Γενικού ενδιαφέροντος, Κατήχηση, Πεζά κείμενα

ΚΟΛΑΣΗ

Τι είναι ο κόσμος, ω στρατιώτες;

Ο κόσμος είμαι εγώ:

Εγώ, αυτό το ακατάπαυστο χιόνι,

Αυτός ο βορεινός ουρανός,

Στρατιώτες, αυτή η μοναξιά

Μέσα από την οποία διαβαίνουμε

Είμαι εγώ.

 

          w. de la  μαrε, Napoleon

 

Ο Ριχάρδος αγαπά τον Ριχάρδο,

δηλαδή, εγώ είμαι εγώ.

shakespeare

 

 

Σ’ ένα προηγούμενο κεφάλαιο έγινε αποδεκτό, ότι ο πόνος, ο μόνος που μπορεί να αφυπνίσει τον κακό άνθρωπο να καταλάβει ότι δεν πάνε όλα καλά, μπορεί επίσης να τον οδηγήσει σε μια τελική και αμετανόητη ανταρσία. Και έχει γίνει αποδεκτό, σ’ όλη του την έκταση, ότι ο άνθρωπος έχει ελεύθερη βούληση· και ότι όλα τα δώρα που δέχεται, έχουν δύο όψεις. Μετά απ’ αυτό το συλλογισμό ακολουθεί άμεσα ότι το Θεϊκό έργο για τη λύτρωση του κόσμου δεν είναι βέβαιο ότι πετυχαίνει (πάντοτε) όσον αφορά την κάθε μια ψυχή ξεχωριστά. Μερικές δεν θα λυτρωθούν. Δεν υπάρχει δόγμα που τόσο πρόθυμα θα αφαιρούσα από τον Χριστιανισμό, αν είχα τη δυνατότητα, όσο αυτό. Αλλά έχει την πλήρη υποστήριξη των Γραφών και, ειδικά, τα ίδια τα λόγια του Κυρίου μας. Πάντοτε η Χριστιανοσύνη το κρατούσε και το δίδασκε. Έχει επίσης την στήριξη της λογικής: επάνω στο παιχνίδι είναι πιθανόν κάποιος να χάσει! Αν η ευτυχία ενός πλάσματος βρίσκεται στην αυτοπαράδοση, κανείς δεν μπορεί να κάνει αυτή την παράδοση, υποταγή, εκτός από τον ίδιο τον άνθρωπο, αν και πολλοί μπορούν να τον βοηθήσουν να την κάνει. Ο ίδιος όμως μπορεί ν’ αρνηθεί.

Θα πλήρωνα οποιοδήποτε τίμημα για να είχα τη δυνατότητα να πω ειλικρινά: «όλοι θα σωθούν». Η λογική μου όμως αντιτάσσεται ρωτώντας: «χωρίς τη θέλησή τους, ή με αυτή;» Αν πω «χωρίς τη θέλησή τους», διακρίνω μια αντίφαση: πώς μπορεί η ανώτατη εκούσια πράξη της αυτοπαράδοσης δηλαδή, να ενεργείται ακούσια; Αν πω «με τη θέλησή τους», η λογική μου απαντά: «πώς θα γίνει αυτό, αν δεν υποχωρήσουν;»

Οι εξαγγελίες του Χριστού σχετικά με την Κόλαση, όπως όλα τα Κυριακά λόγια, απευθύνονται στη συνείδηση και στη θέληση, όχι στη διανοητική μας περιέργεια. Όταν μας αφυπνίζουν για δράση, πείθοντάς μας για μια τρομερή πιθανότητα κολασμού, ίσως έχουν κάνει όλα όσα είχαν την πρόθεση να κάνουν. Βέβαια, αν όλος ο κόσμος ήταν συνειδητοί Χριστιανοί, δε θα χρειαζόταν να πούμε ούτε μια λέξη παραπάνω για το θέμα. Ωστόσο, όπως έχουν τα πράγματα, αυτό το δόγμα είναι ένα από τα κύρια θέματα, που η Χριστιανοσύνη δέχεται επιθέσεις ότι είναι βάρβαρη! Η αγαθότητα του Θεού αμφισβητείται!

