Γενικού ενδιαφέροντος

Τραύμα, αφασία, μελαγχολία: χαρακτηριστικά της εκκλησιαστικής ζωής στη Μεταπολίτευση

π. ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΓΚΑΝΑΣ

Άρθρο στη “Σύναξη”, Τεύχος 174 (Απρίλιος-Ιούνιος 2025)

«Κι αυτοί που θα ’ταν δρόμος γίναν δάκρυ».1

Διονύσης Καψάλης

«Μεταπολίτευση το λένε κι είναι χάλια».2

Διονύσης Σαββόπουλος

 «Τι γυρεύουμε εμείς μέσα στη νύχτα των άλλων;»3

Τρύπες

Η επτάχρονη δικτατορία έριξε στην εκκλησιαστική ζωή μια βαριά σκιά από την οποία ο κόσμος της εκκλησίας δεν έχει κατορθώσει ακόμα να βγει.  

Προκειμένου να βρούμε τις βαθύτερες αιτίες γι’ αυτή την αδυναμία εξόδου θεωρούμε πως πρέπει να στραφούμε στο χώρο της «ψυχικής οικονομίας». Αν η εμπειρία της δικτατορίας υπήρξε συνολικά μια πληγή για τη ζωή του τόπου, για το σώμα των πιστών συνιστούσε μια ιδιάζουσα εμπειρία που δεν έτυχε της επεξεργασίας που απαιτούνταν για να ξεπεραστεί και να θεραπευτεί. Χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της ψυχολογίας, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως η συμπόρευση της εκκλησίας με τη δικτατορία οδήγησε σε ένα ανεπεξέργαστο πένθος.

Οι περισσότεροι εκ των μελών της εκκλησίας παρέμειναν στο πρώτο στάδιο του πένθους, αυτό της άρνησης. Έτσι όταν το 1974 η εκκλησία βίωσε μια εμπειρία Παλινόρθωσης, και όχι Μεταπολίτευσης 4, (σχεδόν) οι πάντες ήταν έτοιμοι να συνεχίσουν τη ζωή τους σαν να μη είχε συμβεί τίποτα.

Κάποιοι, λίγοι, μπόρεσαν να φτάσουν στο δεύτερο στάδιο του πένθους, αυτό του θυμού. Ήταν εκείνοι που, επιστρέφοντας στα αιτήματα της θεολογίας του ’60, άσκησαν δριμύτατη κριτική στο εκκλησιαστικό κατεστημένο με τον τρόπο του οργισμένου εφήβου μπροστά στον ανάλγητο-αδιάφορο πατέρα. Το πέρασμα του χρόνου δεν φαίνεται να οδήγησε ούτε στην ενηλικίωση των εφήβων ούτε στη μείωση της αναλγησίας-αδιαφορίας του πατρός… Ελάχιστοι έφτασαν στα στάδια της διαπραγμάτευσης, της κατάθλιψης, της αποδοχής. 

Η καθήλωση στην άρνηση οδήγησε στην αδυναμία απάντησης σε κρίσιμα ερωτήματα. Πώς ήταν δυνατόν  ένας πανεπιστημιακός καθηγητής του Κανονικού Δικαίου  να εκλεγεί Αρχιεπίσκοπος και να διοικήσει την εκκλησία επί έξι χρόνια με τον πιο αντικανονικό τρόπο (την Αριστίνδην Σύνοδο); Πώς ήταν δυνατόν ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος ο Α΄ να έχει ως στενούς συνεργάτες του πρόσωπα που η μεταπολιτευτική ζωή εντέλει είτε καθαγίασε, αν και δεν θεώρησε άξια να γίνουν μέλη της ελλαδικής ιεραρχίας χωρίς καν να χρειάζεται να εξηγηθεί το παράδοξο (οι επίσκοποι Αναστάσιος Γιαννουλάτος και Δημήτριος Τρακατέλλης)  είτε πρόβαλε ως παραδείγματα πολιτικοκοινωνικού προοδευτισμού (Σάββας Αγουρίδης); Πώς ήταν δυνατόν ο πανεπιστημιακός καθηγητής που μετέφρασε και συνέβαλε στην προβολή και καταξίωση του παλαμικού έργου στην ορθόδοξη θεολογία να γίνει υπουργός Παιδείας της στυγνής δικτατορίας Ιωαννίδη (Παναγιώτης Χρήστου); Και προπαντός, πώς ήταν δυνατόν η εκκλησιαστική ηγεσία να πιστέψει πως η δικτατορία θα μπορούσε να αναχθεί σε  ευκαιρία μιας γενναίας μεταρρύθμισης της εκκλησιαστικής ζωής κι ενός επανευαγγελισμού των πιστών;5

