, κείνο που λέει η Γραφή, ότι είναι καλύτερα από κρασί να είσαι μεθυσμένος, παρά από στραβές ιδέες. Απ’ το κρασί θα ξεμεθύσεις το πρωί, όμως από ζαβές απόψεις και με τα ψέματα, θα χτίσεις... «σπίτι από τραπουλόχαρτα» και τότε ο Θεός απ’ την αγάπη Του για σένα, θα στο γκρεμίζει, και συ βλαστήμιες θα Του... ανταποδίδεις στην αγάπη Του! Με βοήθησε πολύ σ’ αυτό ένας καλός πνευματικός, το σπίτι μου να χτίσω πάνω στην πέτρα. Όχι στην άμμο. Και τότε έζησα πολύ χαρά, όταν ακλόνητο το είδα «στις νεροποντές και στους ενάντιους ανέμους». Κατάλαβα ότι καλός πνευματικός είναι αυτός οπού με προπονεί και με μαθαίνει να το παλεύω κι εγώ, ωσάν τον Ιακώβ με τον Θεό, και νάχω τον Χριστό για μέτρο της ζωής μου. Απόκτησα μια ζυγαριά, το Ευαγγέλιο, που ακόμα και όταν εγώ λανθασμένα θα τόθελα μεροληπτώντας για μένα να ζυγίζει, Αυτό δεν κλέβει.

Τον είδα έτσι τον Χριστό, στην Ιερουσαλήμ να προπορεύεται, την Βασιλεία του Θεού να δείχνει, στη Γη που υποσχέθηκε να θέλει να μας πάει, και τότε το αποφάσισα να πάω μαζί Του και εγώ, και να σηκώνω λίγο τον Σταυρό, χωρίς να είμαι Κυρηναίος αλλά Ιταλός, ούτε και Σίμωνα εμένα να με λένε...

Κατάλαβα μαζί Του πόση αξία έχει η ζωή (όχι μονάχα αυτή εδώ...) και πόσο μεγαλείο είναι η γέννηση ενός παιδιού που σαν πολίτης μεταγράφεται της Άνω Βασιλείας. Το εκατάλαβα αυτό και αρνητικά, από τον λόγο Του, ότι θα ήτανε μακάριος ο μαθητής Του, που τον επρόδωσε, άμα δεν είχε γεννηθεί... Συνειδητοποίησα ότι στα χέρια Του είναι η ζωή και απλώς εμείς μαζί Του την υλοποιούμε. Όποιος λοιπόν γεννιέται, έχει μια προίκα απερίγραπτη που εμείς με «ασάφεια» Αιώνια ζωή την λέμε. Όταν όμως θα φτάσουμε σ’ αυτή, σαν τον Ιώβ κι εμείς αυτά που ακούγαμε θα δούμε και θα Του λέμε τότε πως είμαστε στάχτη για όσον αφορά τις δυνατότητές μας.

Αυτός που μπήκε να διακονεί, να κουβαλήσει δηλαδή λιγάκι τον Σταυρό Του, δεν πρέπει να ξεχνά ότι το Έργο, πέρα είναι απ’ τις δικές μας τις δυνάμεις. Το Έργο είναι Αλλουνού κι εμείς εργάτες είμαστε στο Έργο. Αλλοίμονό μας, αν δικό μας το νομίσουμε. Εμείς έχουμε υποχρέωση φυτέματος, ποτίσματος, φροντίδας, για νάναι πάντα εξασφαλισμένα... ντούρο, το προζύμι!

Εργάτες είμαστε λοιπόν και όχι πρωτομάστορες. Είμαστε οι υπηρέτες και όχι ο Μεσσίας. Το μέλλον που αναγγέλλουμε, μόνο όσον αφορά την δική μας μετοχή, ως «από μέρους» μάς ανήκει. Ο Αμπελώνας έχει Ιδιοκτήτη. Αυτός ο Ιδιοκτήτης αγαπάει τόσο πολύ το κτήμα Του, που ταύτισε τον εαυτό του με τα... ζώα. Τα ζώα που τα σήκωσε από τον κύκλο της ανάγκης τους, από την φυσιοκρατία του ενστίκτου, και έδωσε σε όλους μας, του δικού Του του απερίγραπτου προσώπου, την πανέμορφη την θέα. Έτσι, όταν, τον όποιον βλέπεις από εμάς, ΕΚΕΙΝΟΝ βλέπεις. Έτσι Αυτός κανόνισε! Όταν αποφασίσαμε... να Τον «βοηθήσουμε» στου Γολγοθά την ανηφόρα, τότε θυμάστε, Τον ακούσαμε να μονολογεί για τον καινούργιο κόσμο όπου φτιάχνει και στον οποίο θα είναι όλοι σαν Αυτόνε.