 Μας λένε ότι αυτό είναι ένα μισητό δόγμα. Πράγματι κι εγώ το αντιπαθώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Και μας θυμίζουν τις τραγωδίες στην ανθρώπινη ζωή που προήλθαν από την πίστη σ’ αυτό. Για τις άλλες τραγωδίες που προέρχονται από την απόρριψη αυτού, μας λένε λιγότερα. Γι’ αυτούς τους λόγους, και μόνο γι’ αυτούς, είναι αναγκαίο να εξετάσουμε το ζήτημα.

Το πρόβλημα δεν είναι απλά, ότι ένας Θεός παραδίνει μερικά από τα πλάσματά Του σε τελική καταστροφή. Αυτό θα ήταν το πρόβλημα αν ήμασταν Μωαμεθανοί. Ο Χριστιανισμός, αληθινός, όπως πάντοτε, στην πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, μας παρουσιάζει κάτι πιο πολύπλοκο και διφορούμενο: ένα Θεό γεμάτο ευσπλαχνία που γίνεται άνθρωπος και πεθαίνει με βασανιστήρια για να αποτρέψει την τελική καταστροφή των πλασμάτων Του. Ο οποίος όμως, όπου η ηρωική θεραπεία αποτυχαίνει, φαίνεται απρόθυμος ή ακόμη ανίκανος ν’ αναχαιτίσει την καταστροφή, με μια πράξη απλής δύναμης. Είπα επιπόλαια ένα λεπτό πριν, ότι θα πλήρωνα οποιοδήποτε τίμημα για να εξαλείψω αυτό το δόγμα! Είπα ψέματα. Δεν θα μπορούσα να πληρώσω, ούτε το ένα χιλιοστό από το μέρος του τιμήματος, που ο Θεός έχει ήδη πληρώσει για να εξαλείψει το γεγονός. Και εδώ είναι το αληθινό πρόβλημα: τόση πολλή ευσπλαχνία, κι όμως υπάρχει ακόμη Κόλαση.

Δεν πρόκειται να προσπαθήσω ν’ αποδείξω, ότι το δόγμα αυτό είναι αποδεκτό. Ας μη κάνουμε το λάθος, δεν είναι αποδεκτό. Αλλά νομίζω, ότι το δόγμα μπορεί ν’ αποδειχτεί ότι είναι «ηθικό», από μια κριτική αντιρρήσεων, που συνήθως γίνονται εναντίον του.

Πρώτον, υπάρχουν αντιρρήσεις σε πολλά μυαλά σχετικά με την ιδέα της ίδιας της ανταποδοτικής τιμωρίας. Αυτό έχει εν μέρει συζητηθεί σε προηγούμενο κεφάλαιο. Εκεί ισχυριστήκαμε ότι όλες οι τιμωρίες θα ήταν άδικες αν βγάζαμε απ’ αυτές, τις ιδέες, σχετικά με την άδικη αμοιβή και την ανταπόδοση. Μέσα στο ίδιο το πάθος της εκδίκησης ανακαλύφθηκε ένας πυρήνας δικαιοσύνης: στην απαίτηση ότι ο κακός άνθρωπος δεν θα πρέπει ν’ αφαιθεί τέλεια ικανοποιημένος με το δικό του κακό, και ότι θα πρέπει να παρουσιαστεί σ’ αυτόν, όπως σωστά παρουσιάζεται στους άλλους, δηλαδή κακό. Είπα ότι ο πόνος στήνει τη σημαία της αλήθειας μέσα σ’ ένα επαναστατικό κάστρο. Μετά συζητήσαμε για τον πόνο που μπορεί ακόμη να οδηγήσει σε μετάνοια. Τί θα γίνει αν δεν το κάνει; αν δεν υπάρξει παραπέρα κατάκτηση, παρά μόνο το στήσιμο της σημαίας; Ας προσπαθήσουμε να είμαστε τίμιοι με τους εαυτούς μας. Φανταστείτε έναν άνθρωπο που έγινε πλούσιος ή απέκτησε εξουσία με συνεχείς προδοσίες και σκληρότητα, εκμεταλλευόμενος για καθαρά εγωιστικούς λόγους τις ευγενικές προτάσεις των θυμάτων του γελώντας συνάμα με την αφέλειά τους. Έχοντας επιτύχει μ’ αυτό τον τρόπο, το χρησιμοποιεί αυτό για την ικανοποίηση της σαρκικής επιθυμίας και του μίσους και τελικά εγκαταλείπει και το τελευταίο κουρέλι τιμής που υποκριτικά περιβαλόταν ανάμεσα στους κλέφτες, προδίδοντας τους δικούς του συνεργάτες και κοροϊδεύοντας τις τελευταίες στιγμές της συγχυσμένης απογοήτευσής τους. Υποθέστε, ακόμη, ότι τα κάνει όλα αυτά, όχι (όπως θα θέλαμε να φανταστούμε) βασανιζόμενος από τύψεις ή έστω από φόβους: αλλά, τρώγοντας σα μαθητής, κοιμώμενος σαν ένα γερό βρέφος, χαρούμενος, με κόκκινα μάγουλα, χωρίς καμιά έγνοια στον κόσμο, με αταλάντευτη πεποίθηση μέχρι το τέλος, ότι αυτός μόνος έχει βρει την απάντηση στο αίνιγμα της ζωής! Ότι ο Θεός και οι άνθρωποι είναι τρελοί, από τους οποίους εκείνος έχει πάρει το καλύτερο, και ότι ο τρόπος της ζωής του είναι άκρως επιτυχημένος, ικανοποιητικός κι απρόσβλητος.

Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στο σημείο αυτό. Η ελάχιστη ικανοποίηση του πάθους για εκδίκηση είναι μια πολύ μεγάλη θανάσιμη αμαρτία. Η Χριστιανική φιλανθρωπία μάς συμβουλεύει να κάνουμε κάθε προσπάθεια για τη μεταστροφή ενός τέτοιου ανθρώπου: να προτιμήσουμε τη μεταστροφή του με κίνδυνο της ίδιας μας της ζωής, ίσως των δικών μας ψυχών, και όχι την τιμωρία του. Να προτιμάμε απεριόριστα την μεταστροφή του. Όμως δεν είναι αυτό το ερώτημα. Ας υποθέσουμε ότι δε θα μεταστραφεί. Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο σωστός προορισμός γι’ αυτόν μέσα στον αιώνιο κόσμο; Πραγματικά θα επιθυμούσατε ένας τέτοιος άνθρωπος, παραμένοντας αυτό που είναι, αφού έχει ελεύθερη βούληση, να πρέπει να εδραιωθεί για πάντα στην τωρινή του ευτυχία, να συνεχίσει για όλη την αιωνιότητα να είναι τέλεια πεπεισμένος ότι το δίκιο είναι με το μέρος του; Κι αν δεν μπορείτε αυτό να το αποδεχτείτε, είναι μόνο η κακία σας, μόνο ο φθόνος, που σας εμποδίζει να το κάνετε; Ή μήπως βρίσκετε αυτή τη σύγκρουση μεταξύ Δικαιοσύνης και Ελέους, (η οποία μερικές φορές σας φαινόταν σαν ένα παλιομοδίτικο κομμάτι της θεολογίας,) να δουλεύει τώρα πραγματικά στο μυαλό σας, και να αισθάνεστε πολύ περισσότερο ότι σας ήρθε από πάνω κι όχι από κάτω; Συγκινείσθε, όχι από μια απλή συμπάθεια για τον πόνο του άλλου πλάσματος, έτσι όπως είναι, αλλά από μια πραγματικά ηθική απαίτηση ότι, αργά ή γρήγορα, το δίκιο πρέπει να ισχύσει, η σημαία να είναι στημένη σ’ αυτή τη φοβερά επαναστατική ψυχή, ακόμη κι αν δεν ακολουθήσει μια μεγαλύτερη κατάκτηση. Από μια άποψη είναι προτιμότερο για το ίδιο το πλάσμα, έστω κι αν ποτέ δεν βελτιωθεί, να γνωρίσει τον εαυτό του, ότι είναι μια αποτυχία, ένα λάθος. Ακόμη και το Έλεος δύσκολα θα ευχόταν σ’ έναν τέτοιο άνθρωπο να συνεχίσει να ζει αιώνια κι ευχαριστημένα σε μια τέτοια φρικτή αυταπάτη.