Προκρίθηκε μια εμβαλωματική λύση: ο περιορισμός της συζήτησης  στο επίπεδο της  νομής της εξουσίας και μόνο. Το μοναδικό θέμα που συζητήθηκε στα χρόνια της Μεταπολίτευσης στον εκκλησιαστικό χώρο, και μάλιστα ad nauseam, ήταν αυτό της απομάκρυνσης των δώδεκα Μητροπολιτών. Ακόμα και σε πρόσφατους συλλογικούς τόμους που συζητούν τις συνέπειες της δικτατορίας το κεφάλαιο που αφορά την εκκλησία εξαντλείται στο θέμα της νομοκανονικής εκτροπής και του αυταρχικού χαρακτήρα της Ιεραρχίας. 6

Η δικτατορία όμως (όπως και η προηγηθείσα περίοδος του εμφυλίου, ο μακρύς τριακονταετής εμφύλιος 1944-1974, όπως τον ονόμασε προσφυώς ο Αλέξανδρος Κοτζιάς) συνιστά για τη εκκλησία ένα παρελθόν που αρνείται να  παρέλθει. Στα πλαίσια αυτής της σύντομης ανάλυσης δεν θα εξετάσουμε τα γεγονότα, που είναι γνωστά, αλλά θα εξερευνήσουμε την ψυχολογική και συμβολική διάστασή τους. Πιο συγκεκριμένα, θα περιγράψουμε τα χαρακτηριστικά της εκκλησιαστικής ζωής στη Μεταπολίτευση μέσα από τι έννοιες του τραύματος,  της αφασίας, και της μελαγχολίας.  

*

Δεν ήταν εύκολο να είσαι συνειδητός χριστιανός στα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Ένιωθες πως γύρω σου θρασομανούσε μια γιορτή στην οποία δεν ήσουν καλεσμένος ή δεν ήθελες καν να πάρεις μέρος. Στο βαθμό που η Μεταπολίτευση έγινε το μέσο μεταλαμπάδευσης των αξιών της πολιτισμικής επανάστασης που συγκλόνισε τη Δύση στη δεκαετία το 1960, οι χριστιανοί ένιωθαν πως τους «έδιωχναν τα πράγματα». Τα λόγια ενός συγγραφέα, αναφερόμενα σε μια εντελώς άλλη περίσταση, μοιάζουν εδώ απολύτως ταιριαστά για τους χριστιανούς νέους της εποχής: «Ήταν μια εποχή όπου οι νέοι της ηλικίας μου δεν αντιλαμβανόμασταν πόσο πολύ βρισκόμασταν στο περιθώριο, πόσο απουσιάζαμε από μια ιδιαίτερα δραματική Ιστορία που εκτυλισσόταν γύρω μας, γιατί κι αυτή ακόμα την Ιστορία τη συλλαμβάναμε από μακριά, με μια πνευματική αποστασιοποίηση»7 Η γιορτή της Μεταπολίτευσης συνιστούσε για τους χριστιανούς μια νύχτα στην οποία δεν ήθελαν να βρίσκονται.

Το τραύμα συνοδευόταν από ένα μίγμα ντροπής και ενοχής που δεν αφορούσε μόνο τους χριστιανούς. Βγαίνοντας από τη δικτατορία, η ελληνική κοινωνία όφειλε να αναρωτηθεί και να μιλήσει για τη δύναμη του κακού που για μια ακόμα φορά είχε μολύνει το κοινωνικό σώμα. Δεν μπόρεσε να το κάνει όμως. Δεν θέλησε να παραδεχθεί πως είχε κατά κάποιο τρόπο αμαρτήσει.8 «Το να μεγαλώνεις σε μια χώρα ανελεύθερη μοιάζει με το να μεγαλώνεις σε μια κακοποιητική οικογένεια, μπορεί να προκαλέσει την ίδια (παράλογη) ενοχή. Κάπου έφταιξες που δεν μπόρεσες να το σταματήσεις».9

Και καθώς δεν μπορούσε να εντοπιστεί το αμάρτημα, η ενοχή διολίσθησε στη ντροπή. Αν το εκκοσμικευμένο μέρος της κοινωνίας μπόρεσε και εκτόνωσε την ντροπή μέσα στο κλίμα της περιρρέουσας γιορτής οι χριστιανοί δεν είχαν κάτι για να γιορτάσουν. Μια βουβή, συχνά ασυνείδητη, ντροπή στάλαζε στη συνείδησή τους. Μια ντροπή που δεν τη γεννούσε μόνο η εσωτερική ενοχή, αλλά και το επικριτικό βλέμμα των άλλων. Στο βαθμό που οι χριστιανοί δεν συμμερίζονταν τις αξίες και τα προτάγματα της πολιτισμικής επανάστασης εγκαλούνταν για μια ακόμα φορά με την κατηγορία πως βρίσκονται στη λάθος μεριά της ιστορίας. 