Ότι ΟΛΟΙ είναι Αυτός! Πεινασμένοι, άρρωστοι, φυλακισμένοι, έξυπνοι, χαζοί, πλούσιοι, φτωχοί, διψασμένοι, ξένοι, γυμνοί, άστεγοι, ναρκομανείς, καθάρματα... οι πάντες. Όταν Αυτός ο ΑΠΕΙΡΟΣ ταυτίζεται με όλους εμάς, εμείς (...οι αντιπρόσωποί του... μάλλον οι πρόδρομοί του... Να ο Αμνός ο του Θεού...) δεν γίνεται να βλέπουμε αλλιώς. Τελεία και παύλα.

Και επειδή φλυάρησα, γιατί εδώ που είμαι τώρα δεν υπάρχει και δεν μετριέται χρόνος (όταν και σεις θα ’ρθετε θα τα πούμε, αφού θα ’μαστε, και με την επιπλέον αφορμή του γράμματος αυτού, λίγο περισσότερο γνωστοί) ας τελειώσουμε και ας ξεκαθαρίσουμε ότι: Δεν μπορείς να μοιράσεις ψωμί, όταν πεινάς! Δεν θα μπορείς να αγαπάς αν δεν έχεις αγάπη. Την αγάπη την κολλάς!! Από την «συναναστροφή». Η συναναστροφή με τον Χριστό, δεν γίνεται (τέλος πάντων... όλα μπορούμε να τα καταστρέψουμε εμείς οι άνθρωποι) να μη σου μεταδώσει αγάπη!

Αγαπώντας Τον, Τον ακολουθείς. Αγαπώντας Τον, αγαπάς και τους δικούς Του. Τα παιδιά Του που τα ‘δωσε, για λίγο, να ‘ναι και δικά σου! Αν συ Του μοιάζεις στην αγάπη, τότε και ’κείνα σ’ αγαπούν. Αρρωσταίνεις από τον κορονοϊό και φοβούνται μη σε χάσουν και δαπανούν (από υστερήματα) να σε εξασφαλίσουν με μία μάσκα ιατρική!

Συ αγωνίστηκες όλη σου τη ζωή για να μην αποκτήσεις «μάσκα». Χαμογελάς τώρα με την ειρωνεία των συνθηκών και βλέποντας την ανάγκη του διπλανού σου άγνωστου νεαρού, που δεν έχει τέτοια ιατρική κάλυψη, σκέφτεσαι.... Είναι νέος, ίσως στο σπίτι τον περιμένουν γυναίκα και παιδιά, σίγουρα τον περιμένει η ζωή με το πολυτιμότερο bonus... να γνωρίσει την όντως Ζωή τον Χριστό. Τόσα χρόνια παπάς έμαθες ότι ΜΟΝΟΝ ό,τι προσφέρουμε ΔΕΝ χάνεται. Διαρκώς μέσα στο μυαλό σου είναι και κείνο... το νερό ενός ποτηριού... που ο Χριστός είπε ότι θα ανταμείψει...

Και του δίνεις την μάσκα...

Και δίνοντάς την, βλέπεις μπροστά σου την προσδοκία όλης σου της ζωής! Βλέπεις ΑΥΤΟΝ που είναι η ΖΩΗ να έχει τα πληγωμένα χέρια Του ανοιχτά και απλωμένα... Πέφτεις τότε στην αγκαλιά Του και όλα τα ξεχνάς... γιατί όπως μας έγραψε και ο «δικός σας» ο Σιλουανός, όταν «η ψυχή δει τον Χριστό, ξεχνάει τον ήλιο»!!

Δεν έχω τίποτα άλλο να σας γράψω παρά μονάχα να σας πω, ότι τώρα Εκείνος που αγνοούσα, πλέον για ’μένα δεν λάμπει απλώς, αλλά είμαι μέσ’ στο ΦΩΣ ΤΟΥ, γι’ αυτό μπορώ τώρα και εγώ να λέω μαζί με τον παπαΑλμπέρτο τον Hurtado:

Είμαι χαρούμενος, Κύριε, είμαι χαρούμενος.

p. Giuseppe Berardelli

(για την μεταφορά π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος)

Συγγραφέας: Μαρτζούχος π.Θεοδόσιος