    Ο Θωμάς Ακινάτης έχει πει για τα παθήματα, όπως ο Αριστοτέλης για την ντροπή, ότι είναι πράγματα όχι καλά αυτά τα ίδια, αλλά ότι θα μπορούσαν να προξενήσουν κάποιο καλό σε ειδικές περιστάσεις. Δηλαδή, αν το κακό υπάρχει, ο πόνος βοηθάει στην ανίχνευση του κακού, έτσι, σαν ένα μέσο διάγνωσης, είναι σχετικά καλός. Η εναλλακτική λύση είναι ότι η ψυχή θα αγνοεί το κακό, ή θα αγνοεί πως το κακό είναι αντίθετο στη φύση της. «Οποιοδήποτε απ’ αυτά», λέει ο φιλόσοφος, «είναι ολοφάνερα κακά».[1] Νομίζω ότι συμφωνούμε, αν και τρέμουμε.

Η απαίτηση ότι ο Θεός θα πρέπει να συγχωρέσει έναν τέτοιον άνθρωπο, ενώ παραμένει αυτό που είναι, βασίζεται σε μια σύγχυση μεταξύ του παραβλέπω και συγχωρώ. Το να παραβλέπεις ένα κακό, είναι απλά το να το αγνοείς, να το χειρίζεσαι σαν καλό. Η συγχώρεση όμως, για να είναι ολοκληρωμένη, χρειάζεται να γίνει αποδεκτή και να προσφερθεί. Ένας άνθρωπος λοιπόν που δεν παραδέχεται την ενοχή του, δεν μπορεί να δεχτεί την συγχώρεση.

Άρχισα με την έννοια της Κόλασης σαν μια θετική ανταποδοτική τιμωρία που επιβάλλεται από το Θεό, επειδή αυτή είναι η πιο απωθητική μορφή του δόγματος. Και ευχήθηκα να επωφεληθώ από την ισχυρότερη αντίρρηση. Αλλά, βέβαια, αν και ο Κύριός μας συχνά μιλάει για την Κόλαση, σαν μια καταδίκη που επιβάλλεται από ένα δικαστήριο, κάπου αλλού όμως λέει ότι η κρίση βασίζεται σ’ αυτό το ίδιο το γεγονός ότι οι άνθρωποι προτιμούν το σκοτάδι από το φως, και ότι όχι Εκείνος, αλλά ο «λόγος» Του κρίνει τους ανθρώπους.[2] Επομένως είμαστε ελεύθεροι, αφού οι δύο έννοιες σε τελική ανάλυση σημαίνουν το ίδιο πράγμα, να συλλογιστούμε ότι η απώλεια αυτού του κακού ανθρώπου δεν ήταν μια καταδίκη που του επιβλήθηκε, αλλά απλά ένα γεγονός, επειδή ήταν αυτός που ήταν. Το χαρακτηριστικό των ψυχών που χάνονται είναι «η απόρριψή τους για καθετί που απλά δεν είναι ο εαυτός τους».[3] Ο φανταστικός μας εγωιστής προσπαθεί να μεταστρέψει καθετί που συναντά σε τμήμα ή προσάρτημα του εαυτού του. Η κλίση για τον άλλον, δηλαδή η ίδια η ικανότητα να χαρεί το καλό, σβήνει μέσα του, εκτός, και αν το σώμα του τον ελκύει ακόμη σε κάποια στοιχειώδη επαφή με τον έξω κόσμο. Ο θάνατος απομακρύνει αυτή την τελευταία επαφή. Επιθυμεί να είναι θαμμένος ολόκληρος στον εαυτό του και να κάνει ό,τι καλύτερο βρίσκει εκεί. Και αυτό που βρίσκει εκεί είναι η Κόλαση.