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος, ως ευαίσθητος σεισμογράφος, κατέγραψε αυτούς τους κραδασμούς του κοινωνικού σώματος: «Προσπερνάει μια μικρή εκκλησία που στέκει ξεκάρφωτη στην άκρη του γκρεμού […] [Τ]ης έρχεται να κάνει το σταυρό της και δεν τον κάνει γιατί ντρέπεται, χιλιάδες φίλοι μέσα της της λένε να μην το κάνει, τι νόημα έχει αυτό που κάνει, το κάνει χωρίς να το εννοεί, δεν είναι του επιπέδου της να κάνει το σταυρό της, αυτό το κάνουν άνθρωποι που δεν σκέφτονται τι νόημα έχει αυτό που κάνουν. Χιλιάδες φίλοι ψιθυρίζουν μέσα της ότι είναι μεγάλο ατόπημα να κάνεις το σταυρό σου, είναι υποκρισία, είναι αμαρτία, είναι κακό σημάδι, είναι αίσχος, είναι μαλακία, είναι ανοησία, είναι γελοίο, είναι ηλίθιο, είναι τρέλα, είναι μεγάλη υποχώρηση, μην το κάνεις αυτό το πράγμα, Ρέα Φραντζή, το κάνεις χωρίς να το εννοείς. Αυτή την εκκλησία την έβαλαν εδώ, στη άκρη του γκρεμού, χωρίς να το εννοούν». 

«Σκέφτεται ν’ ανάψει ένα κερί, μη το κάνεις αυτό Ρέα Φραντζή, χιλιάδες φίλοι ψιθυρίζουν μέσα της και την προειδοποιούν ότι, αν ανάψει κερί, θ’ απομακρυνθεί από την πραγματική ζωή, μετά δεν υπάρχει επιστροφή, αν ανάψεις κερί, θα βάλεις φωτιά στα πάντα, αν ανάψεις κερί, θα διακόψεις τη σχέση σου με τη κοινή λογική, είναι παράλογο  να ανάψεις τώρα κερί, καταφεύγεις εκεί γιατί δεν είσαι αρκετά δυνατή, μπορούμε να σου αποδείξουμε ότι δεν χρειάζεται ν’ ανάψεις κερί;»10

Στη δεκαετία του 1960 η εξέγερση των νέων οδήγησε σε μια αναδίφηση του παρελθόντος. Το ερώτημα των Γερμανών νέων προς τους γονείς τους σχετικά με την οδυνηρή περίοδο του ναζισμού έπαιρνε ευρύτερες διαστάσεις όταν το διατύπωνε ο μεγάλος Γερμανός συγγραφέας Χάινριχ Μπελ με βιβλικούς όρους: «Εσύ Αδάμ που ήσουν;»11

Το τραύμα της δικτατορίας δεν ήταν φυσικά εξίσου τερατώδες με το τραύμα που άφησε στη Γερμανία ο ναζισμός καθώς η εγχώρια δικτατορία έμοιαζε γελοιογραφική αναπαράσταση των φασιστών και ναζιστών προπατόρων. Όμως η εικόνα του Αρχιεπισκόπου και της Ιεραρχίας δίπλα στους φαιδρούς, αλλά εντέλει καταστροφικούς για τον ελληνισμό δικτάτορες12 στοίχειωνε το φαντασιακό όλων, χριστιανών και μη εξίσου. 

Ως κλινικός όρος «το τραύμα αναφέρεται σε μια οδυνηρή ψυχολογική κατάσταση που προκαλείται από ένα γεγονός στο παρελθόν, το οποίο το υποκείμενο δεν μπορεί να διαχειριστεί επαρκώς σε γνωστικό και συναισθηματικό επίπεδο τη στιγμή που συμβαίνει». Το τραύμα προϋποθέτει μια αντίληψη του χρόνου που προτάσσει τη διάρκεια, που είναι πεπεισμένη πως η λήθη δεν μπορεί να σκεπάσει τα πάντα δίχως οδυνηρά κατάλοιπα. Το τραύμα για το οποίο γίνεται λόγος εδώ δεν σχετίζεται τόσο με το ίδιο το γεγονός που το προκάλεσε όσο με το νόημα που του αποδίδεται αναδρομικά (ή ακόμα χειρότερα δεν του αποδόθηκε ποτέ). Αυτή η ψυχική κατάσταση οδηγεί τόσο τα ατομικά όσο και τα συλλογικά υποκείμενα σε μια αδυναμία να τοποθετήσουν τον εαυτό τους στο παρόν και στο μέλλον κατά τρόπο δημιουργικό.13

Έτσι δεν ήταν παράδοξο που για τους χριστιανούς ο φόβος και η οργή για τις αλλαγές που έβλεπαν να συντελούνται στο δημόσιο χώρο οδηγούσε στην ανασφάλεια, την περιθρίγκωση, την βίωση της εκκλησιαστικής ζωής σε περιβάλλοντα που θύμιζαν σέκτες. Ο αποτυχημένος βίαιος εκσυγχρονισμός, τον οποίο επιχείρησε το ευσεβιστικό κίνημα στα χρόνια της δικτατορίας, γεννούσε τώρα την εκκλησιαστική αφασία. 

