Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Κήρυγμα Κυριακής

Κυριακή ΙΑ' Λουκά - Με κάλεσε και μένα…!!

Παρουσιάζει ένα κάλεσμα σ’ ένα δείπνο. Δεν καλεί σ’ ένα μεσημεριανό τραπέζι, καλεί σ’ ένα βραδυνό τραπέζι. Έχει σημασία η διαφορά.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει: «Δεῖπνον ἡ τοῦ Χριστοῦ κλήσις ὀνομάζεται». Το κάλεσμα του Χριστού ονομάζεται δείπνο. Και δείπνο έχει να κάνει κανείς όταν τελειώσει η ημέρα.

Η παραβολή αυτή, την οποία περιγράφει σήμερα το Ευαγγέλιο που διαβάσαμε, μας επισημαίνει ακριβώς αυτό το ουσιαστικό σημείο. Ότι το κάλεσμα στο τραπέζι γίνεται όταν ολοκληρωθεί η ημέρα. Κοντά στο νου και η γνώση, ότι η παραβολή θέλει να επισημάνει ότι το κάλεσμα στο τραπέζι του Χριστού θα είναι όταν θα βραδιάσει η ζωή μας, όταν θα κλείσει ο κύκλος της, όταν θα φτάσει στο τέρμα, όταν πια θα ’ρθει η νύχτα του θανάτου και μάλλον πριν να ’ρθει η νύχτα του θανάτου.

Το κάλεσμα λοιπόν αυτό είναι ο Χριστός ουσιαστικά. Το κομμάτι του Ευαγγελίου περιγράφει ότι ένας «μεγάλος» άνθρωπος έκανε δείπνο «μέγα». Αυτό σημαίνει πάρα πολύ επίσημο, πάρα πολύ περιεκτικό, πάρα πολύ πλούσιο. Και έστειλε «Τόν δοῦλον αὐτοῦ», έναν, ενικός αριθμός, «τον» δούλον αυτού. Στο ανάλογο θέμα στο κατά Ματθαίον (κεφ. 22,3) γράφει-αναφέρεται: «τούς δούλους», γιατί εκεί η υπόθεση είναι η γενική κλήση κάθε ανθρώπου στην «γνωριμία» με τον Θεό. Στο σημερινό κομμάτι, από το κατά Λουκάν, η κλήση αφορά ήδη γνωρίμους του Θεού και τις προτεραιότητες που πρέπει να έχουμε ως ήδη γνώριμοι (=χριστιανοί) του Θεού. Στο κατά Λουκάν, δηλαδή, περιγράφεται η μετοχή μας ή μη στην Ευχαριστία. Φυσικά η τελική προτροπή στον Δούλο… «ἀνάγκασον εἰσελθεῖν» δεν μπορεί να κυριολεκτείται, αφού δεν γίνεται ένας να αναγκάσει πολλούς! «Ἀνάγκασον» εδώ σημαίνει πείσε τους!

Έστειλε, λοιπόν, τον δούλο του να καλέσει αυτούς που ήταν να ’ρθουν στο τραπέζι. Όλοι οι Πατέρες περιγράφουν (έχει προηγηθεί ο Ησαΐας οχτακόσια χρόνια πριν να ’ρθει ο Χριστός), ότι ονομάζει τον απεσταλμένο «δούλο» για να περιγραφεί το πρόσωπο του Χριστού. Ο Χριστός έγινε για μας Δούλος. Και ο Θεός εδώ στέλνει Τον Δούλο Του να «φωνάξει» τους καλεσμένους.

Ο Χριστός μάς καλεί. Στο τέρμα της ζωής μας θα συναντήσουμε τον Χριστό. Μονάχα τότε; Το κάλεσμα γίνεται τότε; Όχι. Πότε γίνεται; Κάθε μέρα. Σ’ όλη τη ζωή μας. Το κάλεσμα δεν γίνεται με μια φωνή ή μ’ ένα θαύμα. Γίνεται με τις περιστάσεις, με τα γεγονότα, μ’ ένα πρόσωπο του περιβάλλοντός μας, με τις ανθρώπινες σχέσεις, με τις τύψεις ακόμα-ακόμα τις ανθρώπινες! Και μ’ αυτό ακόμα ο Θεός προσπαθεί να μας κάνει ένα κάλεσμα. Ο Χριστός προσπαθεί να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε το κάλεσμα. Αν δεν το καταλάβουμε, αν δεν αφουγκρασθούμε το κάλεσμα, αν χίλια δυο άλλα πράγματα μάς εμποδίσουν να το αφουγκρασθούμε, τα πράγματα θα μπερδευτούν.

