Κατήχηση

Δεν γίνεται να υπηρετείς 2 αφεντάδες

Γ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

«Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. 6,22-33)

Αδελφοί μου,

Υπάρχει ένα περιστατικό από τη ζωή του Ιουλίου Καίσαρα, από το οποίο προήλθε η γνωστή περίφημη φράση: «Η γυναίκα του Καίσαρα δεν πρέπει μόνο να είναι τίμια, αλλά και να φαίνεται τίμια». Κατά την εορτή των Σατουρναλίων, μια γιορτή των Ρωμαίων κατά την οποία απαγορευόταν να κυκλοφορούν οι άντρες, τελούνταν μια θρησκευτική τελετή στο σπίτι του Καίσαρα. Εκεί παρευρέθηκε μεταμφιεσμένος σε γυναίκα ένας νεαρός αριστοκράτης, ο Κλαύδιος, ο οποίος πάντα κατά το κουτσομπολιό της εποχής, το έκανε για να συνευρεθεί με τη σύζυγο του Καίσαρα, την Πομπηία, με την οποία διατηρούσε σχέσεις. Αν και δεν αποδείχθηκε τίποτε εναντίον της, ο Καίσαρας αποφάσισε να τη χωρίσει. Όταν τον ρώτησαν γιατί, αφού δεν υπήρχε απόδειξη ενοχής, εκείνος απάντησε ότι: Η γυναίκα του Καίσαρα δεν φτάνει να είναι τίμια· πρέπει και να φαίνεται.

Το περιστατικό αυτό έρχεται στο νου τις τελευταίες ημέρες, καθώς παρακολουθούμε τις δημόσιες συζητήσεις και τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν γύρω από το θέμα των αποδοχών των αρχιερέων. Και γεννιέται ένα ερώτημα: Πώς ακούγονται σήμερα τα λόγια του Ευαγγελίου δίπλα στις πράξεις μας; Πώς ακούγεται το «μη μεριμνάτε» δίπλα στις αγωνίες μας για οικονομικές διευθετήσεις; Πώς ακούγεται το «κανείς δεν μπορεί να υπηρετεί δύο αφέντες» μέσα σε έναν κόσμο όπου πολλές φορές ο κληρικός κινδυνεύει να δίνει την εντύπωση ότι ενδιαφέρεται περισσότερο για τα γήινα παρά για τα ουράνια;

Δεν το λέμε αυτό για να κατακρίνουμε πρόσωπα. Η κατάκριση δεν σώζει κανέναν. Όμως η αυτοκριτική είναι αναγκαία για όλους. Και πρώτα απ’ όλα για όσους έχουμε ευθύνη μέσα στην Εκκλησία.

Διότι η Εκκλησία δεν είναι ένας απρόσωπος θεσμός. Δεν είναι ένα διοικητικό σχήμα. Δεν είναι ένα σύνολο νόμων, κανονισμών και υπηρεσιών. Η Εκκλησία είναι τα πρόσωπα. Είναι οι άνθρωποι που τους κάλεσε ο Χριστός. Είναι οι επίσκοποι, οι ιερείς, οι μοναχοί και οι λαϊκοί χριστιανοί που αγωνίζονται να γίνουν το Σώμα Του μέσα στον κόσμο. 

Α. Το σημερινό Ευαγγέλιο αρχίζει με μια εικόνα καίρια και συγκλονιστική: «Ο λύχνος του σώματος είναι ο οφθαλμός», δηλαδή το μάτι της ψυχής. Εκείνο με το οποίο βλέπουμε τα πράγματα. Εκείνο που καθορίζει τις προτεραιότητές μας.

Όταν το βλέμμα του ανθρώπου είναι καθαρό, όλη του η ζωή φωτίζεται. Όταν όμως το βλέμμα θολώνει, τότε και η ζωή σκοτεινιάζει. Ο Χριστός εννοεί φυσικά το μάτι του εσωτερικού ανθρώπου.

Το ερώτημα λοιπόν είναι: πού “κοιτάζει” η καρδιά μας;

Προς τη Βασιλεία του Θεού ή προς τις γήινες εξασφαλίσεις;

Προς τον Σταυρό ή προς την άνεση;

Προς τη διακονία ή προς τα προνόμια;

Αυτά αφορούν όλους μας.

Όλοι έχουμε την τάση να δικαιολογούμε τον εαυτό μας και να ζητούμε από τους άλλους εκείνα που εμείς δεν εφαρμόζουμε.

Όμως ο Χριστός ζητά ενότητα και συνέπεια… λόγων και έργων. Ζητάει αλήθεια ζωής.

Ο κόσμος σήμερα δεν σκανδαλίζεται τόσο από τις αδυναμίες μας όσο από τις υποκρισίες μας. Δεν περιμένει από εμάς να είμαστε αναμάρτητοι. Περιμένει να είμαστε ειλικρινείς. Περιμένει να βλέπει μια ζωή που να συμφωνεί με το Ευαγγέλιο που κηρύσσουμε.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η δύναμη και η ευθύνη της Εκκλησίας.

Ο Χριστός μάς κάλεσε να γίνουμε φως.

Το φως δεν διαφημίζει τον εαυτό του. Απλώς φωτίζει.

