Μνημόσυνα

Δυο λόγια για την Καίτη Χιωτέλλη στο σαρανταήμερο μνημόσυνό της.

Άγιος Νικόλαος Ραγκαβά, Πλάκα, Σάββατο 8-8-2020

 

H Καίτη Χιωτέλλη είναι ένας άνθρωπος με κοφτερή ματιά. Και με κοφτερό χαμόγελο. Και με κοφτερή κουβέντα. Όμως αυτά τα κοφτερά της Καίτης Χιωτέλλη είναι ό,τι στοργικότερο κι ό,τι μητρικότερο. Τα κοφτερά της Χιωτέλλη πάντα μου θύμιζαν τα «εμβολιαστήρια»: τα μαχαιράκια που χρησιμοποιούνται στο μπόλιασμα των δέντρων, σε μια διαδικασία που έχει τομή, αλλά όχι ακρωτηριασμό˙ που θέλει χέρι αποφασιστικό, αλλά και τρυφερό.   

Ποιο είναι το βασικό στίγμα, ποια είναι η βασική κηπουρική της Χιωτέλλη; Νομίζω πως, πάνω απ’ όλα, είναι η μετάφραση. Η μετάφραση είναι κηπουρική αβυσσαλέως θεολογική, και φυσικά είναι το ζήτημα για το οποίο η ίδια η Χιωτέλλη συναντούσε θερμές συνηγορίες και σφοδρές αντιθέσεις. Αν λοιπόν θέλουμε να ζωγραφίσουμε το πέρασμα της Χιωτέλη από τη γη, θα είμαστε παραχαράκτες αν αποσιωπήσουμε το μεταφραστικό πάθιασμά της. Για ποια Καίτη Χιωτέλλη θα μιλούσαμε, αν στρογγυλεύαμε την κόψη του «εμβολιαστήριού» της; Τι θα απομείνει από την όψη της, αν αποσιωπήσουμε την κόψη της;

Η Χιωτέλλη είναι μεταφράστρια ως εκκλησιαστικός άνθρωπος. Όχι μεταφράστρια και παράλληλα εκκλησιαστικός άνθρωπος. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι προσπάθησε να μιμηθεί τον Κύριό της, ο οποίος, όποτε μιλά στον άνθρωπο, μιλά τη γλώσσα του συνομιλητή του. Ή Χιωτέλλη προσπάθησε να μιμηθεί τον Θεό της, ο οποίος –ούτε λίγο ούτε πολύ– μετέφρασε στην ανθρώπινη καθημερινότητα τον ίδιο τον εαυτό του.

Διαβάζω ένα απόσπασμα:

«Χρέος μας είναι βέβαια να διαβάζουμε και ν’ αποκτούμε γνώσεις. Αλλά θα πρέπει όσοι αγαπούν τη μάθηση να μπορούν να είναι χρήσιμοι και στους αμύητους, τόσο με την προφορική διδασκαλία όσο και με τη συγγραφή […]. Ελάτε, λοιπόν, καλοπροαίρετα και προσεκτικά να […] διαβάσετε [αυτά που μετέφρασα]. Επίσης, να είστε επιεικείς, αν σας φανεί ότι μεταφράζοντας ορισμένες λέξεις, παρά τις προσπάθειές μου, δεν κατόρθωσα να τις αποδώσω με ακρίβεια».[1]

Τα λόγια αυτά δεν είναι της Καίτης Χιωτέλλη. Ή μάλλον, είναι και δεν είναι. Tα πήρα από τον πρόλογο της Σοφίας Σειράχ, τη μετάφραση της οποίας επιμελήθηκε ποιητικά η Χιωτέλλη. Και είναι σαν αυτό το παλαιοδιαθηκικό κείμενο να μιλά για τους δικούς της κόπους, καθώς η ίδια ήξερε καλά πως το μεταφραστικό εγχείρημα είναι χρέος, μα δεν είναι περίπατος στο ίσωμα. Είναι άσκηση σκληρή, σπαζοκεφάλιασμα και ανηφόρα.

