Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Πάτερ Θεοδόσιε.

Άκουσα από σας, ως «άγγελον κακών επών», τα της τελευτής του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μελετίου. Και εν αμηχανία ψέλλισα κάτι από τα συνήθη ανόητα στερεότυπα.

Με την επιστολή μου αυτή έρχομαι τώρα να συμμεριστώ ειλικρινά την θλίψη σας.  Είθε να τον συναριθμήσει ο Κύριος μετά των αγίων της Βασιλείας του.

Η γνωριμία μου με τον αείμνηστο Γέροντα υπήρξε, όπως γνωρίζετε, πολύ περιορισμένη. Παρά ταύτα, η εικόνα του διαμορφώθηκε μέσα μου πολύ έντονη και θα ήθελα να σας μιλήσω σχετικά.

Βέβαια δεν είναι δουλειά δική μου, ενός ανάξιου κοσμικού, λαθροβιούντος στις παρυφές της Εκκλησίας, να κρίνω για το μέγεθος ιερών ανδρών, όπως ο ήδη μεταστάς «από του θανάτου εις την ζωήν». Τους δοξάζει ο ίδιος ο Χριστός, η Κεφαλή της Εκκλησίας, όπως Εκείνος γνωρίζει.

Ασφαλώς και δεν διεκδικούν κάποια αξία οι εντυπώσεις και οι σκέψεις μου, αλλά θα ήθελα να σας τις κοινοποιήσω, ως φίλος προς φίλο.

Θα αναφερθώ, κατ’ αρχάς, στο συναίσθημα, που γεννούσε μέσα μου η εγγύτητά του, όταν ερχόμουν για κάποια ομιλία στην Πρέβεζα ή μια φορά στον Αι Γιάννη τον Ρώσο, όπου προήδρευε διορθοδόξου συνεδρίου. Δεν βρίσκω τις λέξεις για να αποδώσω το παράδοξο συναίσθημα. Ήταν ένα ασυνήθιστο είδος έλξης-αγάπης προς το πρόσωπό του, μεμιγμένης με σεβασμό άσχετο τελείως με την εξωτερική μορφή ή το σχήμα του. Κανείς δεν μου έχει εμπνεύσει κάτι ανάλογο ως τώρα.

Συνομιλώντας με τον Γέροντα, είχα την αίσθηση της παρουσίας μιας ψυχής ταπεινής, που σε αγαπά και σε εκτιμά όπως είσαι, που σε κάνει να νιώθεις σαν παιδί σε στιγμές αθωότητας. Κάτι περισσότερο: έτοιμο να βάλει τα κλάματα γι’ αυτό που είναι ως ενήλιξ. Κάποιες φορές με δυσκολία κατάφερα να συγκρατηθώ και να μη γίνω περίγελως των συνδαιτυμόνων...

Δεν ξέρω τι ήταν. Υποθέτω, ότι πρέπει να σχετίζεται με αυτά που λέει ο Απόστολος, αν καταλαβαίνω καλά, για τον «πνευματικό» και τον «ψυχικό» άνθρωπο. Είναι η συναισθηματική κατάσταση, που προκαλεί στον δεύτερο η έκθεσή του στην παρουσία του πρώτου.

Αν και απροσπέλαστο για μένα το πνευματικό μέγεθος του μακαρίου ανδρός, τεκμαίρεται ωστόσο αδιάψευστα από το έργο του, το εν προκειμένω, ορατό τοις πάσι, «ως πόλις επάνω όρους κειμένη».

Τι θα μπορούσα εγώ να υπογραμμίσω σ’ αυτό; Ότι πήρε την Εκκλησία της Επαρχίας του δεινώς λοιδωρουμένη και απόβλητη στο περιθώριο και την επανέφερε σεβαστή στο κέντρο της Πόλεως; Κάτι δηλαδή που τα λέει όλα;   Αλλά ο κόσμος, εντός και εκτός Εκκλησίας, τα ξέρει αυτά καλύτερα από μένα.

