C.S. LEWIS
Σκέφτομαι την κυρία Φίτζετ, που πέθανε πριν από μερικούς μήνες. Είναι πραγματικά εκπληκτικό πώς η οικογένειά της έχει χαρεί. Η κουρασμένη έκφραση του συζύγου της έχει εξαφανιστεί, σιγά σιγά αρχίζει να γελάει. Το πιο μικρό παιδί, που πάντα νόμιζα ότι ήταν ένα χολωμένο, ευέξαπτο πλάσμα, τελικά έχει ανθρωπιά. Το μεγαλύτερο, που δεν ήταν σχεδόν ποτέ σπίτι παρά μόνο όταν κοιμόταν, είναι σχεδόν πάντα εκεί και έχει αρχίσει να φτιάχνει τον κήπο. Το κορίτσι, που πάντα υποτίθεται ότι ήταν «εύθραυστο» (αν και ποτέ δεν έμαθα ποιο ακριβώς ήταν το πρόβλημα) τώρα κάνει μαθήματα ιππασίας ενώ κάποτε ούτε λόγος, χορεύει όλη νύχτα και παίζει όσο τένις θέλει. Ακόμα και το σκυλί που δεν επιτρεπόταν να βγει παρά μόνο με το λουρί του, τώρα είναι εγνωσμένο μέλος της Λέσχης Φανοστάτη του δρόμου τους.
Η κυρία Φίτζετ πολύ συχνά έλεγε ότι ζούσε για την οικογένειά της. Και δεν ήταν ψέμα. Όλοι στη γειτονιά το ήξεραν. «Ζει για την οικογένειά της», λέγανε. «Τι σύζυγος και μητέρα!». Εκείνη έπλενε τα πάντα. Εντάξει, δεν το έκανε καλά, και μπορούσαν να τα στείλουν σε πλυντήριο, και συχνά την παρακαλούσαν να μην το κάνει. Αλλά το έκανε. Πάντα υπήρχε ζεστό φαγητό για όποιον ήταν σπίτι το μεσημέρι και το βράδυ (ακόμα και κατακαλόκαιρο). Την ικέτευαν να μην το κάνει. Διαμαρτύρονταν σχεδόν με δάκρυα στα μάτια (και ήταν αλήθεια) ότι τους άρεσαν τα κρύα γεύματα. Δεν έκανε καμία διαφορά. Εκείνη ζούσε για την οικογένειά της. Πάντα περίμενε να σε «καλωσορίσει» αν είχες βγει ώς αργά, δύο ή τρεις το πρωί, δεν είχε σημασία, πάντα θα έβρισκες το εύθραυστο, χλομό, κουρασμένο πρόσωπό της να σε περιμένει, σαν σιωπηρό κατηγορώ. Που σήμαινε φυσικά ότι δεν μπορούσες να κάνεις πολύ συχνά μια έξοδο της προκοπής. Επίσης συνέχεια έφτιαχνε πράγματα – ήταν κατά την εκτίμησή της (εγώ δεν είμαι κριτής) εξαιρετική ερασιτέχνις μοδίστρα και καταπληκτική πλέκτρια. Και φυσικά, αν δεν ήσουν άκαρδο κτήνος, έπρεπε να φοράς αυτά που έφτιαχνε (ο εφημέριος μου λέει ότι από τον θάνατό της οι συνεισφορές της οικογένειάς της στο φιλανθρωπικό παζάρι είναι περισσότερες απ’ όλων των ενοριτών μαζί). Κι έπειτα η φροντίδα της για την υγεία τους! Κουβαλούσε όλο το βάρος της «εύθραυστης φύσης» της κόρης της μόνη της. Ο γιατρός – παλιός φίλος, τα ιατρικά έξοδα δεν καλύπτονταν από το Εθνικό Σύστημα Υγείας– δεν επιτρεπόταν ποτέ να συζητάει τα ζητήματα με την ασθενή του. Μετά από μια πολύ σύντομη εξέταση η μητέρα τον οδηγούσε σε άλλο δωμάτιο. Το κορίτσι δεν έπρεπε να ανησυχεί, δεν έπρεπε να έχει καμία ευθύνη για την υγεία της. Μόνο τρυφερή φροντίδα: κανάκεμα, ειδική διατροφή, φρικτά τονωτικά και πρωινό στο κρεβάτι. Γιατί η κυρία Φίτζετ, όπως έλεγε πολύ συχνά, θα γινόταν χίλια κομμάτια για την οικογένειά της. Δεν μπορούσαν να τη σταματήσουν. Και καθώς ήταν αξιοπρεπείς άνθρωποι δεν μπορούσαν να κάθονται να τη βλέπουν να τα κάνει. Έπρεπε να βοηθάνε. Και μάλιστα συνέχεια. Δηλαδή έκαναν πράγματα για εκείνη για να τη βοηθάνε να κάνει πράγματα για εκείνους που δεν τα ήθελαν. Όσο για το σκυλί, η ίδια έλεγε πως το είχε σαν παιδί της κι έτσι του φερόταν. Αλλά εφόσον αυτό δεν είχε ηθικές αναστολές, το αντιμετώπιζε καλύτερα από τα άλλα μέλη της οικογένειας, και παρόλο που το πήγαινε στον κτηνίατρο, του έκανε διατροφή, και το πρόσεχε, έβρισκε τρόπο μερικές φορές να ορμήξει στον σκουπιδοντενεκέ ή στον σκύλο του γείτονα.
Ο εφημέριος λέει ότι η κυρία Φίτζετ τώρα ξεκουράστηκε. Ας το ελπίσουμε. Το σίγουρο είναι ότι ξεκουράστηκε η οικογένειά της.
Είναι εύκολο να καταλάβουμε πώς η ευθύνη είναι, ούτως ειπείν, εγγενής στο μητρικό ένστικτο. Αυτό, όπως είδαμε, είναι μια αγάπη προσφοράς, αλλά που έχει ανάγκη να προσφέρει. Άρα έχει ανάγκη να την έχουν ανάγκη. Ωστόσο, στόχος της προσφοράς είναι να φέρουμε τον αποδέκτη σε μια κατάσταση όπου δεν θα χρειάζεται πια την προσφορά μας. Ταΐζουμε τα παιδιά προκειμένου σύντομα να μπορούν να τρώνε μόνα τους. Τα διδάσκουμε για να μη χρειάζονται σύντομα τα μαθήματα που τους δίνουμε. Έτσι η αγάπη προσφοράς έχει ένα δύσκολο έργο. Πρέπει να παραιτηθεί μόνη της. Στόχος μας πρέπει να είναι να κάνουμε τον εαυτό μας περιττό. Η στιγμή που μπορούμε να πούμε «Δεν με χρειάζονται πια» πρέπει να είναι η ανταμοιβή μας. Αλλά το ένστικτο, από τη φύση του, δεν έχει τη δύναμη να εκπληρώσει αυτόν τον νόμο. Το ένστικτο επιθυμεί το καλό για τον αποδέκτη του συναισθήματος, αλλά όχι γενικά, μόνο το καλό που μπορεί να προσφέρει μόνο το ίδιο. Μια πολύ ανώτερη αγάπη –μια αγάπη που επιθυμεί το καλό για τον αποδέκτη απ’ όποια πηγή κι αν προέλθει αυτό το καλό– πρέπει να παρέμβει και να συνδράμει ή να δαμάσει το ένστικτο προτού να παραιτηθεί. Και φυσικά έτσι συμβαίνει. Αλλά όταν δεν συμβαίνει, η τεράστια ανάγκη να σε έχουν ανάγκη θα ικανοποιηθεί είτε κάνοντας τους αποδέκτες να έχουν διαρκώς ανάγκη είτε εφευρίσκοντας φανταστικές ανάγκες. Και θα το κάνει ακόμα πιο αμείλικτα επειδή πιστεύει (και δικαίως κατά μία έννοια) ότι είναι αγάπη προσφοράς και συνεπώς «ανιδιοτελής». Αυτό δεν είναι κάτι που το κάνουν μόνο οι μητέρες. Η στοργή που, είτε από γονεϊκό ένστικτο ή επειδή έχει παρόμοια λειτουργία, έχει ανάγκη να την έχουν ανάγκη, πέφτει στην ίδια παγίδα. Η στοργή του προστάτη για τον προστατευόμενο είναι μια τέτοια στοργή. Στο μυθιστόρημα της Τζέιν Όστεν, η Έμμα θέλει για τη Χάριετ Σμιθ μια ευτυχισμένη ζωή. Αλλά μόνο την ευτυχισμένη ζωή που έχει σχεδιάσει η Έμμα για την ίδια. Από αυτή την άποψη, το δικό μου επάγγελμα –του καθηγητή πανεπιστημίου– είναι πολύ δύσκολο. Αν μη τι άλλο πρέπει πάντα να προσπαθούμε για τη στιγμή που οι φοιτητές μας μπορούν να γίνουν κριτές και αντίπαλοί μας. Πρέπει να χαιρόμαστε όταν έρθει αυτή η στιγμή, όπως ο δάσκαλος της ξιφασκίας χαίρεται όταν ο μαθητής του μπορεί να τον αφοπλίσει. Και πολλοί πράγματι χαίρονται.
Αλλά όχι όλοι. Είμαι αρκετά μεγάλος για να θυμάμαι τη θλιβερή περίπτωση του Δρ Κουάρτζ. Κανένα πανεπιστήμιο δεν μπορούσε να καυχηθεί για πιο αποτελεσματικό ή αφοσιωμένο δάσκαλο. Έδινε όλο του το είναι στους φοιτητές του. Άφησε ανεξίτηλο σημάδι σχεδόν σε όλους. Τον λάτρευαν σαν ήρωα και το άξιζε. Φυσικά –και ήταν πολύ ευχάριστο– συνέχιζαν να τον επισκέπτονται αφότου είχε τελειώσει η διδακτική τους σχέση, πήγαιναν στο σπίτι του τα βράδια και έκαναν περίφημες συζητήσεις. Το παράξενο όμως είναι ότι αυτό δεν κρατούσε πολύ. Αργά ή γρήγορα, μέσα σε λίγους μήνες ή εβδομάδες – ερχόταν το μοιραίο βράδυ που χτυπούσαν την πόρτα του και ακούγανε ότι ο Δρ ήταν απασχολημένος. Από εκεί κι έπειτα πάντα θα ήταν απασχολημένος. Είχαν εκδιωχθεί για πάντα. Κι αυτό επειδή στην τελευταία τους συνάντηση είχαν εξεγερθεί. Είχαν δηλώσει την ανεξαρτησία τους – διαφοροποιήθηκαν από τον δάσκαλό τους και στήριξαν την άποψή τους, ίσως ανεπιτυχώς. Αντιμέτωπος με την ανεξαρτησία που προσπαθούσε να τους δημιουργήσει και που ήταν καθήκον του να δημιουργήσει, αν μπορούσε, ο Δρ Κουάρτζ δεν άντεχε. Ο Βόταν κόπιασε για να ελευθερώσει τον Ζίγκφριντ κι όταν τον είδε ελεύθερο έγινε έξαλλος. Ο Δρ Κουάρτζ ήταν ένας δυστυχισμένος άνθρωπος.
Αυτή η φοβερή ανάγκη να σε έχουν ανάγκη συχνά βρίσκει διέξοδο στη φροντίδα ενός ζώου. Το να μάθουμε ότι κάποιος «αγαπάει τα ζώα» μας λέει ελάχιστα μέχρι να μάθουμε με τι τρόπο τα αγαπάει. Γιατί υπάρχουν δύο τρόποι. Από τη μια το ανώτερο και εξημερωμένο ζώο είναι, ούτως ειπείν, μια «γέφυρα» ανάμεσα σε εμάς και την υπόλοιπη φύση. Όλοι μας κάποιες φορές νιώθουμε επώδυνα την ανθρώπινη απομόνωσή μας από τον κόσμο των μη ανθρώπινων – την ατροφία του ενστίκτου που συνεπάγεται η εξυπνάδα μας, την υπερβολική αμηχανία μας, τις αμέτρητες περιπλοκές της συνθήκης μας, την ανικανότητά μας να ζούμε στο παρόν.
Μακάρι να μπορούσαμε να τα ξεφορτωθούμε όλα αυτά. Δεν πρέπει –και συμβαίνει να μην μπορούμε– να γίνουμε ζώα. Αλλά μπορούμε να ζήσουμε μαζί με ένα ζώο. Είναι αρκετά προσωπικό ώστε να δώσει στη λέξη «μαζί» πραγματικό νόημα αλλά παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένα ασυνείδητο μάτσο βιολογικών παρορμήσεων. Πατάει με τρία πόδια στον κόσμο της φύσης και με ένα στον δικό μας. Είναι ένας σύνδεσμος, ένας πρεσβευτής. Ποιος δεν θα ήθελε, όπως το έθετε ο Μποζανκέ, «να έχει έναν εκπρόσωπο στο δικαστήριο του Πάνα;». Ο άνθρωπος με τον σκύλο γεμίζει ένα κενό στο σύμπαν. Αλλά, φυσικά, τα ζώα συχνά χρησιμοποιούνται με χειρότερο τρόπο. Αν έχεις ανάγκη να σε έχουν ανάγκη και αν η οικογένειά σου, πολύ ορθώς, αρνείται να σε έχει ανάγκη, ένα κατοικίδιο είναι το προφανές υποκατάστατο. Μπορείς να το έχεις σε όλη του τη ζωή στην ανάγκη σου. Μπορείς να το κρατήσεις μόνιμα σαν παιδάκι, να το καθηλώσεις σε μόνιμη αναπηρία, αποκομμένο από κάθε γνήσια ευημερία της ζωής ενός ζώου και να το αποζημιώνεις γι’ αυτό δημιουργώντας ανάγκες για αμέτρητα χατίρια που μόνο εσύ μπορείς να κάνεις. Το δύστυχο πλάσμα γίνεται λοιπόν πολύ χρήσιμο για το υπόλοιπο σπιτικό. Είσαι πολύ απασχολημένος να κακομαθαίνεις το σκυλί για να κακομάθεις αυτούς. Τα σκυλιά είναι καλύτερα γι’ αυτόν τον σκοπό από τις γάτες. Ένας πίθηκος, μου λένε, ότι είναι ιδανικός. Επίσης είναι πιο αληθοφανής. Σίγουρα είναι μεγάλη ατυχία για το ζώο, εκείνο όμως μάλλον δεν μπορεί να καταλάβει πλήρως το κακό που του έκανες. Κι αν καταλάβαινε, δεν θα το μάθαινες. Ακόμα καλύτερα λοιπόν. Ο πιο καταπιεσμένος άνθρωπος, αν φτάσει στο μη παρέκει, μπορεί μια μέρα να γυρίσει και να ξεφουρνίσει μια τρομερή αλήθεια. Τα ζώα δεν μιλάνε.
Όσοι λένε «Όσο περισσότερο γνωρίζω τους ανθρώπους, τόσο περισσότερο συμπαθώ τα σκυλιά» –όσοι βρίσκουν στα ζώα μια ανακούφιση από τις απαιτήσεις της ανθρώπινης συντροφιάς– καλά θα κάνουν να εξετάσουν τους πραγματικούς τους λόγους.
Ελπίζω ότι δεν με παρεξηγήσατε. Αν αυτό το κεφάλαιο κάνει κάποιον να αμφιβάλει ότι η έλλειψη «φυσικής στοργής» είναι ακραία αχρειότητα, θα έχω αποτύχει. Ούτε αμφισβητώ ότι στη στοργή οφείλονται τα εννέα δέκατα οποιασδήποτε σταθερής και ανθεκτικής ευτυχίας υπάρχει στη φυσική ζωή μας. Θα αισθανθώ λοιπόν κάποια κατανόηση για όσους σχολιάσουν τις τελευταίες σελίδες λέγοντας κάτι του στυλ «Φυσικά. Φυσικά. Συμβαίνουν αυτά. Εγωιστές ή νευρωτικοί άνθρωποι μπορούν να στρεβλώσουν τα πάντα, ακόμα και την αγάπη, σε κάποια μιζέρια ή εκμετάλλευση. Αλλά γιατί να τονίζουμε αυτές τις ακραίες περιπτώσεις; Λίγη κοινή λογική και λίγο πάρε δώσε δεν αφήνουν να συμβούν αυτά σε αξιοπρεπείς ανθρώπους». Νομίζω όμως πως αυτό το σχόλιο χρειάζεται το ίδιο σχολιασμό.
Πρώτον, ως προς το νευρωτικοί. Δεν πιστεύω ότι θα δούμε τα πράγματα πιο καθαρά αν θεωρήσουμε όλες αυτές τις επιβλαβείς καταστάσεις στοργής ως παθολογικές. Σίγουρα υπάρχουν πολύ παθολογικές καταστάσεις που καθιστούν αφύσικα δύσκολο ή ακόμα και επικίνδυνο για κάποιους ανθρώπους να αντισταθούν στον πειρασμό τέτοιων καταστάσεων. Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει οπωσδήποτε να πάνε στον γιατρό. Αλλά πιστεύω ότι όποιος είναι ειλικρινής με τον εαυτό του θα παραδεχτεί ότι έχει νιώσει αυτούς τους πειρασμούς. Δεν είναι ασθένεια. Ή αν είναι, το όνομα της ασθένειας είναι «άνθρωπος σε πτώση». Για τους συνηθισμένους ανθρώπους το να υποκύψουν σε αυτούς –και ποιος δεν υποκύπτει καμία φορά– δεν είναι ασθένεια, αλλά αμαρτία. Σε αυτή την περίπτωση, θα μας βοηθήσει περισσότερο η πνευματική καθοδήγηση από την ιατρική θεραπεία. Η ιατρική πασχίζει να αποκαταστήσει τη «φυσική» δομή της «φυσιολογικής» λειτουργίας. Αλλά η απληστία, ο εγωισμός, η αυταπάτη και η αυτολύπηση, δεν είναι αφύσικες καταστάσεις με την ίδια έννοια που είναι ο αστιγματισμός ή η νεφρόπτωση. Γιατί, ποιος, για όνομα του Θεού, θα περιέγραφε ως φυσικό ή φυσιολογικό τον άνθρωπο από τον οποίο αυτά τα ελαττώματα απουσίαζαν τελείως; «Φυσικός» με μια τελείως διαφορετική έννοια. Προαιώνια φυσικός, μη έκπτωτος. Έχουμε δει μόνο έναν τέτοιον Άνθρωπο. Και δεν ήταν καθόλου σαν την εικόνα που δίνει ένας ψυχολόγος: ο ενταγμένος, ισορροπημένος, προσαρμοσμένος, ευτυχής στον γάμο του, εργαζόμενος δημοφιλής πολίτης. Δεν μπορείς να είσαι πολύ καλά «προσαρμοσμένος» στον κόσμο σου αν αυτός ο κόσμος λέει ότι είσαι «δαιμονισμένος» (Ιωάν. 8:48) και στο τέλος σε καρφώνει γυμνό σε έναν ξύλινο πάσσαλο.
Κατά δεύτερον όμως, το σχόλιο, με τον τρόπο του, «ομολογεί» αυτό που προσπαθώ να πω. Η στοργή δημιουργεί ευτυχία αν και μόνο αν υπάρχει μια κοινή αίσθηση πάρε δώσε και «αξιοπρέπειας». Με άλλα λόγια, μόνο αν υπάρχει και κάτι άλλο παραπάνω και πέρα από τη στοργή. Το συναίσθημα από μόνο του δεν είναι αρκετό. Χρειάζεσαι «κοινή λογική», δηλαδή, λόγο. Χρειάζεσαι «πάρε δώσε», δηλαδή δικαιοσύνη, να ζωντανεύει την απλή στοργή όταν ξεθωριάζει και να τη συγκρατεί όταν ξεχνά ή αψηφά την τέχνη της αγάπης. Χρειάζεσαι «αξιοπρέπεια». Αυτό σημαίνει καλοσύνη, υπομονή, αυταπάρνηση, ταπεινότητα και τη συνεχή παρέμβαση μιας πολύ ανώτερης αγάπης από αυτή που μπορεί να είναι ποτέ η στοργή. Αυτό είναι το νόημα. Αν προσπαθήσουμε να αφήσουμε τη στοργή στην ησυχία της, η στοργή θα γίνει δυσάρεστη.
Το πόσο, πιστεύω σπάνια το αναγνωρίζουμε. Μπορεί η κυρία Φίτζετ πραγματικά να μην ήξερε τις αμέτρητες ενοχλήσεις και δυστυχίες που προκαλούσε στην οικογένειά της; Δύσκολο να το πιστέψει κανείς. Ήξερε –φυσικά ήξερε– ότι σου χαλούσε όλο το βράδυ όταν ήξερες ότι θα την έβρισκες να σε περιμένει με διάθεση κατηγορώ. Συνέχιζε να τα κάνει όλα αυτά γιατί αν σταματούσε θα ήταν αντιμέτωπη με το γεγονός που ήταν αποφασισμένη να μη δει. Θα έβλεπε ότι δεν ήταν απαραίτητη. Αυτό είναι το πρώτο κίνητρο. Έπειτα, η ίδια η πολυπλοκότητα της ζωής παρασιωπούσε τις κρυφές της αμφιβολίες για την ποιότητα της αγάπης της. Όσο περισσότερο έκαιγαν τα πόδια της και πονούσε η ράχη της, τόσο το καλύτερο, γιατί αυτός ο πόνος της ψιθύριζε στο αυτί «Πόσο πρέπει να τους αγαπώ για να τα κάνω όλα αυτά!». Αυτό είναι το δεύτερο κίνητρο. Ωστόσο νομίζω ότι υπάρχει κάτι πιο βαθύ. Η έλλειψη εκτίμησης από τους άλλους, αυτές οι φρικτές λέξεις που πληγώνουν –οτιδήποτε θα πλήγωνε μια κυρία Φίτζετ– με τις οποίες την ικέτευαν να στείλει έξω τα ρούχα για πλύσιμο, της επέτρεπαν να νιώθει κακομεταχείριση, κι έτσι να έχει ένα διαρκές παράπονο, να απολαμβάνει την απόλαυση της πικρίας. Αν κάποιος πει ότι δεν γνωρίζει αυτή την απόλαυση, είναι είτε ψεύτης είτε άγιος. Είναι αλήθεια ότι πρόκειται για απόλαυση μόνο για όσους μισούν. Αλλά μια αγάπη σαν της κυρίας Φίτζετ περιλαμβάνει κάμποσο μίσος. Ο Οβίδιος είχε πει για την ερωτική αγάπη «Αγαπώ και μισώ», εντούτοις και σε άλλα είδη αγάπης υπάρχει ο ίδιος συνδυασμός. Κουβαλάνε μέσα τους τους σπόρους του μίσους. Αν η στοργή κυριαρχήσει απόλυτα στην ανθρώπινη ζωή, οι σπόροι θα βλαστήσουν. Η αγάπη, αφού γίνει θεός, θα γίνει δαίμονας.
(Από το βιβλίο του C.S. Lewis, Τέσσερις Αγάπες, Ιωνάς 2022, σ. 69-78)
Θεματολογικές ετικέτες