Το κερί δεν κάνει θόρυβο. Καίγεται.

Ο άγιος δεν επιβάλλεται. Μαρτυρεί.

Η Εκκλησία κέρδισε τον κόσμο όχι όταν είχε δύναμη και πλούτο, αλλά όταν είχε αγιότητα. Όχι όταν διέθετε εξουσία, αλλά όταν διέθετε μάρτυρες. Όχι όταν προκαλούσε θαυμασμό για τα μεγέθη της, αλλά όταν γεννούσε ανθρώπους που αγαπούσαν τον Χριστό περισσότερο από τον εαυτό τους.

Β. Γι’ αυτό και το δεύτερο μήνυμα του σημερινού Ευαγγελίου είναι εξαιρετικά επίκαιρο: «κανείς δεν μπορεί να υπηρετεί δύο αφέντες».

Δεν μπορούμε να υπηρετούμε συγχρόνως τον Θεό και το πνεύμα του κόσμου.

Να μιλούμε για θυσία και να επιδιώκουμε διαρκώς την άνεση.

Να κηρύττουμε την ακτημοσύνη και να δίνουμε την εντύπωση ότι μας απασχολούν πρωτίστως οι οικονομικές απολαβές.

Να καλούμε τους ανθρώπους στην εμπιστοσύνη προς τον Θεό, όταν εμείς πρώτοι δείχνουμε ότι στηριζόμαστε κυρίως στις ανθρώπινες εξασφαλίσεις.

Φυσικά, η Εκκλησία δεν ζητεί από τους ανθρώπους να περιφρονούν τις βιοτικές ανάγκες. Ούτε το Ευαγγέλιο διδάσκει μια ανεύθυνη αδιαφορία για τη ζωή. Ο Χριστός δεν λέει να μην εργαζόμαστε. Δεν λέει να μην προνοούμε. Δεν λέει να μην οργανώνουμε τη ζωή μας. Απαιτεί απλώς να μη γίνουν αυτά ο κύριος σκοπός της υπάρξεώς μας.

Η μέριμνα γίνεται αμαρτία, όταν καταλαμβάνει τη θέση της εμπιστοσύνης στον Θεό.

Η ασφάλεια γίνεται είδωλο, όταν παίρνει τη θέση της πίστεως.

Και ο πλούτος γίνεται τύραννος, όταν κυριαρχεί στην καρδιά.

Γι’ αυτό ο Κύριος μάς δείχνει τα πουλιά του ουρανού και τα κρίνα του αγρού. Δεν μας διδάσκει βιολογία. Μας διδάσκει θεολογία. Μας λέει: Κοιτάξτε τη δημιουργία. Όλα ζουν μέσα στην πρόνοια του Θεού. Μόνο ο άνθρωπος βασανίζεται επειδή θέλει να κρατήσει τη ζωή στα χέρια του και δυσκολεύεται να την εμπιστευθεί στα χέρια του Πατέρα.

Το μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι οικονομικό. Είναι πνευματικό.

Χάσαμε την εμπιστοσύνη.

Πιστεύουμε περισσότερο στους τραπεζικούς λογαριασμούς μας, παρά στον Θεό.

Περισσότερο στις δομές, παρά στη Χάρη.

Περισσότερο στους ανθρώπινους σχεδιασμούς, παρά στην πρόνοια του Πατέρα.

Και έτσι γεμίσαμε άγχος, φόβο, ανασφάλεια.

Γ. Το Ευαγγέλιο όμως τελειώνει με μία φράση που αποτελεί την πυξίδα της χριστιανικής ζωής: «Πρῶτο καί κύριο αἴτημά σας, νά ἔχετε, νά σᾶς δώσει ὁ Θεός τήν βασιλεία Του καί τό ἔλεός Του».

Πρώτα η Βασιλεία.

Όχι δεύτερη.

Όχι όταν περισσεύει χρόνος.

Όχι όταν λυθούν τα υπόλοιπα προβλήματα.

Αν αυτό το «πρώτα» χαθεί, όλα μπαίνουν σε λάθος θέση.

Αν όμως αυτό το «πρώτα» μείνει ζωντανό, τότε ακόμη και οι δυσκολίες αποκτούν νόημα.

Αδελφοί μου,

Ο κόσμος δεν θέλει από την Εκκλησία να είναι πλούσια και ισχυρή. Περιμένει να είναι αληθινή.

Δεν περιμένει να δει κληρικούς ισχυρούς παράγοντες. Περιμένει να δει μαθητές του Χριστού.

Δεν περιμένει να ακούσει ωραία λόγια. Περιμένει να δει φωτισμένες ζωές.

Ας αρχίσουμε λοιπόν από τον εαυτό μας. Ας καθαρίσουμε το βλέμμα της καρδιάς μας. Ας ζήσουμε με συνέπεια λόγων και έργων. Ας πάψουμε να υπηρετούμε δύο κυρίους.

Και τότε η Εκκλησία θα συνεχίσει να είναι αυτό που πάντοτε ήταν στις πιο φωτεινές στιγμές της ιστορίας της: όχι ένας θεσμός που επιβάλλεται, αλλά ένα φως που ελκύει· όχι μια δύναμη του κόσμου, αλλά μια μαρτυρία της Βασιλείας του Θεού.

Αμήν.