Αυτά η Χιωτέλη τα έχει εκθέσει λαγαρά σε μια εξήγηση που έδωσε για τον τρόπο με τον οποίο δούλεψε σε μια μετάφραση, η οποία για τους πιστούς της παραδοσιοκρατίας δεν είναι απλώς τόλμημα, αλλά ανοσιούργημα. Για πολλούς εραστές της Ρωμιοσύνης η μετάφραση της Καινής Διαθήκης είναι μπορετή (είτε χρησιμοποιηθεί στη λατρεία είτε όχι, είναι μπορετή). Αλλά, μετάφραση του Παπαδιαμάντη; Ανοσιούργημα! Σε ένα λογοτεχνικό κέντημα είναι αδύνατο, λένε, να ξεχωρίσεις περιεχόμενο και γλωσσική μορφή. Και είναι βέβαια αντίρρηση σοβαρή.

Μα η Χιωτέλη το τόλμησε το «ανοσιούργημα», γιατί ήταν πεπεισμένη πως ο Παπαδιαμάντης χρειάζεται να φτάσει στις νέες γενιές, και πως το ξεχώρισμα περιεχομένου και μορφής είναι θεμιτό[2]. Αλλά χρειάζεται να γίνει με μια μαστοριά, η οποία –θα έλεγα εγώ– δεν αντικαθιστά τον Παπαδιαμάντη, αλλά τον βάζει να μιλήσει ο ίδιος όπως θα έγραφε τα ίδια, αλλά στον 21ον αιώνα. Προφανώς, εδώ η ποιήτρια επικουρεί πολύτιμα τη φιλόλογο, και τούμπαλιν. Κάποια στιγμή λοιπόν η ίδια εξήγησε τη σταυροβελονιά με την οποία δούλεψε τον Παπαδιαμάντη, και είπε, ανάμεσα στα άλλα:

«Θα έπρεπε να επισημαίνονται προσεκτικά τα σχήματα λόγου (εικόνες, προσωποποιήσεις, μεταφορές, παρομοιώσεις, συνωνυμίες, πλεονασμοί, λιτότητες, η ειρωνεία, το οξύμωρο σχήμα, το χιαστό και πολλά άλλα), και είτε να διατηρούνται, όπου γίνεται, αναλογικά είτε ν᾿ αποδίδονται κατά περίπτωση αντίστοιχα».[3]

Υπάρχει κάτι ιδιαίτερο στη σχέση της Χιωτέλλη με τη γενιά της. Και κάτι ιδιαίτερο στη σχέση της με τις νεώτερες γενιές. Στον καφέ, μετά την κηδεία της, η βαφτιστήρα της, Λία Ζαννή, μου έδειξε ένα βιντεάκι με την υπερογδοντάχρονη τότε Καίτη να παίζει ποδόσφαιρο με τα πιτσιρίκια. Ποδόσφαιρο με τέτοιους συμπαίκτες, μοιάζει με άτακτο βηματισμό για πολλούς απ’ τη γενιά της. Σκεφτείτε, ενδεικτικά, ότι προσχώρησε στη μεταγλώττιση της λατρείας, προχώρησε στο «ανοσιούργημα» του Παπαδιαμάντη, και αποδέχτηκε το μονοτονικό!  

Αυτές οι κατεβασιές της Καίτης Χιωτέλλη ήταν μπορετές χάρη στους εξαιρετικούς νευρώνες της: σε μια θεολογική αίσθηση εξαιρετικά οξυμένη, με την οποία έβλεπε πιο μακριά και πιο διεισδυτικά. Στο κείμενό της με τίτλο «Το περί την μετάφραση δίλημμα», που δημοσιεύσαμε στη «Σύναξη» το 1999, επεσήμαινε ότι το μεταφραστικό ζήτημα συνδέεται με το έλλειμμα συμμετοχής των λαϊκών στην Εκκλησία, ταυτόχρονα όμως προέβλεπε με οξυδέρκεια ότι τα ίδια τα εκκλησιάσματα θα αντιδρούσαν σε φωτισμένες προσπάθειες αναμόρφωσης. Διέκρινε δηλαδή ότι οι προσπάθειες αυτές (και άλλες παρόμοιες) δεν θα διώκονταν μόνο από αρτηριοσκληρωτικούς ιεράρχες, αλλά και από