Μια Δεύτερη αντίρρηση στρέφεται γύρω από τη φανερή δυσαναλογία μεταξύ της αιώνιας καταδίκης και της παροδικής αμαρτίας. Κι αν συλλογιστούμε για την αιωνιότητα ότι είναι μια απλή παράταση του χρόνου, τότε είναι δυσανάλογη. Αλλά πολλοί θα απέρριπταν μια τέτοια ιδέα αιωνιότητας. Αν συλλογιστούμε τον χρόνο σαν μια γραμμή -αυτή είναι μια καλή εικόνα, επειδή τα τμήματα του χρόνου είναι διαδοχικά, και ούτε δύο απ’ αυτά δεν μπορούν να συνυπάρξουν, δηλαδή, δεν υπάρχει πλάτος στο χρόνο, παρά μόνο μήκος- θα πρέπει πιθανόν να θεωρήσουμε την αιωνιότητα σαν ένα επίπεδο ή ακόμη ένα στερεό. Έτσι, όλη η πραγματικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης θα αντιπροσωπεύεται από μία στερεά μορφή. Αυτό το στερεό (κατασκεύασμα) θα είναι κύρια το έργο του Θεού, που ενεργείται με τη χάρη και τη φύση. Ωστόσο, η ανθρώπινη ελεύθερη βούληση θα έχει συνεισφέρει τη γραμμή της βάσης που ονομάζουμε επίγεια ζωή. Και αν σχεδιάσετε τη γραμμή της βάσης στραβά, όλο το στερεό θα είναι σε λάθος μέρος. Το γεγονός ότι η ζωή είναι σύντομη, ή, συμβολικά, ότι συνεισφέρουμε μόνο μια μικρή γραμμή στο όλο σύνθετο σχήμα, μπορεί να θεωρηθεί σαν Θεϊκή ευσπλαχνία. Αφού ακόμη και το σχεδίασμα εκείνης της μικρής γραμμής, που αφέθηκε στην ελεύθερη βούλησή μας, είναι τόσο κακοφτιαγμένο, ώστε να χαλάει το σύνολο. Τί «σαλάτα» θα είχαμε κάνει το όλο σχήμα, αν μας είχαν εμπιστευθεί περισσότερα; Μια πιο απλή μορφή της ίδιας αντίρρησης είναι το να πούμε ότι ο θάνατος δε θα ‘πρεπε να είναι τελικός, πως θα ‘πρεπε να υπάρχει μια δεύτερη ευκαιρία.[4] Πιστεύω ότι αν υπήρχε πιθανότητα ένα εκατομμύριο ευκαιρίες να κάνουν καλό, θα δίνονταν. Αλλά, ο δάσκαλος συχνά ξέρει, όταν τα παιδιά και οι γονείς δεν ξέρουν, ότι είναι πραγματικά ανώφελο να επανεξεταστεί ένα παιδί σε κάποιο συγκεκριμένο μάθημα. Το τέλος πρέπει να έρθει κάποτε, και δεν απαιτείται μια πολύ δυνατή πίστη για να πιστέψουμε ότι η παντογνωσία ξέρει πότε.

