Γενικού ενδιαφέροντος

Πώς συνεχίζουμε να ζούμε μετά από μια αυτοκτονία;

Η Καθημερινή, 7 Ιουνίου 2026

Η ταινία Κοντινένταλ ’25 (2025) του Ρουμάνου σκηνοθέτη Ράντου Ζούντε (γενν. 1977), που προβλήθηκε και στη χώρα μας, παραπέμπει και συνομιλεί με την ταινία Ευρώπη ’51 (1952) του Ροσελλίνι. Η Ορσόλια εργάζεται ως δικαστική επιμελήτρια στην πόλη Κλουζ της Τρανσυλβανίας, μέλος της ουγγρικής μειονότητας αλλά παντρεμένη με Ρουμάνο. Στην ίδια πόλη ζει, στο υπόγειο λεβητοστάσιο ενός κτιρίου, και ο παλιός αθλητής και βαλκανιονίκης Ίον, παραλοϊσμένος κλοσάρ, ζητιάνος, αλκοολικός. Ο νέος ιδιοκτήτης του κτιρίου, μια αυστριακή εταιρεία real estate, του κάνει έξωση, γιατί πρόκειται να χτίσει εκεί πολυτελές ξενοδοχείο. Η Ορσόλια έχει επιδώσει στον Ίον το σχετικό έγγραφο, του έχει δώσει μάλιστα και μια μικρή παράταση, ο Ίον όμως δεν έχει συμμορφωθεί, και εκείνη ξαναπηγαίνει τώρα, με τη συνοδεία χωροφυλάκων και κλειδαρά, για να εκτελέσει την έξωση. Του προτείνει να πάει σε ίδρυμα, ο Ίον αρνείται, και ζητάει να τον αφήσουν λίγα λεπτά μόνο του για να μαζέψει τα πράγματά του. Όταν η επιμελήτρια και οι χωροφύλακες επιστρέφουν, τον βρίσκουν νεκρό: έχει αυτοκτονήσει με ένα σύρμα, που έδεσε στο καλοριφέρ. Η καλόκαρδη Ορσόλια αισθάνεται ένοχη για τον θάνατό του, θεωρεί ότι εκείνη ουσιαστικά φταίει, και ας μην έχει τυπικά καμία νομική ευθύνη. Ετοιμαζόταν για διακοπές οικογενειακώς στη Σκιάθο, αλλά τώρα δεν μπορεί να ακολουθήσει.

     Η Ορσόλια θα εξομολογηθεί το πρόβλημά της στη φίλη της Ντορίνα, που και εκείνη νιώθει ενοχές για την ενόχλησή της από έναν άστεγο που ζούσε δίπλα στο σπίτι της, επειδή αφόδευε εκεί και βρομούσε. Η Ντορίνα είναι μέλος μιας ΜΚΟ για τους Ρομά, η Ορσόλια δίνει χρήματα για τους σκοπούς της, αλλά δεν θα πάει να δει το άρρωστο παιδάκι. Μια δεύτερη τυχαία συνάντηση (που διαρκεί, ας προσθέσω, υπερβολικά), είναι με έναν παλιό φοιτητή της, όταν δίδασκε στη Νομική, και κατά την οποία η Ορσόλια θα αφεθεί να ξεδώσει πολλαπλώς. Τρίτη και καθοριστική συνάντηση και συζήτησή της είναι με έναν Ορθόδοξο ιερέα, τον πνευματικό της, που δεν καταλαβαίνει τίποτε από την ψυχική κατάστασή της, αλλά δακτυλοδεικτεί ταμπουρωμένος πίσω από χωρία της Αγίας Γραφής. Θέλει και αυτός να την απαλλάξει από την ενοχή, «δεν του πέρασες εσύ τη θηλιά στο λαιμό», της λέει, και δεν της επιτρέπει τη διατύπωση ότι ο Ίον πέθανε, πρέπει να λέει με ακρίβεια ότι αυτοκτόνησε, δηλαδή ότι διέπραξε την ύψιστη αμαρτία.

     Μετά από τη συζήτησή της με τον ιερέα η Ορσόλια αποφασίζει να πάει να συναντήσει την οικογένειά της στις διακοπές. Έχει πλέον πάρει την επίσημη, σχεδόν θεϊκή, διαβεβαίωση ότι δεν ευθύνεται για τον θάνατο του Ίον, και η ζωή, που είναι συχνά πιο αδυσώπητη και από τον θάνατο, πρέπει, καταπώς λέμε, να συνεχιστεί (με λίγες μικροαλλαγές ενδεχομένως). Αντί όμως να δούμε στο τέλος της ταινίας το ταξίδι της Ορσόλιας στην Ελλάδα, βλέπουμε μόνο γερανούς και κτίρια, γιαπιά και νεόδμητα, με εκατοντάδες διαμερίσματα, όπου χιλιάδες άνθρωποι θα ζήσουν και θα χαρούν τις ανέσεις τους. Μόνο για τον άτυχο Ίον δεν βρέθηκε μια κάμαρα, μια τρύπα, για να ζήσει και αυτός! «Οι κατασκευαστικές κυβερνούν τη Ρουμανία και η κωλοδουλειά μου είναι να βοηθάω αυτούς τους αλήτες» λέει κάποια στιγμή η Ορσόλια.

     Στην Ευρώπη ’51, η Ειρήνη, μια ελαφρόμυαλη Αμερικανίδα μεγαλοαστή, ζει από δεξίωση σε δεξίωση, ως τη στιγμή που αυτοκτονεί ο παραμελημένος μικρός γιος της (πέφτει από την εσωτερική σκάλα του σπιτιού, χειρουργείται αλλά πεθαίνει μετά από εμβολή). Η ζωή της Ειρήνης (την υποδύεται η έκπαγλη Ίνγκριντ Μπέργκμαν) αλλάζει ριζικά μετά από την αυτοκτονία του παιδιού, γνωρίζει έναν κόσμο που αγνοούσε ότι υπάρχει, τον κόσμο των φτωχών και των απόκληρων, και αποφασίζει όχι να τους καλλιεργήσει την ταξική συνείδηση, όπως της προτείνει ο κομμουνιστής Αντρέας, αλλά να σταθεί πλάι τους, με αγάπη και χαρά, και να τους συντρέξει με τα ίδια της τα χέρια. Θα συμπαρασταθεί στους φτωχούς μέσα στα φτωχοκάλυβά τους, θα σταθεί δίπλα στην πόρνη που πεθαίνει από φυματίωση, θα προφυλάξει τον νεαρό ληστή από τη σύλληψη (ο οποίος αργότερα θα παραδοθεί μόνος του). Το γεγονός πάντως αυτό θα την οδηγήσει στη Δικαιοσύνη και από εκεί, προς αποφυγή σκανδάλου, στο Ψυχιατρείο. Η Ειρήνη μετά τον θάνατο του παιδιού τους δεν αρκείται σε μια αγάπη που περιορίζεται στους δικούς μας, θέλει να χαίρεται, να κλαίει και να απελπίζεται μαζί με τους άλλους! «Μόνο όποιος δεν έχει τόπο μπορεί να βρεθεί στον τόπο των άλλων», θα πει στους ποικιλώνυμους κριτές της, δηλαδή ο άγιος. Η Ειρήνη είναι αγία! Ο Ροσελλίνι έλεγε ότι είναι πνευματική αδερφή της Σιμόν Βέιλ. Ο άγιος όμως είναι ένα πολύ άβολο πρόσωπο μέσα στον κόσμο. Οι πάντες, ο άντρας της, η μάνα της, δικαστές, αστυνομικοί, ψυχίατροι, παπάδες, θεωρούν την Ειρήνη τρελή. Μόνο οι απόκληροι θα κραυγάσουν στο τέλος, ατενίζοντάς την πίσω από τα κάγκελα του ψυχιατρείου: «Είναι αγία, είναι αγία»!

     Η μεταφασιστική Ιταλία του Ροσελλίνι και η μετακομμουνσιτική Ρουμανία του Ζούντε έχουν τεράστιες διαφορές, παντού όμως παθαίνουν άνθρωποι, κάποτε από το ίδιο τους το χέρι. Η μεγάλη διαφορά ωστόσο ανάμεσα στις δύο ταινίες δεν αφορά τις κοινωνικές συνθήκες αλλά το πρόσωπο των δύο ηρωίδων: η Ορσόλια δίνει χρήματα για να βοηθήσει, η Ειρήνη βοηθάει με τα χέρια της, η Ορσόλια μένει μακριά από τη δυστυχία, η Ειρήνη πάει και τη βρίσκει, η Ορσόλια θέλει να προφυλάξει τον εαυτό της από το βάρος της ενοχής, ενώ η Ειρήνη δεν αυτοπροστατεύεται. Γι’ αυτό και η Ορσόλια θα φύγει για διακοπές, ενώ η Ειρήνη θα μείνει ολομόναχη πίσω από τα κάγκελα του Ψυχιατρείου.

Αναδημοσίευση από https://stavroszoumboulakis.blog/2026/06/07/%CF%80%CF%8E%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%87%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5-%CE%BD%CE%B1-%CE%B6%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B1/