«τον ογκόλιθο της άγνοιας, των προλήψεων, των συνηθειών των εκκλησιαζομένων, που είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν με καχυποψία κάθε προσπάθεια που θα τολμούσε να ξυπνήσει την καθησυχασμένη τους συνείδηση».[4]

Θα φέρω ένα τελευταίο δείγμα της θεολογικής οξυδέρκειάς της: ένα κείμενό της άγνωστο σήμερα, γραμμένο πολύ παλιά, όταν ήταν 39 ετών, σε ένα εμβληματικό έντυπο, σε μια δυσοίωνη συγκυρία, για ένα σημαδιακό ζήτημα. Εξηγούμαι: Αν δεν κάνω λάθος, το υπ’ αριθμόν 40 ήταν το τελευταίο τεύχος του συγκλονιστικού περιοδικού «Σύνορο». Κυκλοφόρησε στις παραμονές της δικτατορίας του 1967, και κατόπιν το περιοδικό ανέστειλε την έκδοσή του για να μην εκδίδεται υπό καθεστώς λογοκρισίας[5]. Στο εν λόγω λοιπόν τεύχος η Χιωτέλλη έγραψε ένα σχόλιο για το θεατρικό έργο «Το ιερό πείραμα», του Φριτς Χόχβελντερ, το οποίο είχε παιχτεί στην Αθήνα από τον Δημήτρη Μυράτ με τίτλο «Το κράτος του Θεού»[6]. Είχε παιχτεί πριν από επτά χρόνια, μα η Χιωτέλλη έκρινε πως αφορούσε ένα ζήτημα ες αεί επίκαιρο: τη σχέση των χριστιανών με την πολιτική εξουσία.

Δεν ξέρω αν θα άλλαζε κάτι στο κείμενό της η Χιωτέλλη σήμερα. Και ένα από τα λάθη μου είναι ότι δεν την ρώτησα ποτέ. Το μνημονεύω λοιπόν όπως δημοσιεύτηκε τότε, και νομίζω πως τα κριτήριά της κρατούν ακέραια την πολυτιμότητά τους σήμερα.

Το «Ιερό πείραμα» αφορά μια πραγματική ιστορία: το ιδιότυπο χριστιανοσοσιαλιστικό κράτος που συγκρότησαν στις αρχές του 17ου αιώνα Ιησουίτες ιεραπόστολοι στην Παραγουάη της Νότιας Αμερικής, τότε ισπανική αποικία. Στο κράτος αυτό τα αγαθά ήταν κοινά, δεν υπήρχαν ταξικές διαφορές ούτε ανεργία, και καταβαλλόταν εργασία από όλους προς όφελος της κοινότητας. Το μένος των  αποικιοκρατών ωστόσο οδήγησε στη βίαιη διάλυση του κράτους το 1767, μετά από 160 χρόνια ζωής. Το θεατρικό έργο παρουσιάζει τις τελευταίες του μέρες.