Μια τρίτη αντίρρηση στρέφεται γύρω από την τρομακτική ένταση των βασάνων της Κόλασης όπως απεικονίζεται στη μεσαιωνική τέχνη και μάλιστα σε ορισμένα εδάφια της Γραφής. Ο Von Hügel εδώ μας προειδοποιεί να μη συγχέουμε το δόγμα αυτό καθαυτό με το φαντασιώδη τρόπο με τον οποίο πιθανόν να διαπορθμεύεται προς εμάς. Ο Κύριός μας μιλάει για την Κόλαση με τρία σύμβολα. Πρώτο: Η τιμωρία («αιώνια τιμωρία», Ματθ. 25, 46). Δεύτερο: η καταστροφή («φοβηθείτε περισσότερο Αυτόν που μπορεί να καταστρέψει την ψυχή και το σώμα στην Κόλαση»,, Ματθ. 10:28). Τρίτο: η στέρηση, ο αποκλεισμός ή η εξορία στο «σκότος το εξώτερο», όπως περιγράφεται στις παραβολές του ανθρώπου χωρίς το ένδυμα γάμου ή των φρόνιμων και μωρών παρθένων. Η επικρατούσα εικόνα της φωτιάς είναι σημαντική, επειδή συνδυάζει τις ιδέες του βασανισμού και της καταστροφής. Τώρα είναι αρκετά βέβαιο ότι όλες αυτές οι εκφράσεις υπαινίσσονται κάτι το ανείπωτα φρικιαστικό, και κάθε ερμηνεία που δεν αποδίδει αυτό το γεγονός, φοβάμαι ότι είναι από την αρχή έξω από την πραγματικότητα. Όμως, δεν είναι απαραίτητο να εστιάσουμε στις εικόνες των βασάνων και ν’ αποκλείσουμε εκείνες που υποδηλώνουν καταστροφή και στέρηση. Τί μπορεί να σημαίνει το ότι όλες αυτές οι τρεις εικόνες είναι εξίσου κατάλληλα σύμβολα; Η καταστροφή, πρέπει φυσικά να υποθέσουμε, σημαίνει το ξέφτισμα, τη λήξη αυτού που καταστρέφεται. Οι άνθρωποι συχνά μιλάνε σαν η «εκμηδένιση» της ψυχής να ήταν ουσιαστικά εφικτή. Ωστόσο, σύμφωνα με όλη την εμπειρία που έχουμε, η καταστροφή ενός πράγματος σημαίνει την ανάδυση κάποιου άλλου. Κάψτε έναν κορμό δένδρου και θα έχετε αέρια, θερμότητα και στάχτη. Αυτό που υπήρξε κάποτε κορμός τώρα είναι αυτά τα τρία πράγματα. Αν οι ψυχές μπορούν να καταστραφούν πρέπει να μην ήταν μια κατάσταση στην οποία υπήρξαν ανθρώπινες ψυχές. Και δεν είναι εκείνη, ίσως, η κατάσταση που εξίσου καλά περιγράφεται σαν βασανισμός, καταστροφή και στέρηση; Θα θυμάστε ότι στην παραβολή οι σωσμένοι πηγαίνουν σ’ έναν τόπο που έχει ετοιμαστεί γι’ αυτούς, ενώ οι καταδικασμένοι πηγαίνουν σ’ έναν τόπο που με κανένα τρόπο δεν έγινε για τον άνθρωπο.[5] Το να μπεις στον Παράδεισο είναι το να γίνεις περισσότερο άνθρωπος απ’ ότι ποτέ κατάφερες να είσαι στη γη. Το να μπεις στην Κόλαση είναι να εξοριστείς από την ανθρωπότητα. Αυτό που ρίχνεται στην Κόλαση (ή ρίχνει τον εαυτό του) δεν είναι άνθρωπος: είναι «ερείπια». Το να είσαι ολόκληρος άνθρωπος σημαίνει το να έχεις υποτάξει τα πάθη στη θέληση και τη θέληση να την έχεις προσφέρει στο Θεό. Το να υπήρξε κάποιος άνθρωπος, το να είναι ένας πρώην-άνθρωπος ή «κολασμένο πνεύμα», ενδεχομένως να σημαίνει ότι έχει μια θέληση εντελώς εγωκεντρική και πάθη εντελώς ανεξέλεγκτα από τη θέλησή του. Είναι βέβαια αδύνατο να φανταστούμε πώς θα είναι η συνείδηση ενός τέτοιου πλάσματος, που είναι ήδη σαν ένας άτακτος σωρός από αμοιβαία ανταγωνιστικές αμαρτίες, παρά ένας αμαρτωλός. Ίσως υπάρχει κάποια αλήθεια στο ρητό: «η κόλαση είναι κόλαση, όχι από τη δική της άποψη αλλά από την άποψη του ουρανού». Αυτό δε νομίζω ότι μειώνει τη σοβαρότητα των λόγων του Κυρίου. Είναι μόνο στους κολασμένους, που η τύχη τους θα μπορούσε να τους φανεί λιγότερο από αβάστακτη. Και πρέπει να γίνει αποδεκτό πως, καθώς σ’ αυτά τα τελευταία κεφάλαια στοχαζόμαστε την αιωνιότητα, οι κατηγορίες του πόνου και της ευχαρίστησης, που τόσο πολύ μας απασχόλησαν, αρχίζουν να υποχωρούν καθώς το απέραντο καλό και το κακό κάνει αμυδρά την εμφάνισή του. Ούτε ο πόνος ούτε η ευχαρίστηση, όπως είναι, έχουν την τελευταία λέξη. Ακόμη κι αν ήταν δυνατόν η εμπειρία, αν μπορεί να ονομαστεί εμπειρία, των χαμένων να μην περιείχε πόνο άλλα πολλή ευχαρίστηση, ακόμη κι αυτή η μαύρη ευχαρίστηση, θα ήταν τέτοια, ώστε να κάνει να σπεύσει οποιαδήποτε ψυχή, που δεν είναι ήδη κολασμένη, πετώντας στην προσευχή της (προς τον ουρανό) με εφιαλτικό τρόμο. Έστω κι αν υπήρχαν πόνοι στον ουρανό, όλοι οι νοήμονες θα τους επιθυμούσαν.