*

Η αφασία, ως επιστημονικός όρος, αναφέρεται σε κάθε μερική ή ολική απώλεια γλωσσικών ικανοτήτων. Στη συνέχεια θα την χρησιμοποιούμε υπό την πιο ευρεία έννοια της αδυναμίας να εκφραστεί ο λόγος του Ευαγγελίου με σύγχρονη γλώσσα στο δημόσιο χώρο. Εντελώς επιγραμματικά μπορούμε να πούμε πως η αφασία της εκκλησιαστικής ζωής στα χρόνια της μεταπολίτευσης γίνεται αντιληπτή σε μια σειρά από χαρακτηριστικά γνωρίσματα: στην «πρωτόγονη» πολιτική σκέψη, στην αυτοαναφορικότητα της Ιεραρχίας, στην απόλυτη πρόσδεση στην νεοελληνική ιδεολογία, στην υιοθέτηση μιας «μαγικής» σκέψης προσδεδεμένης στο θαυμαστό, στην άρνηση του τραγικού χαρακτήρα της ζωής, στον ρηχό ακτιβισμό, στην άνευ όρων παράδοση στην κοινωνία του θεάματος. 

Ο εκκλησιαστικός χώρος χαρακτηρίζεται εν πολλοίς από μια «πρωτόγονη» πολιτική σκέψη η οποία  εκδηλώνεται άλλοτε ως κεκαλυμμένη αδιαφορία και άλλοτε ως ανοιχτή υποτίμηση της πολιτικής είτε στην δημοκρατική είτε στην αυταρχική εκδοχή της.  Κι αυτό γιατί θεωρεί, καβαφικώ τω τρόπω, ότι όλοι ομοίως βλάπτουν την πόλη. Για τους ευσεβιστές, μόνο τα «πνευματικά» είχαν σημασία· για την Πρεσβυτέρα Ιεραρχία και τους διαδόχους της, μόνο η καλή σχέση κράτους-Εκκλησίας. Αυτό μεταφράζεται σε πρόσδεση στην εκάστοτε πολιτική παράταξη που φαινόταν να εξυπηρετεί τις αξιώσεις ισχύος κάθε εκκλησιαστικής ομάδας. Η «πολιτική» εντός της θεσμικής εκκλησίας περιορίζεται στις ενέργειες μιας ελάχιστης ελίτ που διαγκωνίζεται για τη νομή της εξουσίας χωρίς κανένα άλλο σχέδιο και όραμα για τη διαμόρφωση του εκκλησιαστικού σώματος, την τύχη του οποίου εμπιστεύεται στον αυτόματο πιλότο μιας εθιμικής θρησκευτικότητας. 

Εκκλησιαστική είδηση είναι μονάχα η εκλογή μητροπολιτών και οι κινήσεις ανάδειξης των δελφίνων για μια πάντοτε προσδοκώμενη αρχιεπισκοπική διαδοχή και φυσικά τα εκάστοτε σκάνδαλα. Μιλώντας για εκκλησία εννοούμε πάντα τη θεσμική εκκλησία και πρωτίστως την Ιεραρχία. 

Ο δημόσιος λόγος της εκκλησίας εμφορείται από τα τρία χαρακτηριστικά της νεοελληνικής ιδεολογίας: την αντίληψη για τον ελληνισμό ως αναλλοίωτης μεταφυσικής ουσίας, την αδιάλειπτη δισχιλιετή συνέχεια του ελληνισμού, την πρόταξη της σωτηρίας του ελληνικού έθνους έναντι της βιβλικής ιστορίας της σωτηρίας. Η εκκλησία γίνεται θεματοφύλακας του ελληνισμού, άγρυπνος φύλακας εθνικών επετείων, κιβωτός σωτηρίας του έθνους. 

Το ποίμνιο, αδιάφορο εν πολλοίς για τα τεκταινόμενα στο χώρο της Ιεραρχίας, προέκρινε μια καθήλωση σε μια οιονεί «μαγική» σκέψη όπου η τραγική διάσταση της ζωής αποσιωπείται. Η μετοχή στο μυστήριο του σταυρού ακυρώνεται και στη θέση της μπαίνει η επίκληση στο θαύμα, η πίστη στην προνομιακή μεταχείριση των πιστών εκ μέρους ενός Θεού που φαίνεται να ξεχνά για λίγο πως ανατέλλει τον ήλιο εξίσου για δίκαιους και αμαρτωλούς. Στο χριστιανικό φαντασιακό κυριαρχεί η νοοτροπία των τριών φίλων του Ιώβ. Όποιος δοκιμάζεται στη ζωή κάτι θα έχει διαπράξει. Όποιος είναι «καλό» παιδί χαίρει της θεϊκής προστασίας και της ανάλογης ανταμοιβής. Όταν η πραγματικότητα όμως ανατρέπει το στερεότυπο τότε κινδυνεύει με κατάρρευση και η πίστη των ανθρώπων.