Το κομμάτι που διαβάσαμε περιέγραφε ακριβώς αυτό: Πράγματα που εμπόδισαν να ακουσθεί το κάλεσμα! Πράγματα τα οποία εμπόδισαν στο να ανταποκριθούν οι καλεσμένοι στο δείπνο.

Ο ένας είπε: Αγόρασα δέκα βόδια και έχω μια ολόκληρη περιουσία, η οποία πλέον με απασχολεί. Συνεπώς, έχει αλλάξει το κέντρο βάρους. Ο στόχος της ζωής μου δεν είναι το δικό σου κάλεσμα, είναι οι δικές μου επιλογές. Έχω αλλού την καρδιά μου.

Ο άλλος είπε: Αγόρασα ένα μεγάλο οικόπεδο, ένα μεγάλο κτήμα, και πρέπει να το επιβλέψω, να δω με όλα αυτά που έχω σαν δυνατότητα, θα λέγαμε σήμερα με κάποιο real estate και με χίλια δυο άλλα, πώς θα εκμεταλλευθώ αυτήν την επένδυση που έκανα. Και γι’ αυτόν έχει αλλάξει το κέντρο βάρους του.

Και ο τρίτος προφασίζεται κάτι που οι Εβραίοι το ήξεραν. Οι Εβραίοι όταν γινόταν πόλεμος, όταν εκαλείτο επιστράτευση, για όσους είχαν παντρευτεί εκείνη τη χρονιά, προέβλεπε ο νόμος του Θεού, ότι δεν θα πήγαιναν στον πόλεμο για λόγους ανθρώπινους. Αυτό το εκμεταλλεύεται ο τρίτος και λέει: Μόλις παντρεύτηκα. Αν διαβάσουμε το Ευαγγέλιο, ενώ ο πρώτος κι ο δεύτερος λένε στο τέλος: Ερωτώ σε, έχε με παρητημένον! (=σε παρακαλώ κατανόησε ότι δεν μπορώ να ασχοληθώ με το κάλεσμα), ο τρίτος λέει: Παντρεύτηκα και δεν θα έρθω και φυσικά δεν έχω καν λόγο να απολογηθώ στο «γιατί».

Αδελφοί μου, είτε λογικά, είτε βάσιμα, είτε «Γραφικά», είτε εκτός της αγίας Γραφής, οι προφάσεις αυτές δείχνουν την μεταφορά του κέντρου βάρους· πού είναι η καρδιά μας. Ο Χριστός μάς καλεί, και για μας το θέμα είναι, αν θα ανταποκριθούμε ή όχι. Ας προσέξουμε όμως τώρα μια λεπτομέρεια. Κάθε Κυριακή μάς καλεί! Στο ίδιο τραπέζι! Εδώ «ἐν μυστηρίῳ», σε μυστήριο, εκεί στο τελευταίο δείπνο, πρόσωπο προς πρόσωπο. Αν δεν υπάρχει το εδώ, δεν θα έχουμε θέση ούτε στο εκεί. Κάθε Κυριακή μάς καλεί ο ίδιος ο Χριστός πάλι, και μας παραθέτει τραπέζι τον Εαυτό Του, κι εμείς δεν έχουμε καταλάβει τι τρέχει γύρω μας, τι συμβαίνει μέσ’ στο χώρο στον οποίο γεννηθήκαμε, βαφτιστήκαμε, υπάρχουμε ως χριστιανοί!

Φανταζόμαστε ότι μαζευόμαστε την Κυριακή για να προσευχηθούμε. Δεν μαζευόμαστε απλώς για να προσευχηθούμε! Η προσευχή είναι η επένδυση. Μαζευόμαστε για να μετάσχουμε σ’ αυτό το «δείπνο». Προσευχόμαστε και στο σπίτι μας· και πρέπει οπωσδήποτε να προσευχόμαστε στο σπίτι μας! Με σαφήνεια και σταθερότητα και δέσμευση συγκεκριμένη, όχι αορίστως όταν έχουμε διάθεση! Εκεί είναι η προσευχή, την οποία έχουμε υποχρέωση να κάνουμε.

Η προσευχή αρχίζει με την αίσθηση ότι όλο το εικοσιτετράωρο είμαστε στα χέρια του Θεού. Έτσι ξεκινάει η προσευχή. Όταν καταλάβω ότι η ζωή μου είναι στα χέρια του Θεού, μετά αναφέρομαι σ’ Αυτόν και Τον αγαπάω και στη συνέχεια αποκτάω και συγκεκριμένη δέσμευση για προσευχή στο σπίτι μου, στο δωμάτιό μου, στο «ταμιεῖον» όπως λέει το Ευαγγέλιο.

