Σαν το σπόρο που λιώνει / για ν’ αρχίσει καινούργια ζωή /
ας χαθεί / το παλιό μου κορμί του θανάτου. /
Κι η Ανάσταση νά ᾽ρθει καθώς / τ᾽ άδειο μνήμα θα λάμψει στο φως /
τη νυχτιά του Σαββάτου.
Καίτης Χιωτέλλη, Κοντά σου…
Είτε ως ποιήτρια, είτε ως δοκιμιογράφος, είτε ως μεταφράστρια η Καίτη Χιωτέλλη είναι αναμφισβήτητα η γυναίκα η κομίζουσα μύρα και μαζί με τις άλλες δύο μυροφόρες της Ποιήσεώς μας, Ζωή Καρέλλη και Όλγα Βότση, σχηματίζουν –λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη, αλλά και ταυτόχρονα υπερβαίνοντας τις όποιες τεχνοτροπικές και ηλικιακές τους αποκλίσεις– μία περίφημη γυναικεία ποιητική τριάδα της μεταφυσικής ποίησης που υπερβαίνει τον όρο και τα όρια της χριστιανικής ποίησης. Η Χιωτέλλη είναι το χελιδόνι που προμηνύει την Άνοιξη.
Η Καίτη Χιωτέλλη κουβαλά τη δύναμη της πίστης, αλλά και την αμφιβολία που ελλοχεύει σε κάθε ανθρώπινη καρδιά, όταν την κυριεύει η απόλυτη λογοκρατία του νου, την ευαλωτότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, μα και τη βεβαιότητα της Ανάστασης. Πιστεύει στον Αναστάντα Χριστό και το διακηρύσσει με θάρρος ως άλλη απόστολος του μεγάλου Μηνύματος της Ζωής. Αυτό κουβαλά και πρεσβεύει και τούτος ο δισυπόστατος Τόμος των Απάντων1(εκδ. Ιωνάς, 2025), συναποτελούμενος από τις πρώτες εκδόσεις: Ανατολικοί δρόμοι (εκδ. Δίφρος, 1961) και Επιστρέφουν (εκδ. Εν Πλω, 2018).
Δύο οι ποιητικές συλλογές, δύο οι φύσεις, θεϊκή και ανθρώπινη, δύο οι υποστάσεις, γένεση και επιστροφή. Όλα υπάρχουν και συνυπάρχουν στον παρόντα Τόμο. Η ανθρώπινη κατάπτωση, μα και το μεγαλείο, η απελπισία, αλλά και η ελπίδα, η μνήμη και η λήθη, η φθορά και η αφθαρσία, η θλίψη και η χαρά. Υπάρχει η αγωνία, η προδοσία, το μαρτύριο, ο Σταυρός, η Ανάσταση. Μονάχα θάνατος δεν υπάρχει. Εκείνος παραμένει εξόριστος.
Γιατί η Ποίηση είναι σαν τον δημιουργό της, καθώς η Χιωτέλλη υπήρξε πολυδιάστατη και πολυπράγμων, αφού εργάστηκε και διέπρεψε σε διάφορους τομείς, όπως φανερώνουν οι σπουδές της και οι δράσεις της στη Φαρμακευτική στην Αθήνα και στη συνέχεια στη Γαλλική Φιλολογία, Φιλοσοφία και Νεοελληνική Λογοτεχνία στη Γενεύη. Παράλληλα, συνεργάστηκε και συμμετείχε σε πολλά συλλογικά έργα και στη συγγραφή βιβλίων Θρησκευτικών Γυμνασίου και Δημοτικού.
Υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Σκαπάνη και Σύνορο και ενεργό μέλος του Οικουμενικού Φόρουμ Ευρωπαίων Χριστιανών Γυναικών, αλλά και άλλων οικουμενικών πρωτοβουλιών, καθώς και συνεργάτρια επί σειρά ετών στο μεταφραστικό έργο της Βιβλικής Εταιρίας. Δίδαξε Νεοελληνική Λογοτεχνία στη Χριστιανική Ένωση Νεανίδων (Χ.Ε.Ν.), θεωρία και πράξη της μετάφρασης στο Κέντρο Μετάφρασης και Διερμηνείας στην Κέρκυρα και κατόπιν στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, ενώ από το 1977 ασχολήθηκε συστηματικά με τη μετάφραση της Αγίας Γραφής και κυρίως με θέματα ύφους και γλώσσας των ποιητικών της κειμένων.