Το διαδίκτυο «διευκολύνει τη δημιουργία κοινοτήτων σολιψιστών […] ομοϊδεατών που επικυρώνουν ο ένας τις υποθέσεις και τις προκαταλήψεις του άλλου, αντί να τις θέτουν σε δοκιμασία. Αντί να έχουν να αντιμετωπίσουν άλλες οπτικές σε έναν ανταγωνιστικό δημόσιο χώρο, αυτές οι κοινότητες υποχωρούν και μετατρέπονται σε κλειστά κυκλώματα».14

Στις μέρες μας το ποίμνιο διαμορφώνεται από βίντεο με ομιλίες γερόντων τα οποία άλλοτε είναι κοινότοπα και πομπώδη κι άλλοτε αγγίζουν τα όρια της γραφικότητας, του εξωφρενικού ή και του γελοίου. Η νηπιακή ανωριμότητα και καθήλωση πολλών λαϊκών ενισχύει την πατερναλιστική διάθεση κάποιων κληρικών.

Ο εκκλησιαστικός λόγος είτε υποδύεται το ρόλο της γραφικής θυμοσοφίας και  λαϊκότητας είτε τη ναρκισσιστική πληθωρική υπερέκθεση και αυτοπροβολή είτε τη σιωπηρή απόσυρση εντός ενός κεκαλυμμένου πραγματισμού έχει το ίδιο αποτέλεσμα: την αδυναμία διαμόρφωσης του εκκλησιαστικού σώματος. Η κατάσταση επιδεινώνεται από τα γεγονός πως συνήθως επιστρατεύεται μια γλώσσα  πομπώδης, ξύλινη, ψευδο-λόγια, σχολαστική.

Τη θέση του λόγου παίρνει πια η εικόνα. Έτσι η λειτουργία, μετά από δεκαετίες ευχαριστιακής θεολογίας, καταλήγει να συρρικνώνεται σε μια σειρά εκατοντάδων φωτογραφιών στο διαδίκτυο οι οποίες απεικονίζουν τους λαμπρούς πρωταγωνιστές (μητροπολίτες), τους φιλόδοξους δελφίνους (αρχιμανδρίτες) και τους ασήμαντους κομπάρσους (έγγαμος κλήρος) ενώ απουσιάζει σχεδόν πλήρως το σιωπηλό κοινό (οι λαϊκοί). Η κοινωνία του θεάματος σε πλήρη θέα. 

Η άρνηση του τραύματος και του συνακόλουθου πένθους γεννά επίσης τον ακτιβισμό, την καταφυγή σε «ευφορικές, υπερδραστήριες, παράφορες τάσεις, σε πλήρη αντίθεση με το δράμα της απώλειας».15 Έναν ακτιβισμό που παίρνει ποικίλες μορφές: πανήγυρεις σε ενορίες που διαρκούν ένα μήνα., συνεχής μεταφορά λειψάνων, εικόνων ή και αντιγράφων, ακάματος προσκυνηματικός τουρισμός, ποικίλες δράσεις τύπου ΜΚΟ, εκδηλώσεις εθνικής μνήμης, ενοριακές δραστηριότητες τύπου ΙΕΚ. 

Η γενικότερη κατάσταση φέρνει στο νου μια γεωργιανή παροιμία: το πρόβατο περνάει τη ζωή του με το φόβο του λύκου, αλλά στο τέλος το τρώει ο βοσκός!

*

Η μελαγχολία είναι η ψυχική κατάσταση που προκύπτει από την επίμονη άρνηση της επίπεδης και πεζής πραγματικότητας του σύγχρονου κόσμου. Η ένταση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, η διάψευση της ουτοπίας, η αίσθηση μιας ιστορικής ήττας φέρνουν στο προσκήνιο μια μελαγχολική θεώρησης της ιστορίας ως αναμνημόνευσης των ηττημένων.16 Στο χώρο των χριστιανών, και με τη συνδρομή της νεοελληνικής ιδεολογίας, η αίσθηση αυτή επενδύθηκε με ευρύτερους θρηνητικούς τόνους υπό τη μορφή του  Finis Greciae.

Όσοι στρατεύθηκαν στο ευσεβιστικό κίνημα νιώθουν νικημένοι. Δεν έχουν μπορέσει μέχρι σήμερα να νιώσουν κανενός είδους λύτρωση. Παρόλο που ό,τι υπάρχει μέχρι σήμερα σε όλες τις εκφάνσεις του εκκλησιαστικού βίου φέρει το αποτύπωμα του ευσεβιστικού προγράμματος (άλλοτε θετικό κι άλλοτε αρνητικό) οι επίγονοι, αλλά και οι αντίπαλοί τους, ούτε καν γνωρίζουν από πού προέρχονται όσα κληρονόμησαν και τι τα ενέπνευσε. Οι επίγονοι του ευσεβισμού βιώνουν ένα πένθος έχοντας γραπωθεί σ’ αυτό που έχασαν. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να φανταστούν, πόσο μάλλον να δημιουργήσουν, ένα διαφορετικό μέλλον. 