Εδώ στον Ναό μαζευόμαστε για να μετάσχουμε σ’ αυτό το δείπνο. Ο Χριστός προεικονίζει το «τελικό δείπνο» σε κάθε Θεία Λειτουργία. Όπως εκεί κάποιοι δεν μετείχαν, έτσι κι εδώ κάποιοι δεν μετέχουν. Όπως εκεί υπήρχαν προφάσεις, υπάρχουν κι εδώ προφάσεις. Θα πρέπει όμως σιγά-σιγά, αν θέλουμε να αποκτήσουμε μαζί Του μια σχέση, ν’ αρχίσουμε να δουλεύουμε την «εδώ» σχέση χωρίς προφάσεις, για να υπάρξει και η «τότε» σχέση, όταν θα κλείσει η μέρα της ζωής, και θα ολοκληρωθεί ο βιολογικός μας κύκλος και θα βρεθούμε μπροστά Του.

Ο Θεός δεν θέλει «δωρεές» ή «θυσίες», μέσα από τις οποίες οι άνθρωποι ζητούν πάντα να… αποσπάσουν την θεία εύνοια! Σ’ όλη την Παλαιά Διαθήκη προειδοποιεί: «ἔλεον θέλω καί οὐ θυσίαν».

Αυτό που ζητάει ο Θεός, αυτό που επιθυμεί, ο καλύτερος δηλαδή τρόπος για να Τον «ευχαριστήσουμε», είναι να αγαπάμε όπως αγαπάει Εκείνος. Να είμαστε ελεήμονες, όπως είναι Εκείνος. Με δυο λόγια: να Του μοιάζουμε.

Ευχαριστώ τον Θεό σημαίνει «θυσιάζομαι» για τους άλλους, όπως έκανε Αυτός. Ένας τρόπος αγάπης που για κάποιους φθάνει μέχρι την αυτοθυσία! Πρέπει να ξέρουμε πάνω σε ποιον δρόμο βαδίζουμε.

Ευχαριστώ τον Θεό σημαίνει ότι δέχομαι να γίνω, έστω και λίγο, σαν κι Αυτόν…

Να γίνω «Θεός»! Τι πιο παράξενο υπάρχει;! Κάτι τέτοιο το κατορθώνει κάποιος όχι αλλάζοντας απλώς συμπεριφορά, αλλά αποκαθιστώντας μια σχέση! Κάτι τέτοιο έχει δυσκολίες!

Γεγονός είναι ότι ο Ιησούς μάς υποδεικνύει μία οδό, παράξενη αλλά σίγουρη, για να αγαπήσουμε, όπως Εκείνος αγαπάει: Να τρεφόμαστε απ’ Αυτόν, που είναι πραγματικά παρών στην Θεία Ευχαριστία. Γι’ αυτό λέει: «Το σώμα μου είναι πραγματικά τροφή και το αίμα μου ποτό». Έτσι, λίγο-λίγο, μετέχοντας στην Θεία Ευχαριστία καθένας μας γίνεται σαν τον Χριστό.

Όλα αυτά πρέπει να τα μελετήσουμε, ούτως ώστε σιγά-σιγά να συνειδητοποιήσουμε πού καλούμαστε κάθε Κυριακή, και τι είναι αυτό το οποίο κάνουμε. Και να καταλάβουμε γιατί ερχόμαστε εδώ, και μετά, πώς θα πρέπει να ερχόμαστε. Πολλές φορές έχουμε μία τραγική κατάσταση όλοι οι χριστιανοί (όλοι οι άνθρωποι!), να βλέπουμε τον Θεό, είτε σαν φόβο, είτε σαν ασφάλεια. Τον φοβόμαστε μήπως μας «πατήσει» ή απλώς τον θέλουμε να είναι ασφάλεια των δεδομένων μας! Στήνουμε μια συναλλακτική ωφελιμιστική σχέση do ut des (δώσε να σου δώσω) και αυτό (!) το φανταζόμαστε θρησκευτική ζωή. Κάθε άλλο είναι! Δεν χρειάζεται τίποτε ο Θεός και δεν κινδυνεύουμε απ’ Αυτόν! Από τον εαυτό μας κινδυνεύουμε! Ο Χριστός δεν μας «πατάει» και δεν είναι ασφάλεια ψεύτικη.

Η κάθε σχέση πάντως έχει ένα ρίσκο και η σχέση με τον Θεό έχει το μεγαλύτερο απ’ όλα.

 

Συγγραφέας: Μαρτζούχος π.Θεοδόσιος