Επομένως, η σχέση της ποιήτριας με τα ιερά κείμενα της Εκκλησίας δεν είναι απλώς επιδερμική, αλλά βαθιά ουσιαστική, σαν να αποτελούν την πηγή από την οποία αντλεί ζων ύδωρ. Η ποιήτρια και μεταφράστρια Καίτη Χιωτέλλη κοιμήθηκε –όπως συνηθίζουμε να λέμε στην ορθόδοξη παράδοση– στα 92 της χρόνια, αφήνοντάς μας ένα πλούσιο ποιητικό και μεταφραστικό έργο.
Μα η μεγαλύτερη κληρονομιά που μας χάρισε, είναι η ίδια η ευγένεια, το ήθος και η αρχοντιά της ψυχής της, η παραδοσιακή και ταυτόχρονα οικουμενική της ματιά και εν τέλει η ίδια της η άσβεστη έμπνευση από την υμνογραφία της Εκκλησίας, τη μεγάλη Ποίηση, καθώς κατά τον Μάνο Ελευθερίου: «διαβάζοντας ξανά τα ιερά κείμενα, τα οποία είναι ανυπέρβλητα, καταλαβαίνεις ας πούμε και τη μεγάλη ποίηση»2.
Την Ποίηση δεν μπορείς να την αναλύσεις, αλλά να την ψηλαφήσεις μονάχα. Τα χαρακτηριστικά της ποίησης της Καίτης Χιωτέλλη είναι η λυρικότητα, η μεταφυσική διάσταση, η υπαρξιακή αγωνία, η νοσταλγική θεώρηση, οι εικόνες νατουραλισμού και ο λόγος παρομοιώσεων, ο έχων βαθιές ρίζες βιβλικές, αντλώντας σταθερά από την καρδιά του Ευαγγελίου. Αλλού υπονοεί, αλλού μιλά ξεκάθαρα, ενώ η κορύφωση της συλλογιστικής και των κρυφών, αλλά και φανερών νοημάτων, υπάρχει σχεδόν πάντοτε στους τελευταίους στίχους κάθε ποιήματός της.
Σαν να γράφει η ποιήτρια το δικό της ευαγγέλιο, σαν να ζωντανεύει τη βιβλική αφήγηση ιδωμένη με τα δικά της μάτια, σαν να συνθέτει τους δικούς της Ψαλμούς, καθώς οι ευαγγελικές αναφορές και γενικότερα τα εκκλησιαστικά κείμενα που αξιοποιεί, μετουσιώνονται στην ποίησή της που προέρχεται από μια μακραίωνη παράδοση. Οι έντονες επιρροές από τον Βερίτη, ισορροπούν με εκείνες του Αλεξανδρινού Καβάφη στα ποιήματα Φυγή, Ο Ροβοάμ, Οι Σύμμαχοι, Του Ασώτου, Προσκυνήματα, Μυστράς κ.ά., ενώ οι ήρωές της μας θυμίζουν ορισμένες φορές εκείνους του Παπαδιαμάντη.
Το ταξίδι, ο δρόμος, η εκκίνηση και κυρίως η επιστροφή που συνάμα αποτελεί και σύμβολο της παραδείσιας κατάστασης, είναι μοτίβα της ποίησης της Χιωτέλλη και συναντώνται και στο ποίημα Aνατολικοί δρόμοι. Κι αυτοί οι δρόμοι είναι πάντα φωτεινοί κι αντανακλούν το φως! Γιατί από την Ανατολή έρχεται το φως και είναι ένα Φως ανέσπερο: Είναι κάτι δρόμοι ανατολικοί / δίχως διόλου σκιά. / Είναι κάτι δρόμοι / άσφαλτοι κάτω, όχι για να ’ναι πιο στρωτοί / μα για ν’ αντανακλούν του ήλιου την πύρα˙ Μονάχα εκείνοι σε φτάνουν στον προορισμό σου: Το πιο παράξενο είναι πως / οι δρόμοι οι ανατολικοί / μονάχα αυτοί στο τέρμα σου σε φέρνουν, / αν κάποτε, κάποια φορά έκανες την αρχή. / Πάροδοι δεν υπάρχουν. / Για σένα μένουν μόνο / οι δρόμοι οι ανατολικοί.
Η καθημερινότητα παρελαύνει στα ποιήματα Επάγγελμα πατρός, Μικρομάγαζα σ’ επαρχιακές πολιτείες και Χριστούγεννα στη γειτονιά, όπου οι ταπεινοί γίνονται μέτοχοι της θείας Χάρης, γευσάμενοι των ουρανίων μυστηρίων, ενώ η επιστροφή της μετάνοιας και η ασωτία ως αφορμή αγιότητας υπάρχουν στο ποίημα Του Ασώτου: Εκτός κι ήσουν και μένεις πάντα ο πρώτος γιος / κι ούτε τη γλύκα της επιστροφής δοκίμασες ποτές / ούτε και της μετάνοιας δάκρυα εγεύτης.
Η ποιήτρια ζητά απόκριση άμεση από τον ίδιο τον Θεό, ώστε να χαρίσει την αγιότητα στην πολύβουη πολιτεία στην Προσευχή της: Κύριε / χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας / αποκρίσου, ενώ η προσμονή και η ελπίδα αχνοφαίνονται στο Πάσχα Καινόν: Του Πάσχα στάζει ακόμα τ’ άσπρο το κερί / μικρή μια ελπίδα φτερουγά κι αναθαρρεί / Χριστός Ανέστη: και ν’ αρχίναε μια πορεία. Πορεία προσπάθειας επανεύρεσης της χαμένης αυτοσυνειδησίας, με την αναστάσιμη προσδοκία ν’ αναπνέει στην Τριλογία, εκεί όπου η γιορτή της Ανάστασης δεν τελειώνει ποτέ: Οι καινούργιοι μας δρόμοι –ευτυχώς– δεν τελειώνουν. / Κει πάνω, είναι μόνο σταθμός.
Τη φαρισαϊκή αυτοδικαίωση, αλλά και την κίβδηλη ταπείνωση έχουμε στο ποίημα Επί των γεγονότων: Θε μου συχώρεσέ μας τους αμαρτωλούς / που μήτε Φαρισαίοι σωστοί, μήτε Τελώνες είμαστε / μα ένα μείγμα ανίερο κι απ’ τα δυο. Στην Ένατη Ώρα –την ώρα του επί του Σταυρού θανάτου του Κυρίου– ο θάνατος παραμονεύει, όμως δεν έχει τον τελευταίο λόγο: Φαντάσματα, ζητιάνοι αγιάτρευτοι / διψασμένοι ως το θάνατο, ακόμα τώρα / πορφυρές που αναβρύζουν, ζεστές οι Πηγές της Ζωής / της Μεγάλης Παρασκευής την ένατη ώρα.
Γιατί αυτή η ώρα η ενάτη οδηγεί στη νοηματοδότηση της ζωής Ένα βράδυ: Πού να ξέρει / πως απόψε η απλότη μας κέρδισε / πως απόψε μας βρήκε / της Αγάπης το πλήρωμα / και πως τώρα μονάχα μιλήσαμε / στο Θεό. / Απόψε / που ζήσαμε. Είναι ο άνθρωπος καράβι που ταξιδεύει στο ποίημα Το καράβι: Και κάναν δέηση ως κι οι κάβοι / για το μεγάλο το καράβι / που σπαταλιέται στα ρηχά. Κι αναζητά το νόημα στην κάθε στιγμή στο ποίημα Η μέρα η άπιαστη: Την ώρα που εσύ βιάζεσαι να φύγεις, να βρεθείς / στην αποθέωση του δειλινού σου φωτοστέφανου / στην ακατάλυτη αλυσίδα που σε δένει / σε μιαν αιωνιότητα.
Στην Άνοιξη της ύπαρξης που: Κυλάει στη γη / μες στους σπόρους, / μες στα μνήματα των ανθρώπων / που προσμένουν Ανάσταση, καθώς το άνοιγμα της ύπαρξης κυριαρχεί στο Εωθινό κι εργάζεται Για το Χριστουγεννιάτικο τραγούδι, όπου αρκεί ακόμη και μία ελάχιστη σταγόνα από το Πνεύμα του Θεού για να κάνει την έρημο ν’ ανθίσει! Η ποιήτρια έρχεται σε διάλογο με τους προγόνους και την Κτίση στα ποιήματα Στον Παππού και Καλημέρα τριαντάφυλλο αντίστοιχα, ώστε στην Παράφραση, με αφορμή έναν στίχο της Γενέσεως3, να ποθεί την αποκατάσταση των πάντων, προσευχόμενη για ολάκερη την κτίση.
Ο Ανοιξιάτης άνεμος με τον δοξολογικό και αναστάσιμο λόγο του θυμίζει τον ηλιοπότη Ελύτη, με την ποιήτρια να γίνεται λεξιπλάστρια, όμως η Κυριακή της Χιωτέλλη είναι συννεφιασμένη σαν κι εκείνη του Τσιτσάνη, δίχως φωνή και φως, αφού καμπάνες δεν ηχούν και η χαρά η αναστάσιμη αγνοείται. Όμως, Το νανούρισμα της Παναγιάς που εκείνη συνθέτει –εν αντιθέσει με το ποίημα Οι πόνοι της Παναγιάς του Βάρναλη– είναι ένας τόπος δίχως Ιούδες και Πιλάτους, όπου τίποτα δεν μπορεί ν’ αγγίξει τον νεογέννητο Χριστό, καθώς η Μάνα εύχεται: του Ηρώδη η έχτρα ας μη γενεί σκιά στο μέτωπό σου / κι ας κρύψουν νυχτολούλουδα τ’ αγκάθια, το Σταυρό σου.
Η προτροπή της ποιήτριας είναι ξεκάθαρη: όλα να τα ζεις, αλλά να παραμένεις πάντα απροσκύνητος. Η δεύτερη εντολή πρεσβεύει την αγάπη στην ύλη, αλλά παράλληλα την απελευθέρωση από τον υλισμό: Να τα διαβάσεις όλα να τα δεις / όλα να τα γευτείς να τα χαρείς / και να τ’ αφήσεις απροσκύνητα. / Να προσπερνάς όχι αδιάφορος / μα αδούλωτος. Ο δικός της ψαλμός είναι Ψαλμός Διαφυγών για όλους όσους διψούν για φως και παλεύουν για εκείνο: Ας έρχονται σ’ αυτόν του κόσμου οι κοπιώντες / και πεφορτισμένοι / κι ας βρίσκουν στην πραότητα και στην ταπεινοσύνη του ανάπαυση. / Ας χαίρονται γι’ αυτόν όσοι τον θρίαμβο της αλήθειας / λαχταρούν / κι όσοι το φως απ’ το σκοτάδι προτιμούνε.
Όμως, καθένας εγκλωβίζεται στη δική του αυτάρεσκη παγίδα, όπως διαβάζουμε στην Πλάνη: Όταν στο τέλος καταλάβεις δίχως άλλο / πως μήτε η ασωτία σε σώζει / μήτε η «αγιότητα» / δε θα ’χεις τον καιρό ούτε για το ’να / ούτε για τ’ άλλο. Γι’ αυτό και η Αλφαβήτα της ποιήτριας έχει στη βάση της την ανατροπή κάθε άγονης κατεστημένης τάξης: Πρέπει να ᾽ρθει η θεία αταξία / άνεμος που σαρώνει / και γονιμοποιεί / να κάνει τα ψηφία σύμβολα: / άνθρωπος, ζωή, αγάπη, / Θεός, θάνατος.
Η προδοσία ελλοχεύει μέσα μας κάθε φορά που αναφωνούμε: «Ουκ οίδα τον άνθρωπον»: Κι έτσι καλύτερα που έλειψα / απ’ την αυλή εκεί του Αρχιερέα. / Γιατί ποιος ξέρει, αλήθεια, ως πού θα ᾽φτανα / αν δε λαλούσε και για μένα κάποιο ορνίθι, για να συναντήσει και πάλι την πορεία προς Εμμαούς στη Διάβαση: Η κουστωδία στάθηκε ανίσχυρη / μπρος στον πανάρχαιο λόγο. / Μέσα στο πρωτογεννημένο φως / σάλεψε η καινούργια ύπαρξή μου. / Αληθινά «Ζῇ Κύριος» / και ξαναζεί η ψυχή μου.
Ο Χρόνος –απαθής και ασυγκίνητος– μετρά τις άδειες θέσεις στο τραπέζι, με την ανθρωπολογία του Σταυρού στο ποίημα Έστω αμυδρά να οδηγεί στην επίγνωση: Τότε ήταν που σκέφτηκα πως ο Σταυρός / είν’ ένας άνθρωπος με απλωμένα χέρια και σε κοσμογονικές Ανακατατάξεις ανάμεσα στην κάθοδο και την άνοδο, την Άβυσσο και την Παράδεισο: Ανακατατάξεις ανατάσεων και καταπτώσεων: / Από τα ύψη ο εωσφόρος άγγελος / κατακρημνίζεται στα τάρταρα / κι απ’ τα κατώτατα της γης ανατέλλει / ο πρωτότοκος των νεκρών.
Στο επιτακτικό Πότε η Χώρα των Ζώντων είναι: Ο Κύριος της αγρύπνιας και του ύπνου / και του μνημείου του κενού. / Ο Κύριος του Είναι του παντοτινού. Και η συγκλονιστική πορεία Εις Δαμασκόν οδηγεί στην οντολογική μεταμόρφωση: Αυτό το φως που με τυφλώνει / Ποιος είσαι; Ακόμη και έρωτας των ανθρώπων είναι αναγωγικός προς Θεόν: Η σκέψη σου: Τόσο πολύ η σκέψη σου / μου ᾽γινε προσευχή / που οδηγήθηκα δι’ άλλης οδού / στο «ἀδιαλείπτως».
Για τη Χιωτέλλη ο Ποιητής περιφρονεί: τις ματαιότητες του κόσμου των φρονίμων και στο Εξόδιο το χώμα που σκεπάζει τον κεκοιμημένο είναι γεμάτο από ρίζες και σπόρους που κυοφορούν την Ανάσταση και το τέλος της φθοράς: Κι ωστόσο μες στα μνήματα / η αποσύνθεση μετρούσε τις στιγμές / που τη χωρίζουν από την Ανάσταση. Εκεί όπου όλα γίνονται καινά στην Καινούργια αρχή: Και να που έτοιμους και πάλι θα μας δεις / να πούμε το «παρών». / Τα σχέδιά Σου θα εκτελεστούν / ως την ελάχιστή τους λεπτομέρεια. / Τα σχέδια που χάραξες μ’ ένα Καρφί / στου Μαρτυρίου το Δρόμο, / τώρα που έσβησες μ’ αιμάτινο Σφουγγάρι τα παλιά.
Κατά τον βαθύτατο γνώστη και ταπεινό προσκυνητή της ποιήσεως της Χιωτέλλη, π. Θεοδόσιο Μαρτζούχο: «Σ’ όλη της την ζωή, μ’ όλη της την ζωή, η Καίτη “στεριώνει με καρφιά και δόντια την ελπίδα”. Δεν γράφει, ούτε για να γράφει, ούτε για να την μνημονεύουν υστερότερα ομότεχνοι»4. Γράφει με πάθος και δίχως φόβο προς χάριν της αλήθειας. Για τούτο και χαρακτηρίζεται ως χαγίλ, δηλαδή άξια, από τον Θανάση Παπαθανασίου στο Επίμετρό του: «Η ποίηση της Χιωτέλλη αποπνέει δίψα άσβεστη και πείνα ακόρεστη για τα ουσιώδη του ανθρώπου, για τη λαχτάρα τους ή για την απώλειά τους, εν τέλει για το ανολοκλήρωτο»5. Και η ουσία αυτή είναι ο ίδιος ο Χριστός.
Το αν της αμφιβολίας κυριαρχεί στο ποίημα Αν είμαι…: Αν είμαι ποιητής / δεν είμαι, φυσικά, γι’ αυτά που γράφω. […] Για το μυρμήγκι, ας πούμε, που δε σκότωσα / για το μικρό λουλούδι που δεν έκοψα… / Για κάτι τέτοια τιποτένια ασήμαντα / είμαι –στ’ αλήθεια αν είμαι– ποιητής. Εδώ η ποιήτριά μας ακολουθεί ακούσια και συνάμα εκούσια τη σκέψη του αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου όταν λέγει πως, «Για να γίνει κανείς χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής. “Χοντρές” ψυχές κοντά Του ο Χριστός δεν θέλει. Ο χριστιανός, έστω και μόνο όταν αγαπάει, είναι ποιητής, είναι μές στην ποίηση. Την αγάπη ποιητικές καρδιές την ενστερνίζονται, τη βάζουν μέσα στην καρδιά τους, την αγκαλιάζουν, τη νιώθουν βαθιά»6.
Η Ποίηση αποτελεί έκφραση αλήθειας και ομορφιάς που φωτίζει τα σκοτάδια του κόσμου, όπως θα ομολογήσει η ομότεχνη της Χιωτέλλη, Κική Δημουλά: «Πιστεύω ότι η Ποίηση βοηθάει όσο το κερί που ανάβουμε μπαίνοντας σε ένα έρημο, καταργημένο ξωκκλήσι, με φευγάτους όλους τους αγίους. Ωφελεί όσους την αγαπούν, επειδή βρίσκουν εντός της μικρά κομματάκια από σκισμένες φωτογραφίες του ψυχισμού τους. […] Τέλος ωφελεί όσο μια παυσίπονη σταγόνα η Ποίηση, σε έναν ωκεανό λύπης. Δεν είναι λίγο»7.
Τη γνωρίζει αυτήν την αλήθεια η Χιωτέλλη και προσδοκά της Ανάστασης τη συνάντηση στο ποίημα Αντάμωμα: Κάποτε κάπου πρέπει ν’ ανταμώσουμε / δε θα ενδώσουμε / στις προσταγές του χώρου και του χρόνου / του νόμου και του φόβου των σκιών / κάπως αέρινα κάπως πιο πάνω / όπως ταιριάζει σε ανθρώπους που ματώσανε / χωρίς λύπηση για τον εαυτό τους / χωρίς χάδι και λόγους παρηγορητικούς / μονάχη έγνοια μας να μην ενδώσουμε / σε ευτελείς ανάξιες αξιώσεις / για να μπορέσουμε έτσι μια φορά / κάποτε κάπου ωραία ν’ ανταμώσουμε.
Δρ Μαρία Χατζηαποστόλου
Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.
- Βλ. Καίτης Χιωτέλλη, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1961-2018, Επίμετρο Θανάση N. Παπαθανασίου, εκδ. Ιωνάς, Αθήνα 2025. ↩︎
- Βλ. Ο Μάνος Ελευθερίου στις Συναντήσεις του Λευτέρη Παπαδόπουλου, ΕΡΤ, 28/6/2008 και 12/7/2008. Πηγή: ERT.GR ↩︎
- Γέν. 18, 23-33. ↩︎
- Βλ. π. Θεοδοσίου Μαρτζούχου, Εις μνήμην Καίτης Χιωτέλλη, Αντίφωνο, 7/7/2020. Πηγή: antifono.gr ↩︎
- Βλ. Καίτη Χ…, όπως… Χαγίλ!, Επίμετρο Θανάση N. Παπαθανασίου στον Τόμο Καίτης Χιωτέλλη, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1961-2018, εκδ. Ιωνάς, Αθήνα 2025, σσ. 225-232. ↩︎
- Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι, εκδ. Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, Χανιά 2015, σσ. 503-504. ↩︎
- Κικής Δημουλά, Ο φιλοπαίγμων μύθος, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2004, σσ. 25-26. ↩︎
Θεματολογικές ετικέτες