Χρήσιμη είναι εδώ η διάκριση ανάμεσα στην αρχαία και στη σύγχρονη μορφή νοσταλγίας. Από τη λαχτάρα για έναν άλλο τόπο οδηγηθήκαμε στη λαχτάρα για έναν άλλο χρόνο.17  

Η βαθιά συναισθηματική καταγραφή της Χριστιανικής Κίνησης στη Θεσσαλονίκη στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου από τον Γιώργο Ιωάννου φανερώνουν, παρά την έντονη επιμέρους κριτική, τη νοσταλγική προσκόλληση σε ένα παρελθόν που μέσα τους δεν μπορεί να παρέλθει:

«Το χρονικό αυτό είχε κιόλας γραφτεί, όταν ο πατήρ Λεωνίδας Παρασκευόπουλος πέθανε στις 27 Απρίλιου 1984 στην αγαπημένη του πόλη. Και αμέσως έγινε το θαύμα. Ξεχάστηκαν μονομιάς όλα, και τα πολιτικά και οι μικρότητες, και αναδύθηκε το έργο, η αγάπη, η συμπαθέστατη φωνή και μορφή. Χιλιάδες των χιλιάδων συνέρρευσαν να τον αποχαιρετήσουν. Αναδύθηκαν τα Συσσίτια, που έσωσαν χιλιάδες παιδιά. Τα καζάνια, οι κουτάλες, τα τραπέζια με τα πράσινα τραπεζομάντιλα, ο Εσταυρωμένος με το γαλάζιο φόντο, η αίθουσά μας—η Αίθουσα! […] Ήταν σπουδαίο, πολύ ελπιδοφόρο σημάδι για τη πόλη μας το ξέσπασμα αυτο της ευγνωμοσύνης. Ο Παρασκευόπουλος μαζί με τον Αθανάσιο Φραγκόπουλο, και τους άλλους συμπαραστάτες τους, δημιούργησαν για μας μια μεγάλη εποχή. Εκάς οι βέβηλοι!»18

Η μελαγχολική αυτή διάθεση πηγάζει μέσα από τη συνειδητοποίηση ότι ενώ η  ζωή συνεχίζεται ο χρόνος έχει κατά κάποιο τρόπο σταματήσει. Βιώνουμε «μια αργή ακύρωση του μέλλοντος, μια διάβρωση των προσδοκιών».19 Για τους χριστιανούς αυτό σημαίνει πως, παρόλη τη θεωρητική συζήτηση για την εσχατολογική προσδοκία της Βασιλείας. μια θεμελιώδης χριστιανική αρετή, αυτή της ελπίδας, διακρίνεται όλο και πιο σπάνια στις ζωές των χριστιανών. 

«Αντιθέτως, κυριαρχεί μια καφκική ατμόσφαιρα. Το κέντρο δεν υφίσταται, έχει χαθεί και ενώ η απώλεια μοιάζει οριστική, εντούτοις δεν μπορούμε να σταματήσουμε να το ψάχνουμε ή να υποθέτουμε ότι υπάρχει. Αυτό που συμβαίνει δεν είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα. Είναι ότι αυτό που υπάρχει δε μπορεί να αναλάβει καμία ευθύνη».20 Τα λόγια αυτά, γραμμένα για την ευρύτερη εμπειρία του δυτικού κόσμου, περιγράφουν πολύ εύστοχα την εκκλησιαστική μας κατάσταση. Οι πάντες μιλούν, διαπληκτίζονται, διεκδικούν χώρο στον ψηφιακό κόσμο, αλλά κανείς δεν αναλαμβάνει πραγματικά την ευθύνη να δώσει ένα χάρτη εξόδου από την ισχύουσα ζοφερή κατάσταση. 

Για να αποφέρει όμως η μελαγχολία καρπούς πρέπει πρώτα να αναγνωριστεί και να γίνει αποδεκτή. Η συνειδητοποίηση της ιστορικής ήττας του χριστιανισμού στη Δύση, δηλαδή η εμπειρία της εκκλησίας ως μειονότητας μέσα στην κοινωνία, καθηλώνει τους περισσότερους στη μελαγχολία.