Μια τέταρτη αντίρρηση είναι ότι κανένας φιλάνθρωπος δεν θα μπορούσε ο ίδιος να είναι μακάριος στον ουρανό, εφόσον θα ήξερε πως έστω και μια ανθρώπινη ψυχή θα ήταν ακόμη στην κόλαση. Κι αν έτσι έχουν τα πράγματα, μήπως είμαστε πιο εύσπλαχνοι από το Θεό; Πίσω από αυτήν την αντίρρηση υπάρχει η νοητή εικόνα του ουρανού και της κόλασης που συνυπάρχουν στο μονογραμμικό χρόνο όπως συνυπάρχουν οι ιστορίες της Αγγλίας και της Αμερικής. Έτσι κάθε στιγμή οι ευλογημένοι μπορούν να πουν: «Τα βάσανα της κόλασης τώρα συνεχίζονται». Αλλά παρατηρώ ότι ο Κύριός μας ενώ τονίζει τον τρόμο της κόλασης με αμείλικτη αυστηρότητα, συνήθως δίνει έμφαση στην ιδέα όχι της διάρκειας αλλά της οριστικότητας. Η παράδοση στην καταστρεπτική φωτιά θεωρείται συνήθως σαν το τέλος της ιστορίας και όχι σαν αρχή μιας καινούργιας ιστορίας. Το γεγονός ότι η χαμένη ψυχή είναι αιώνια καθηλωμένη στη διαβολική της στάση δεν μπορούμε να το αμφισβητήσουμε. Όμως, δεν μπορούμε να πούμε αν αυτή η αιώνια προσήλωση σημαίνει ατελεύτητη διάρκεια, ή καμιά διάρκεια.

Ο Δρ. Edwyn Bevan έχει κάποιες ενδιαφέρουσες θεωρίες πάνω στο σημείο αυτό.[6] Γνωρίζουμε πολλά περισσότερα για τον ουρανό παρά για την κόλαση, επειδή ο ουρανός είναι το σπίτι της ανθρωπότητας και συνεπώς περιέχει όλα όσα συνεπάγεται μια δοξασμένη ανθρώπινη ζωή. Η κόλαση όμως δεν έγινε για τους ανθρώπους. Με καμιά έννοια λοιπόν δεν είναι παράλληλη με τον ουρανό: Είναι «το σκότος το εξώτερον», το ακραίο χείλος όπου η ύπαρξη φθίνει στην ανυπαρξία.