Η Χιωτέλλη κάνει εξαιρετικά σχόλια στο βασικό αίτημα του έργου – στο αίτημα για αλλαγή του κόσμου, τα οποία σχόλια εδώ θα σας τα σημειώσω λακωνικά. Η Χιωτέλλη ξεκινά με το δεδομένο ότι το Ευ-αγγέλιο είναι ακριβώς η μεταμόρφωση του κόσμου, η οποία και επιτελείται μυστικά, μέσω της μετοχής του κόσμου στην καινή κτίση, κι όχι μέσω κρατικών προγραμμάτων. Μπορεί όμως αυτό (ρωτάει η ίδια) να απολήγει σε αδιαφορία των Χριστιανών απέναντι στην αδικία; Μια τέτοια αδιαφορία (απαντά η ίδια) σημαίνει στην πραγματικότητα απόρριψη του κόσμου και άρα απόρριψη του ίδιου του έργου του Χριστού. Η Χιωτέλλη βλέπει με συγκίνηση και ζεστή καρδιά το ιησουιτικό πείραμα, μα ταυτόχρονα επισημαίνει τα αρνητικά σημεία του: Τον απομονωτισμό αυτού του κράτους, τον πατερναλισμό των ιεραποστόλων έναντι των «ανώριμων» ιθαγενών, τον πειρασμό να ταυτιστεί η χριστιανική ζωή με την ασφάλεια και την καλοπέραση. Η ουσία του έργου, κατά τη Χιωτέλλη, βρίσκεται στην επίγνωση πως οι αποτυχίες μας έχουν τεράστιο πνευματικό βάθος, και πως πάντα το ζητούμενο είναι η συνέργεια του ανθρώπου με τον Θεό˙ αλλά με έναν Θεό ελεύθερο κι αδέσμευτο από τα προγράμματα του ανθρώπου – ακόμα και από τα καλύτερα.

Η καρδιά της ύπαρξης που θέλει να είναι του Χριστού, χτυπά σ’ αυτές στις συλλαβές του ποιήματός της, με τις οποίες και κλείνω:

«Η αλφαβήτα είναι μια σειρά

ψηφία δίχως νόημα,

όταν είναι βαλμένα στη σειρά

με φρόνηση και τάξη.

Πρέπει να ’ρθει η θεία αταξία,

άνεμος που σαρώνει

και γονιμοποιεί,

να κάνει τα ψηφία σύμβολα:

άνθρωπος, ζωή, αγάπη,

Θεός, θάνατος»[7].

Να ‘χουμε την ευχή της, να ‘χουμε τα νιάτα της!

 

[1] Η μετάφραση, από το: Η Παλαιά Διαθήκη. Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, έκδ. Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, Αθήνα 1997.

 

[2]  Έκδοση δεκατριών διηγημάτων του Παπαδιαμάντη με τα πρωτότυπα κείμενα και απόδοσή τους για παιδιά και νέους, το 2001 και 2002.

[3]  Και εξηγεί συγκεκριμένες συντακτικές και γραμματικές επιλογές της. Βλ. Καίτη Χιωτέλλη, «Παπαδιαμάντης προσιτός στις νεότερες γενιές», εφημ. Ελευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 29  Απριλίου 2011, https://www.papadiamantis.org/articles/49-articles/110-xiwtellh

[4] Καίτη Χιωτέλλη, «Το περί την μετάφραση δίλημμα», Σύναξη 72 (1999), σ. 17.

[5] Ο Χρήστος Γιανναράς αναφέρει ότι το τεύχος που είχε ετοιμαστεί και κανονικά θα κυκλοφορούσε μέσα στη δικτατορία, δεν τυπώθηκε καν, με απόφαση της εκδοτικής ομάδας τρεις μέρες μετά την κήρυξη της δικτατορίας. Βλ. Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, εκδ. Δόμος 21992, σ. 469.

[6] Καίτη Χιωτέλλη, «Σχόλιο στο “Ιερό Πείραμα” του Φριτς Χόχβελντερ», Σύνορο 40 (Χειμώνας 1966-67), σσ. 317-321. Το κείμενο του έργου, σε μετάφραση του Δημήτρη Μυράτ (και με πρόλογο του Σταμάτη Χατζηκυριάκου) εκδόθηκε λίγο αργότερα: Fritz Hochwälder, Το κράτος του Θεού, εκδ. Μήνυμα, Αθήναι 1971. Την ιστορία έκανε ευρύτερα γνωστή το κινηματογραφικό έργο «The Mission» - «Η αποστολή» (σκηνοθεσία Roland Joffé), 1986.

[7]  Καίτη Χιωτέλλη, «Αλφαβήτα», Επιστρέφουν, εκδ. Εν Πλω, Αθήνα 2018, σ. 41.

Συγγραφέας: Παπαθανασίου Θανάσης