Μπορεί όμως να γίνει και αφορμή μιας γνήσιας μαρτυρίας του Ευαγγελίου στον κόσμο. Όχι πια μέσω της επιβολής από τα άνω (όπως στη μεσαιωνική περίοδο) αλλά ως άνθηση από κάτω (όπως περιγράφουν και οι βιβλικές παραβολές της ζύμης ή του κόκκου σινάπεως) 

«Η μελαγχολία είναι αξεδιάλυτη από αγώνες και ελπίδες, από ουτοπίες και επαναστάσεις, των οποίων αποτελούν τη διαλεκτική άλλη όψη. […] Το πένθος, η οδύνη και τα δάκρυα δεν είναι ασύμβατα με τον αγώνα, ούτε εμποδίζουν τη συνείδηση και το στοχασμό».21 H χριστιανική «μελαγχολία» δεν σημαίνει αναγκαστικά εγκατάλειψη του χριστιανισμού και της ελπίδας για μια μαρτυρία του Ευαγγελίου στον σύγχρονο κόσμο. Σημαίνει την ανάγκη να ξανασκεφτούμε το χριστιανισμό σε μια εποχή που η μνήμη του είναι χαμένη κρυμμένη, λησμονημένη σιωπηλή και ζητάει να «λυτρωθεί» προκειμένου να μπορεί και να λυτρώσει.

Ζητούμενη δεν είναι μια εκκλησία που επιχειρεί αενάως την ανάκληση ενός «χαμένου παραδείσου», αλλά μια εκκλησία που βιώνει τη νοσταλγία ως δυνατότητα πυροδότησης μιας νέας επιθυμίας για το μέλλον. Για να χρησιμοποιήσουμε ένα λογικό παράδοξο (το οποίο φωτίζεται από τη θεολογική λογική της εσχατολογικής Βασιλείας),  πρόκειται για μια νοσταλγία του μέλλοντος. 

Η παρουσία του παρελθόντος στο παρόν δεν πρέπει να νοείται ούτε ως αρχαιολογική μνήμη, ένα μπαούλο-αποθετήριο το οποίο περιέχει τα πάντα και στο οποίο καταφεύγουμε σε στιγμές αμηχανία, ούτε ως φάντασμα του παρελθόντος, που επιστρέφει για να στοιχειώσει το παρόν. Αυτή η  μνήμη του μέλλοντος, χωρίς να ξεχνά το παρελθόν, «επιδίδεται σε μια προθεσική κίνηση προς τα μπρος». Συνιστά νέα δημιουργία.22

*

Η συζήτηση για το κατά πόσον ο κύκλος της Μεταπολίτευσης έχει κλείσει οδήγησε, ανάμεσα σε άλλες απαντήσεις, και στην άποψη πως δεν μπορεί να κλείσει αν δεν υπάρξει ένα εφάμιλλο ιστορικό γεγονός.23 Αναρωτιέται κανείς τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό για τη ζωή της ελλαδικής εκκλησίας. Αντί να κάνουμε όμως υποθέσεις είναι πιο φρόνιμο να θυμηθούμε πως η ιστορία δεν προκύπτει κατά παραγγελία. 

Οι χριστιανοί υποστηρίζουν (και ορθά) πως είναι αποδέκτες μιας μακράς και απαράγραπτης παράδοσης που η σημασία της ξεπερνά τον εκάστοτε ιστορικό χρόνο. Αυτό όμως δεν παραγράφει το κρίσιμο ερώτημα: τι παραδίδεται ως καταπίστευμα σε κάθε νέα γενιά χριστιανών; Μήπως αυτό που παρουσιάζεται σήμερα ως παράδοση δεν είναι η κιβωτός της ορθοδοξίας αλλά ένα άδειο κιβώτιο, σαν εκείνο του μυθιστορήματος του Άρη Αλεξάνδρου; 

Αντί να «εξημερώνουμε» την βιβλική παράδοση του Σταυρού και της Ανάστασης μέσα από ποικίλες ιδεολογίες του συρμού οφείλουμε να την φέρουμε και πάλι στο προσκήνιο προκειμένου να διαταράσσει τα στερεότυπα και τις αυταρέσκειες του παρόντος αντί να καταφάσκει σε τούτα.24

Η θρησκευτική εμπειρία περιμένει συχνά ένα τραύμα προκειμένου να οδηγήσει σε μια εξέλιξη του εαυτού. Το διακύβευμα είναι αν το τραύμα θα οδηγήσει σε εξέλιξη ή σε συρρίκνωση-καθήλωση. Όποιος όμως μπορέσει να φτάσει στην εξέλιξη νιώθει μια υποχρέωση, μια ανάγκη να γίνει ιεραπόστολος ενός πένθους που γεννά και πάλι ζωή.25 Οι μεταναστάσιμες διηγήσεις αυτό ακριβώς αποτυπώνουν. Το «τραύμα» του θανάτου του Ιησού διαδέχεται η συνάντηση του αναστημένου Χριστού με τους μαθητές. Οι φοβισμένοι και αποκαρδιωμένοι μαθητές μεταμορφώνονται σε διαπρύσιους αποστόλους. Απομένει να απαντήσουμε στο ερώτημα:  πιστεύουμε όντως στην Ανάσταση; 

  1. Διονύσης Καψάλης, Όπως οι αμπελουργοί, Άγρα, 2024, 14
    ↩︎
  2. Διονύσης, Σαββόπουλος, Σούμα, Ιανός, β έκδοση 2004, 554.
    ↩︎
  3. Τρύπες, άλμπουμ Μέσα στη νύχτα των άλλων. 
    ↩︎
  4. π. Αντώνιος Πινακούλας, «Εκκλησία και Μεταπολίτευση. Από τη βίαιη ανανέωση στην Παλινόρθωση», στο παρόν τεύχος της Σύναξης. 
    ↩︎
  5. Για μια προσπάθεια απάντησης σε ορισμένα από τα παραπάνω ερωτήματα βλ. π. Ευάγγελος Γκανάς, «Πολιτικά και θεολογικά ατοπήματα των θεολόγων: παραδείγματα μιας περίπλοκης σχέσης»,  Περιοδικό Ανθίβολα, τχ. 4-5/2021 σ. 53-90.
    ↩︎
  6. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης, « Επιπτώσεις των επεμβάσεων της δικτατορίας στην Εκκλησία», Δημήτρης Καιρίδης, Αντώνης Κλάψης (επιμ), Η δικτατορία των συνταγματαρχών. Ανατομία μιας επταετίας, Σπύρος Βλαχόπουλος, Πατάκης, 2019,  68-81. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης, «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία και στη μεταπολίτευση: η δικτατορία στην Εκκλησία», Πρακτικά Συνεδρίου Η δικτατορία των συνταγματαρχών και η αποκατάσταση της δημοκρατίας, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2016, 169-196. Για μια πολύ πρόσφατη γόνιμη εξαίρεση βλ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, «Εκκλησία και Μεταπολίτευση», στο Κώστας Κωστής, Σωτήρης Ριζάς (επιμ), Ιστορίες της Μεταπολίτευσης, Πατάκης, 2025, 635-649.
    ↩︎
  7. Χούλιο Κορτάσαρ, Μαθήματα Λογοτεχνίας, opera, 2021, 9.
    ↩︎
  8. Δημήτρης Καράμπελας, Διονύσης Σαββόπουλος, β΄ έκδοση αναθεωρημένη, 2024, 190.
    ↩︎
  9. Καρολίνα Μέρμηγκα, στα πρακτικά συνεδρίου, Η Καμπύλη της Μεταπολίτευσης, Επίκεντρο, 2024,  319.
    ↩︎
  10. Χρήστος Βακαλόπουλος, Η γραμμή του ορίζοντος, Εστία, 1991, 43, 45-6.
    ↩︎
  11. Χάινριχ Μπελ, Εσύ, Αδάμ, πού ήσουν;, γράμματα, 1989. 
    ↩︎
  12. Ας θυμηθούμε εδώ το στίχο του Διονύση Σαββόπουλου: «το άδειο μας πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει». ↩︎
  13. Δημήτρης Τζιόβας, Ιστορία, Έθνος και Μυθιστόρημα στη Μεταπολίτευση. Τραύμα, Μνήμη και Μεταφορά, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2024, 161-2.
    ↩︎
  14. Mark Fisher, Καπιταλιστικός ρεαλισμός. Υπάρχει άραγε εναλλακτική;, future, 2015, 110. 
    ↩︎
  15. Massimo Recalcati, Το φως των νεκρών αστεριών. Δοκίμιο για το πένθος και τη νοσταλγία, Κέλευθος, 2024, 101. 
    ↩︎
  16. Enzo Traverso, Αριστερή μελαγχολία. Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2017, 20.
    ↩︎
  17. David Gross, Τα ερείπια του παρελθόντος. Παράδοση και κριτική της νεοτερικότητας,  Πατάκης, 2003, 141.
    ↩︎
  18. Γιώργος Ιωάννου, «Ο Χριστός αρχηγός μας», Η πρωτεύουσα των προσφύγων, Κέδρος, 1984, 181. 
    ↩︎
  19. Μαρκ Φίσερ, Η ακύρωση του μέλλοντος, αντίποδες, 2024, 16.
    ↩︎
  20. Φίσερ, Καπιταλιστικός ρεαλισμός, 97. 
    ↩︎
  21. Τραβέρσο, ο.π. , 282, 41.
    ↩︎
  22. Recalcati, ibid, 21, 208-9.
    ↩︎
  23. Ευάγγελος Βενιζέλος, Η καμπύλη της Μεταπολίτευσης, 418. ↩︎
  24. Gross, ο.π., 20. ↩︎
  25. Nick Cave, Seán O’Hagan, Πίστη, ελπίδα και πόνος, Κλειδάριθμος, 2022, 129.
    ↩︎