Τελικά, υπάρχει αντίρρηση για το ότι η ύστατη απώλεια μιας μοναδικής ψυχής σημαίνει την ήττα της παντοδυναμίας. Και έτσι είναι. Σε κτιστά όντα με ελεύθερη βούληση η παντοδυναμία από την αρχή υποτάσσεται στην πιθανότητα μιας τέτοιας ήττας. Αυτό που εσείς ονομάζεται ήττα, εγώ το ονομάζω θαύμα: επειδή το να φτιάξει πράγματα που δεν είναι ο Εαυτός της και έτσι να γίνει, από μια άποψη, ικανή να δεχτεί αντίσταση από τα ίδια τα έργα των χεριών της είναι το πιο εκπληκτικό και αδιανόητο απ’ όλα τα κατορθώματα που αποδίδουμε στη Θεότητα. Πιστεύω με όλη μου την καρδιά ότι οι κολασμένοι είναι, με κάποια έννοια, επιτυχημένοι, αντάρτες μέχρι τέλους, και ότι οι πύλες της κόλασης είναι κλειδωμένες από μέσα. Δεν εννοώ ότι τα πνεύματα δεν επιθυμούν να βγουν από την κόλαση, με τον αόριστο τρόπο με τον οποίο ένας φθονερός άνθρωπος «επιθυμεί» να είναι ευτυχισμένος. Αλλά, σίγουρα δεν επιθυμούν ούτε τα προκαταρκτικά στάδια της αυταπάρνησης ή αυτο-παραίτησης, που μόνο με αυτά μπορεί η ψυχή να φθάσει σε κάτι καλό. Απολαμβάνουν για πάντα την απαίσια ελευθερία που επιζήτησαν, και συνεπώς είναι αυτό-υποδουλωμένα. Όπως ακριβώς τα ευλογημένα πνεύματα, για πάντα υποταγμένα στην υπακοή, γίνονται μέσα σ’ όλους τους αιώνες  όλο και πιο ελεύθερα.

Τελικά, η απάντηση σε όλους εκείνους που έχουν αντιρρήσεις στο δόγμα της κόλασης είναι η ίδια μια ερώτηση: «Τι ζητάτε από το Θεό να κάνει;» Να σβήσει τις παλιές αμαρτίες τους και, πάση θυσία, να τους δώσει μια καινούργια αρχή η ευκαιρία, ομαλύνοντας κάθε δυσκολία και προσφέροντας κάθε θαυματουργική βοήθεια; Όμως αυτό το έχει κάνει, στο Γολγοθά. Να τους συγχωρέσει; Δεν θέλουν να συγχωρεθούν. Να τους αφήσει μόνους; Αλλοίμονο, φοβάμαι ότι αυτό κάνει. Μια προειδοποίηση, και τελείωσα. Για να διεγείρω τη σύγχρονη σκέψη (ή τους ανθρώπους με σύγχρονες αντιλήψεις) να κατανοήσουν τα ζητήματα αυτά, τόλμησα να εισαγάγω στο κεφάλαιο αυτό μια εικόνα εκείνου του τύπου του κακού ανθρώπου, τον οποίο πολύ εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι είναι πραγματικά κακός. Αλλά, όταν η εικόνα θα έχει εκπληρώσει πια την αποστολή της, όσο πιο σύντομα λησμονηθεί τόσο το καλύτερο. Σε όλες τις συζητήσεις για την Κόλαση πρέπει να έχουμε σταθερά μπροστά στα μάτια μας την πιθανή καταδίκη, όχι των εχθρών μας, ούτε των φίλων μας, επειδή και τα δύο αυτά ενοχλούν τη λογική, αλλά του εαυτού μας. Αυτό το κεφάλαιο δεν είναι για τη σύζυγό σου ή το γιο σου, ούτε σχετικό με το Νέρωνα ή τον Ιούδα τον Ισκαριώτη· είναι για σένα και για μένα.   

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του C.S.Lewis Το πρόβλημα του πόνου. σελ.137-149 των εκδόσεων ΙΩΝΑΣ

 

 

[1] Summa Theol, I, II ae, Q. xxxix, αριθ. 1

[2] Ιωάν. 3:19, 12:48

[3] Βλέπε von Hügel, Essays and Andresses, 1st series, What do we mean by Heaven and Hell?

[4] Η ιδέα της «δεύτερης ευκαιρίας» δεν πρέπει να συγχέεται με το Purgatory (για ψυχές ήδη σωσμένες) ούτε με το Limbo (για ψυχές ήδη χαμένες).

[5] Ματθ.. 25: 34, 41.

[6] Συμβολισμός και Πίστη, 101

Θεματολογικές ετικέτες
Συγγραφέας

Αφήστε μια απάντηση