Εγώ θα περιοριστώ σε κάτι, που λόγω ειδικών μελετών έχω μάθει κάπως να διακρίνω. Θα αναφερθώ στη στάση του Γέροντα, ως Ποιμένος, απέναντι στα κυρίαρχα ρεύματα των καιρών μας: Τον σύγχρονο μηδενισμό, τον εκσυγχρονισμό και τον φουνταμενταλισμό, ρεύματα που διαπερνούν ολόκληρο το κοινωνικό πεδίο, μαζί και την ίδια την Εκκλησία. Θα υπογραμμίσω την διακριτική σοφία με την οποία τα αντιμετώπιζε.

Ως πρωτεύον αρνητικό ρεύμα θεωρούσε τον σύγχρονο μηδενισμό, την αρρώστια αυτή της νεωτερικής εξατομίκευσης. Όπου το «να περνάς καλά», έχει γίνει υπέρτατο ιδεώδες των ανθρώπων. Όπου πεμπτουσία της «προόδου», έχει γίνει η άρνηση της ενηλικίωσης και η συνακόλουθη κατάρρευση της πατρότητας -φυσικής και πνευματικής. Και βέβαια η μαζική, πλέον, παραγωγή ψυχικά ανάπηρων ανθρώπων, ανίκανων να λειτουργήσουν πολιτική κοινωνία, πόσο μάλλον Εκκλησία. (Μου έρχεται στο νου το σχετικό κήρυγμά του ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας.)

Διακρίνοντας πού βρίσκεται η πνευματική εστία της κρίσης, δεν παρασυρόταν από τη διαμάχη εκσυγχρονιστών – φουνταμενταλιστών, που εντελώς τυφλοί, εξακολουθούν απτόητοι να νομίζουν οι μεν, ότι το πρόβλημα είναι οι δε.

Δεν τους χαριζόταν. Δεν έκανε π.χ. ευχάριστες «εκσυγχρονιστικές» εκπτώσεις στην ορθόδοξη πρακτική αυστηρότητα, για να «κερδίσει» την νηπιάζουσα ατομοκεντρική τους ελευθεριότητα. (Οι υπό την αιγίδα του μεταφραστικές καινοτομίες, προκειμένου να μην ακούγονται «κινέζικα» τα λόγια της Θείας Λειτουργίας στ’ αυτιά των λόγω παιδείας ήδη ανελλήνιστων συνελλήνων μας, δεν συνιστούν «εκσυγχρονισμό», αλλά στοιχειώδη νομίζω  κοινό νου –νου ποιμαντικό.)

Ούτε ανεχόταν, από την άλλη πλευρά, τις δεσποτοκρατικές – κολεκτιβιστικές συμπεριφορές ή την αντιχριστολαγνεία (666 κλπ.) των φουνταμενταλιστών, που με τον τρόπο τους καλλιεργούν την ίδια βασική αρρώστια: την ανηλικιοποίηση και την πνευματική υπανάπτυξη των οπαδών τους.

Τέλος, μου φαίνεται σημαντικό να τονίσω κάτι, που τον κάνει ιδιαίτερα ξεχωριστό ανάμεσα στους συγχρόνους του και είναι η στάση αρχής, που τηρούσε απέναντι στο αιρετικό πνεύμα. Να αποφεύγει, δηλαδή, ό,τι θα μπορούσε να δώσει λαβή για θυματοποίηση του αιρετικού. Είναι λάθος, έλεγε (σε ομιλία του σε σχετικό συνέδριο), να επιτίθεσαι στον αντίπαλο, συνολικά ή σημείο προς σημείο. Η Εκκλησία δεν κάνει πολεμική. Είναι λάθος το «αντιστήναι τω πονηρώ». Το σωστό είναι να περιορίζεσαι στην ακριβή, επί του θέματος, έκθεση της ορθόδοξης πίστης και μόνο. Η πολεμική δημιουργεί αποδιοπομπαίους τράγους και συσπειρώνει οπαδούς. Η Εκκλησία όμως δεν είναι κόμμα να έχει ανάγκη από οπαδούς.   

Δεχθείτε, αγαπητέ πάτερ, τα ως άνω εν εμοί εντυπώματα της Εικόνος του Σεβασμιωτάτου, ως ταπεινή προσωπική συνεισφορά στη μνήμη του. Στις υπό την σκέπη της αγίας ψυχής του, ευχές σας στον Κύριο της ζωής και του θανάτου, θυμηθείτε πάτερ και την δική μου αναξιότητα.

Συγχώρησον.

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας